Διεθνή 05/05/2016

Προσφυγική κρίση: Η Συμφωνία της 18ης Μαρτίου, τα νομικά κείμενα και η στάση της Τουρκίας (Μέρος ΄Γ)

Ο ορισμός Ολλανδού συντονιστή και εκατοντάδων κοινοτικών υπαλλήλων για την διαχείριση του προσφυγικού επί ελληνικού εδάφους και η παρουσία της FRONTΕX και του NATO ενισχύουν την εικόνα μιας χώρας με έκπτωση της κρατικής της κυριαρχίας, εικόνα η οποία συμπληρώνεται με τη διάλυση της παραγωγικής βάσης και την επικίνδυνη δημογραφική συρρίκνωση…

Γ. Τουρκική Πολιτική

Οι εκτός Ευρώπης άμαχοι, που καταφθάνουν στην Τουρκία δεν απολαμβάνουν πλήρους νομικού καθεστώτος διεθνούς προστασίας, λόγω της προαναφερθείσας δήλωσης γεωγραφικού περιορισμού των προνοιών της Σύμβασης του 1951. Ο περιορισμός εφαρμογής, μόνο στο ευρωπαϊκό έδαφος, ενδεχομένως, εξηγείται από τη διαχρονική αστάθεια της περιοχής, ανατολικά της Τουρκίας και τους φόβους της Άγκυρας για μετακινήσεις πληθυσμών στην επικράτεια της. Η Άγκυρα επέμεινε σε αυτήν την πολιτική της και αργότερα, όταν τον Ιούλιο του 1968 έγινε συμβαλλόμενο μέρος του Πρωτοκόλλου για το καθεστώς των Προσφύγων (31 Ιανουαρίου 1967), κάνοντας δήλωση ότι η εφαρμογή των προνοιών του Πρωτοκόλλου βρίσκουν εφαρμογή μόνο σε πρόσφυγες προερχομένων από την Ευρώπη. Η εν λόγω δήλωση της Άγκυρας επιτρέπεται, βάσει του πρωτοκόλλου του 1967, μόνο για τις χώρες οι οποίες είχαν προνοήσει να κάνουν αντίστοιχες δηλώσεις στην πρώτη Σύμβαση του 1951 (16).  Σημειώνεται, όμως, πως οι πρόνοιες, περί συνεργασίας με την  Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, άρθρο 35 της Σύμβασης της Γενεύης, και της μη επαναπροώθησης, άρθρο 33 της ίδιας Σύμβασης, έχουν αποκτήσει καθεστώς διεθνούς εθιμικού δικαίου, ώστε το τουρκικό κράτος, επίσημα έστω, πρέπει να αποδέχεται τις πιο πάνω αρχές σε όλες τις περιπτώσεις, ακόμα και σε περιπτώσεις αιτούντων διεθνούς προστασίας από μη ευρωπαϊκές χώρες.

Η στάση, την οποία επέδειξε το τουρκικό κράτος (δήλωση περί γεωγραφικής εξαίρεσης), ασχέτως αν θα κριθεί κατακριτέα βάσει ανθρωπιστικών κριτηρίων, σε περιόδους όπως τη σημερινή, μπορεί να αποτελέσει ένα χρήσιμο εργαλείο, το οποίο δεν επιβάλλει στην εν λόγω χώρα συγκεκριμένη δράση, αλλά της παρέχει το περιθώριο εκτίμησης της κατάστασης και χάραξης πολιτικής, αναλόγως των συνθηκών. Η Τουρκία έχει τη δυνατότητα να ισχυριστεί ότι, παρόλο που η γεωγραφική εξαίρεση την δεσμεύει, σε βαθμό μικρότερο από μια χωρά χωρίς ανάλογη επιφύλαξη, εντούτοις έχει δεχθεί πάνω από 2.700.000 Σύρους πρόσφυγες στο έδαφός της όντας σε θέση να ζητήσει απτά ανταλλάγματα από τις ευρωπαϊκές χώρες (όπως αδίστακτα το κάνει) γι’αυτήν την ανθρωπιστική συμπεριφορά την οποία επιδεικνύει…

Η προβληματική εφαρμογή των συμβατικών υποχρεώσεων, εκ μέρους της Τουρκίας, το προβληματικό ιστορικό της στην προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αλλά και το γεγονός ότι και η ίδια παράγει δεκάδες χιλιάδες Κούρδους πρόσφυγες, από τα ανατολικά της χώρας, αποτελούν λόγους, για να υποστηριχθεί από ορισμένους πως δεν πρόκειται για μια ασφαλή για τους πρόσφυγες χώρα (17). Συνέπεια του γεωγραφικού περιορισμού στην αναγνώριση του καθεστώτος του πρόσφυγα είναι η ένταξη των Σύρων που βρίσκονται στην Τουρκία, σε καθεστώς προσωρινής προστασίας και όχι πρόσφυγα. Το τουρκικό κράτος κάνει διάκριση μεταξύ πολιτών της Συρίας και ανιθαγενών Παλαιστινίων προερχομένων από τη Συρία και λοιπών αιτούντων άσυλο προερχομένων, κυρίως, από Ιράκ, Αφγανιστάν, Ιράν και Σομαλία στους οποίους εφαρμόζει δύο διαφορετικά καθεστώτα και διαδικασίες.

Τον Απρίλιο του 2013, η τουρκική κυβέρνηση υιοθέτησε τον Νόμο για τους Αλλοδαπούς και τη Διεθνή Προστασία, στο πλαίσιο της προενταξιακής διαδικασίας στην ΕΕ, νόμος ο οποίος περιέχει το νομικό καθεστώς υποχρεώσεων προς όλους τους ευρισκομένους σε ανάγκη διεθνούς προστασίας. Ο νέος νόμος εγκαθίδρυσε τη νέα Γενική Διεύθυνση Διαχείρισης Μετανάστευσης, όργανο, το οποίο υπάγεται στο Υπουργείο Εσωτερικών και το οποίο βρίσκεται στη διαδικασία ανάληψης πλήρους επιχειρησιακής ευθύνης.

Η Τουρκία, όπως προαναφέρθηκε, εφαρμόζει δύο καθεστώτα διεθνούς προστασίας: ένα καθεστώς προσωρινής προστασίας για πρόσφυγες, Σύρους πολίτες, προερχομένους από τη Συρία και ανιθαγενείς Παλαιστινίους προερχομένους, επίσης, από τη Συρία. To καθεστώς αυτό αποδίδεται, ομαδικά, σε όσους ανήκουν σε μια από τις πιο πάνω κατηγορίες και περιέχει δικαίωμα παραμονής, προστασία από επαναπροώθηση και ορισμένη πρόσβαση σε βασικά δικαιώματα και υπηρεσίες, όπως δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Το εν λόγω καθεστώς προσωρινής προστασίας, υπό την πίεση των Σύρων προσφύγων, επισημοποιήθηκε με τον Κανονισμό Προσωρινής Προστασίας της 22ας Οκτωβρίου 2014. Το καθεστώς προσωρινής προστασίας αποτελεί μια ομαδική προσέγγιση στην απόδοση διεθνούς προστασίας και δεν περιέχει επίσημη διαδικασία εξακρίβωσης κάθε αιτούντος με τον τελευταίο να έχει μόνο την υποχρέωση να καταγραφεί στη  Γενική Διεύθυνση Διαχείρισης Μετανάστευσης και να λάβει την Ταυτότητα Προσωρινής Προστασίας. Ο κανονισμός της 22ας Οκτωβρίου δεν όρισε χρονική διάρκεια του καθεστώτος προσωρινής προστασίας και εναπόκειται, πλήρως, στη διακριτική ευχέρεια της τουρκικής κυβέρνησης να τερματίσει ή να συνεχίσει την εν λόγω πολιτική. Παράλληλα, το καθεστώς προσωρινής προστασίας, όπως αυτό έχει εφαρμογή για πρόσφυγες προερχομένους από τη Συρία, αποκλείει από τους δικαιούχους ταυτόχρονη αίτηση στο δεύτερο καθεστώς ατομικής διεθνούς προστασίας, που προβλέπεται (βλέπε παρακάτω). Το καθεστώς προσωρινής προστασίας, τέλος, αποκλείει την προοπτική ενσωμάτωσης στην τουρκική κοινωνία των  δικαιούχων του καθεστώτος αυτού. Ενδεικτικό της αντιμετώπισης των προσφύγων ως προσωρινών, εκ μέρους των τουρκικών αρχών, αποτελεί το γεγονός ότι υπεύθυνη για τη διαχείριση των προσφυγικών καταυλισμών είναι η τουρκική Υπηρεσία Καταστροφών και Ανακούφισης και όχι μια άλλη εξειδικευμένη υπηρεσία.

Ένα δεύτερο καθεστώς προορίζεται για αιτούντες άσυλο, προερχομένων από τρίτες, πλην Συρίας, χώρες και οι οποίοι κάνουν αίτηση για ατομικό καθεστώς διεθνούς προστασίας, όπως αυτό προβλέπεται στον προαναφερθέντα Νόμο για τους Αλλοδαπούς και τη Διεθνή Προστασία. Το εν λόγω καθεστώς υπόκειται  σε διαδικασία καθορισμού από τη Γενική Διεύθυνση Διαχείρισης της Μετανάστευσης. Στο πλαίσιο του καθεστώτος ατομικής διεθνούς προστασίας περιέχονται τρείς κατηγορίες,  οι οποίες συνάδουν με την δήλωση της τουρκικής κυβέρνησης περί  γεωγραφικής εξαίρεσης  τόσο στη Σύμβαση του 1951 όσο και στο πρωτόκολλο του 1967. Στην πρώτη κατηγορία περιλαμβάνονται οι πρόσφυγες προερχόμενοι από ευρωπαϊκές χώρες, οι οποίοι απολαμβάνουν, πλήρως, των δικαιωμάτων της Σύμβασης του 1951 από τη στιγμή κατά την οποία η Άγκυρα δεν έχει κάνει δήλωση γεωγραφικής εξαίρεσης για ευρωπαϊκές χώρες. Στη δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνονται οι προερχόμενοι από μη ευρωπαϊκές χώρες στους οποίους βρίσκει εφαρμογή η δήλωση γεωγραφικής εξαίρεσης απέναντι στους οποίους η τουρκική κυβέρνηση αποδίδει  καθεστώς πρόσφυγα υπό προϋποθέσεις, καθεστώς το οποίο δεν περιέχει την προοπτική μακροπρόθεσμης νόμιμης ενσωμάτωσης στην τουρκική κοινωνία και αποκλείει την οικογενειακή επανένωση. Στην τρίτη κατηγορία εντάσσονται, άτομα τα οποία δεν πληρούν τα κριτήρια να συμπεριληφθούν είτε στην πρώτη, είτε στη δεύτερη κατηγορία, τα οποία εντούτοις αντιμετωπίζουν σοβαρό κίνδυνο για την σωματική τους ακεραιότητα στη χώρα προέλευσης και στα οποία αποδίδεται καθεστώς βοηθητικής/δευτερεύουσας προστασίας. Άτομα στα οποία έχει αποδοθεί καθεστώς βοηθητικής/δευτερεύουσας προστασίας απολαμβάνουν λιγότερα δικαιώματα από αυτά του  πλήρους καθεστώτος πρόσφυγα και αποκλείονται από ενσωμάτωση στην τουρκική κοινωνία όπως και οι δικαιούχοι καθεστώτος πρόσφυγα υπό προϋποθέσεις. Σε αντίθεση, όμως, με τους τελευταίους, διαθέτουν το δικαίωμα οικογενειακής επανένωσης.

Το καθεστώς ατομικής διεθνούς προστασίας αποδίδεται εντός έξι μηνών, χρονικό διάστημα το οποίο μπορεί να παραταθεί αν έτσι κρίνει η Γενική Διεύθυνση Διαχείρισης της Μετανάστευσης. Ο ενδιαφερόμενος του οποίου η αίτηση απορρίφθηκε έχει τη δυνατότητα να προσφύγει στη Επιτροπή Αξιολόγησης Διεθνούς Προστασίας ή στα αρμόδια διοικητικά δικαστήρια.

Ο Νόμος για τους Αλλοδαπούς και τη Διεθνή Προστασία δεν δεσμεύεται για την παροχή καταλύματος στους αιτούντες άσυλο ατομικής διεθνούς προστασίας -όχι στους προερχόμενους από τη Συρία- αλλά γίνεται λόγος για τη δυνατότητα Κέντρων Υποδοχής και Στέγασης για ευπαθείς περιπτώσεις αιτούντων. Η συντριπτική πλειονότητα των αιτούντων καθεστώτος ατομικής διεθνούς προστασίας κατανέμονται από τη Γενική Διεύθυνση Διαχείρισης της  Μετανάστευσης σε επαρχίες της χώρας όπου οι ίδιοι αιτούντες βρίσκουν στέγαση με δικά τους μέσα.

Ιστορικά, λόγω της δήλωσης γεωγραφικής εξαίρεσης και της απροθυμίας της τουρκικής κυβέρνησης να συστήσει εθνικό μηχανισμό ασύλου, η Ύπατη Αρμοστεία, για δεκαετίες έπαιζε ένα σημαντικό ρόλο στη διαχείριση των προσφύγων στην Τουρκία. Αν και η διαδικασία ταυτοποίησης και καθορισμού καθεστώτος διεθνούς προστασίας, εκ μέρους της  Ύπατης Αρμοστείας, δεν θεμελιωνόταν στην τουρκική νομοθεσία, εντούτοις οι τουρκικές αρχές, σε γενικές γραμμές, αποδεχόντουσαν τις αποφάσεις της  Ύπατης Αρμοστείας για κάθε μεμονωμένη περίπτωση. Από τα έτη 2007-2008, όμως, λόγω της αύξησης αιτήσεων και του σταθερού αριθμού μετεγκατάστασης που προσέφεραν τρίτες χώρες, η συνεργασία Ύπατης Αρμοστείας για τους Πρόσφυγες με το τουρκικό κράτος άρχιζε να παρουσιάζει δυσκολίες. Η κατάσταση επιδεινώθηκε με τη κατακόρυφη αύξηση των προσφύγων, από το 2011 και μετά,  εξαιτίας της ένοπλης σύρραξης στη Συρία. Συνέπεια των παραπάνω ο προαναφερθείς  Νόμος για τους Αλλοδαπούς και τη Διεθνή Προστασία του Απριλίου 2013 σύμφωνα με τον οποίο η  Γενική Διεύθυνση Διαχείρισης Μετανάστευσης, σταδιακά, αποκτά αποκλειστική ευθύνη, πλέον, στην αξιολόγηση των αιτήσεων ασύλου. Παράλληλα, όμως, σε πρώτο στάδιο οι αιτούντες ατομική διεθνή προστασία μπορούν να καταγραφούν τόσο στην  Ύπατη Αρμοστεία αλλά και στη Γενική Διεύθυνση Διαχείρισης της Μετανάστευσης. Μόνο για λόγους εξασφάλισης επιπρόσθετης προστασίας ή συγκεκριμένης περίπτωσης στην οποία θα πρέπει να δοθεί προτεραιότητα μετεγκατάστασης για μεμονωμένα άτομα θα υπάρχει απόφαση, εκ μέρους, της Ύπατης Αρμοστείας για τον καθορισμό καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Όπως, προαναφέρθηκε, το τουρκικό κράτος αναλαμβάνει, σε αντίθεση με το παρελθόν, πλήρως, τη διαδικασία εξακρίβωσης και απόδοσης καθεστώτος διεθνούς προστασίας και ο προηγούμενος τρόπος λειτουργίας με τον οποίο η  Ύπατη Αρμοστεία είχε λόγο στην συγκεκριμένη  διαδικασία – αν και χωρίς να θεμελιώνεται στην τουρκική νομοθεσία – παύει να υφίσταται. Πιθανή συνέπεια της πιο πάνω εξέλιξης ενδέχεται να είναι αυξημένες αρνητικές απαντήσεις σε αιτήσεις καθεστώτος διεθνούς προστασίας με συνέπεια την κατεύθυνση των προσφυγικών ροών προς την Ευρώπη.

Η δήλωση γεωγραφικής εξαίρεσης, το καθεστώς προσωρινής προστασίας, το οποίο αποκλείει την πιθανότητα μακροχρόνιας παραμονής και ενσωμάτωσης (προσφύγων από τη Συρία) στην τουρκική κοινωνία και του οποίου ο τερματισμός ή η συνέχιση εναπόκειται στην ευχέρεια της τουρκικής κυβέρνησης, ο κατά βούληση καθορισμός του χρονικού ορίου μέσα στο οποίο οι τουρκικές αρχές θα αποφασίζουν για τις αιτήσεις ατομικής διεθνούς προστασίας, ο Νόμος για τους Αλλοδαπούς και τη Διεθνή Προστασία στον οποίο δεν υπάρχει δέσμευση για την παροχή καταλύματος στους αιτούντες καθεστώτος ατομικής διεθνούς προστασίας και τέλος η αντικατάσταση της παράλληλης αξιολόγησης αιτήσεων ασύλου από την Ύπατη Αρμοστεία για τους Πρόσφυγες, όλα τα παραπάνω καταδεικνύουν τον τρόπο με τον οποίο το τουρκικό κράτος αντιμετωπίζει τις προσφυγικές ροές και την διστακτικότητα να αναλάβει, χωρίς όριο και εξαιρέσεις, διεθνείς δεσμεύσεις.

Καταληκτικά Σχόλια

Η συμφωνία της 18ης Μαρτίου μπορεί να αναγνωσθεί με δύο τρόπους. Από τη μια πλευρά πρόκειται για  μια συμφωνία με  την οποία η Ελλάδα απέφυγε το χειρότερο, να μη διαθέτει ένα κείμενο με υποχρεώσεις όλων των εμπλεκομένων( Ευρωπαϊκή Ένωση, Τουρκία) με βάση το οποίο να πορεύεται τους επόμενους μήνες και τα επόμενα χρόνια. Από μια διαφορετική οπτική, όμως, η πολύ πρόχειρη και ιδεολογικά φορτισμένη προσέγγιση του προσφυγικού ζητήματος από την ελλαδική κυβέρνηση, η απροθυμία των Ευρωπαίων εταίρων να δεχθούν πρόσφυγες στο έδαφος τους, το γεγονός ότι οι κρατικές δομές, επιβαρυνόμενες ήδη από μνημονιακές πολιτικές, αδυνατούν να ικανοποιούσουν τις απαιτήσεις φιλοξενίας δεκάδων χιλιάδων προσφύγων και λαθρομεταναστών - οι οποίοι προστίθενται στις ήδη υπάρχουσες πολλές εκατοντάδες χιλιάδες αλλοδαπών - και το γεγονός της εργαλειακής χρήσης των προσφυγικών ροών εκ μέρους της Άγκυρας  - ιδιαίτερα από την στιγμή κατά την οποία οι σχεδιασμοί της Άγκυρας στη Συρία δεν εκπληρώνονται - δημιουργούν ένα ασφυκτικό πλαίσιο εντός του οποίου αναμένεται να λειτουργήσει η συμφωνία της 18ης Μαρτίου. Το ενδεχόμενο η Άγκυρα να αυξομειώνει τη ροή προσφύγων και λαθρομεταναστών προς τη Δύση ανάλογα με τις εκάστοτε  απαιτήσεις της τουρκικής ηγεσίας θα καταστήσει τους όποιους σχεδιασμούς των Βρυξελλών - και τις ελπίδες των Αθηνών - κενούς περιεχομένου. Η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη είναι αντίθετη τόσο στο ενδεχόμενο ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ όσο και στην απελευθέρωση της βίζας για Τούρκους πολίτες. Τι θα πράξει η Αθήνα σε περίπτωση κατά την οποία οι Ευρωπαίοι εταίροι δεν συναινέσουν στην απελευθέρωση της βίζας ή το κάνουν με πολλές προϋποθέσεις και εξαιρέσεις ώστε να μην θεωρείται μια τέτοια ρύθμιση ικανοποιητική από την Άγκυρα; Η σχεδόν βέβαιη, και αδίστακτη, αντίδραση της τελευταίας θα είναι η πίεση της Ευρώπης με επιπλέον προσφυγικές ροές. Εφ’ όσον, όμως, τα βόρεια σύνορα της Ελλάδος έχουν κλείσει, οι επιπλέον πρόσφυγες και λαθρομετανάστες θα παραμείνουν στην Ελλάδα με τα όρια της δημόσιας διοίκησης και τις αντοχές της ελλαδικής κοινωνίας να φτάσουν στα όρια τους με ότι αυτό συνεπάγεται με  την αντίδραση και τη συμπεριφορά των συμπατριωτών μας τόσο απέναντι σε κρατικούς αξιωματούχος όσο και σε πρόσφυγες και λαθρομετανάστες. Η δομή της συμφωνίας αφήνει την Ελλάδα χωρίς φωνή και ενεργό ρόλο. Οι εταίροι στην ΕΕ διαθέτουν τα χρηματικά κονδύλια για την κάλυψη του κόστους διαβίωσης των προσφύγων και λαθρομεταναστών καθώς και αυτοί εθελοντικά θα αποφασίσουν για τις θέσεις μετεγκατάστασης. Από την άλλη, η Άγκυρα με την εσωτερική της νομοθεσία μπορεί να ενθαρρύνει, ανά πάσα στιγμή και για την εξυπηρέτηση στόχων της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής άσχετων με το προσφυγικό, τους πρόσφυγες και λαθρομετανάστες να εγκαταλείψουν την Τουρκία και να κινηθούν προς τα δυτικά.  Η Ελλάς από τη στιγμή κατά την οποία δεν επέλεξε  να στοχοποιήσει, ευθέως, την Τουρκία για την πολιτική της απουσίας κάθε ελέγχου και ενθάρρυνσης των προσφυγικών ροών προς τα δυτικά και όντας εξαρτώμενη από τις Βρυξέλλες για κονδύλια, απώλεσε την ευκαιρία να έχει επιρροή στις αποφάσεις. Παράλληλα, ο ορισμός Ολλανδού συντονιστή και εκατοντάδων κοινοτικών υπαλλήλων για την διαχείριση του προσφυγικού επί ελληνικού εδάφους και η παρουσία της FRONTΕX και του NATO ενισχύουν την εικόνα μιας χώρας με έκπτωση της κρατικής της κυριαρχίας, εικόνα η οποία συμπληρώνεται με τη διάλυση της παραγωγικής βάσης και την επικίνδυνη δημογραφική συρρίκνωση…

Ιωάννης Σ. Λάμπρου, Πολιτικός Επιστήμονας


16. Άρθρα 1.3 και  7.2 του Πρωτοκόλλου για το καθεστώς των Προσφύγων του 1967.

17. Εμμανουέλα Ρομάν, Θίοντορ Μπερντ, Τάλια Ράντκλιφ , Γιατί η Τουρκία δεν είναι «ασφαλής χώρα», http://www.avgi.gr/article/6418183/giati-i-tourkia-den-einai-%C2%ABasfalis-xora%C2%BB

Εγγραφή στο newsletter του PoliticalDoubts.

YOUR OPINION

Το ΚΑΣ αποφάσισε να μην διατεθεί το μνημείο του Παρθενώνα για εκδήλωση οίκου μόδας:

Συμφωνώ. Η προστασία των μνημείων θα πρέπει να είναι απόλυτη
70.2%
Μάλλον διαφωνώ. Θα μπορούσαν να τεθούν αυστηρότεροι όροι.
8.7%
Διαφωνώ με την απόφαση. Δεν μπορεί να χάνονται ευκαιρίες προβολής της χώρας
14.9%
Συμφωνώ να μην διατεθεί ο Παρθενώνας. Δεν θα είχα αντίρρηση αν επρόκειτο για άλλον αρχαιολογικό χώρο
6.1%
Η ψηφοφορία για αυτό το δημοψήφισμα έχει λήξει

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση