Κοινωνία 29/01/2016

Τζον Κάρπεντερ: «Ζουν ανάμεσά μας»

Όταν η επιστημονική φαντασία συναντά τον μαρξισμό.

Η επιστημονική φαντασία έχει αξιοποιηθεί συχνά για τον εξωραϊσμό του καπιταλιστικού συστήματος. Αρκεί να θυμίσουμε ταινίες όπως ο «Σούπερμαν» και ο «Εξολοθρευτής», που κάτω από ένα φαινομενικά αθώο «story» υποκρύπτουν μια ελάχιστα συγκαλυμμένη απολογία των κυρίαρχων αξιών του. Ωστόσο, στην ιστορία της έβδομης τέχνης υπάρχουν και αντίθετα παραδείγματα, όπου ο συμβολισμός του φανταστικού χρησιμοποιείται για την άσκηση κοινωνικής κριτικής. Ένα από τα πιο έξοχα προσφέρει η κορυφαία ταινία του Τζον Κάρπεντερ «Ζουν ανάμεσά μας». Η ταινία γυρίστηκε το 1988, με αγγλικό τίτλο «They live»1. Αν και έχουν περάσει σχεδόν 30 χρόνια από τότε, εξακολουθεί να παραμένει επίκαιρη σαν μια από τις πλέον διεισδυτικές και οξείες κριτικές του αμερικανισμού που έχουν δει ποτέ το φως. Και αποτελεί ταυτόχρονα μια προφητεία των πιο βάρβαρων γνωρισμάτων του, όπως κρυσταλλώθηκαν αργότερα στην περίοδο της διακυβέρνησης του Μπους και της παγκόσμιας μονοκρατορίας του νεοφιλελευθερισμού.

Η συμβολική διάσταση είναι ασφαλώς κεντρική στην επιστημονική φαντασία. Επιπρόσθετα, ο συμβολισμός της δεν αντλεί από το παρελθόν, όπως συμβαίνει με το μύθο, αλλά στρέφεται στο μέλλον, το οποίο επιχειρεί να προβλέψει. Όμως ενώ σε απολογητικές ταινίες ο συμβολισμός πραγματοποιείται ανορθολογικά, σκεπάζοντας ή διαστρέφοντας τις αντιθέσεις ώστε να υποβληθούν προκατασκευασμένα και παραπλανητικά συμπεράσματα στο θεατή, στα προοδευτικά έργα έχει μια ρεαλιστική λειτουργία ανάδειξης και υπογράμμισης των αντιθέσεων, η οποία ανυψώνει στην αίσθηση της ολότητας και αφυπνίζει.  

Ακολουθώντας το δεύτερο δρόμο, ο Κάρπεντερ, ένας προικισμένος ανεξάρτητος δημιουργός που έχει δώσει αρκετά αξιόλογα έργα, κατορθώνει στο «Ζουν ανάμεσά μας» να αναπαραστήσει απαράμιλλα τη διαδικασία εκφασισμού στην αμερικάνικη κοινωνία, καθώς και τη δυναμική της επαναστατικής ανατροπής της. Και ενώ το στοιχείο της συνειδητότητας υπάρχει σε αυτόν –ο ίδιος έχει συγκρίνει τους παράξενους εξωγήινους της ταινίας του με τους ρεπουμπλικάνους– η οξεία διαίσθησή του συντελεί στο να αποκτήσει το έργο μια πολύ πιο βαθιά προβληματική από τις συνειδητές προθέσεις του.

Εικονική πραγματικότητα

Ο Νάντα2, ο ήρωας του Κάρπεντερ, είναι ένας απλός περιφερόμενος εργάτης, που ζει με το αμερικάνικο όνειρο. Τα λόγια του στην αρχή του έργου, «Πιστεύω στην Αμερική και ακολουθώ τους κανόνες. Περιμένω κι εγώ μια ευκαιρία» –λόγια ειπωμένα στον Φρανκ, τον νέγρο συνάδελφο και φίλο του, τον οποίο γνωρίζει όταν πιάνει δουλειά σε ένα εργοτάξιο– συμπυκνώνουν τις αυταπάτες της πλειοψηφίας των Αμερικανών εργατών. Εκείνο που αγνοεί είναι ότι οι γιάπηδες και οι επιτυχημένοι που συναντά γύρω του δεν είναι αυτό που φαίνονται. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για εξωγήινους, που έρχονται από ένα μακρινό κόσμο και συνωμοτούν για να αποκτήσουν τον έλεγχο του πλανήτη. Ο δρόμος της επιτυχίας είναι έτσι ανοικτός μόνο για όσους περνούν με το μέρος τους και υπηρετούν τις σκοτεινές τους επιδιώξεις σαν υποτακτικά όργανά τους.

Ο Κάρπεντερ αναδεικνύει έτσι την ακραία κοινωνική ανισότητα, την οποία υπογραμμίζει και το συνεχές κοντράστ ανάμεσα στο μαχαλά με τις παράγκες όπου μένουν οι εργάτες και τους ουρανοξύστες που διακρίνονται στο βάθος της εικόνας. Όμως ο Νάντα δεν έχει συνείδηση της κατάστασής του και των αιτίων της. Θα αντιληφθεί τι συμβαίνει συμπτωματικά όταν θα έρθει σε επαφή με τις δυνάμεις της αντίστασης. Μετά από μια επίθεση της αστυνομίας στο αρχηγείο τους, θα πέσουν στα χέρια του τα ειδικά γυαλιά, με τα οποία μόνο μπορεί να αντιληφθεί κανείς τους εξωγήινους. Η τελευταίοι μοιάζουν απόλυτα φυσιολογικοί άνθρωποι όταν τους κοιτάς με γυμνό μάτι. Όταν όμως φορά κανείς τα γυαλιά, φαίνονται σαν ζόμπι, με μια μαύρη, αποκρουστική φάτσα, τέτοιοι που πραγματικά είναι.

Αλλά τα γυαλιά έχουν και μια άλλη πιο σημαντική λειτουργία. Χάρη σε αυτά, η πολύχρωμη εικονική πραγματικότητα γύρω γίνεται ασπρόμαυρη και αποκαλύπτεται η διαδικασία της χειραγώγησης και της πλύσης εγκεφάλου, με την οποία οι εξωγήινοι αποκοιμίζουν τους ανθρώπους. Όταν ο ήρωας τα φορά, βλέπει έκπληκτος τη διαφήμιση «Ελάτε στην Καραϊβική», με τις προκλητικές καλλονές, τις υποσχέσεις και τις παραλίες, να μεταμορφώνεται σε μια ασπρόμαυρη ταμπέλα: «Παντρευτείτε και αναπαραχθείτε». Το «Δημιουργούμε ένα περιβάλλον κομπιούτερ» γίνεται «Υπακούστε». Από παντού τον κυκλώνουν επιγραφές με εντολές: «Όχι ανεξάρτητη σκέψη», «Καταναλώστε», «Βλέπετε τηλεόραση», «Αγοράστε», «Μείνετε κοιμισμένοι», «Μην αμφισβητείτε την εξουσία». Όσο για το δολάριο, είναι ένα λευκό χαρτί, με τη στάμπα: «Αυτός είναι ο Θεός σου».

Με αυτό το πανέξυπνο εύρημα, ο Κάρπεντερ φέρνει στο φως την αληθινή φύση της κυρίαρχης ελίτ, που απεικονίζεται αλληγορικά ως μια φυλή εξωγήινων. Η μόνη «αξία» τους είναι η κτηνώδης, ακόρεστη δίψα για τον πλούτο και την κατανάλωση, που τους κατευθύνει σαν εντελώς απάνθρωπα και αδίστακτα ρομπότ, κάτι που υπογραμμίζεται διαρκώς, ιδιαίτερα όμως στη σκηνή στο σούπερ μάρκετ, όταν αντιλαμβάνονται ότι ο Νάντα μπορεί να τους διακρίνει και καλούν την ελεγχόμενη από αυτούς αστυνομία να αναλάβει δράση. Εκτός από τους κυβερνώντες –που δεν εμφανίζονται σχεδόν ποτέ, εκτός από μια σύντομη αλλά σημαντική παρεμβολή στην ίδια σκηνή, όταν ο Νάντα παρακολουθεί έναν πολιτικό - ζόμπι να μιλά στην τηλεόραση γύρω από το πνεύμα κατανόησης και ανοχής που διέπει την αμερικάνικη κοινωνία, κάτω από την επιγραφή «Υπακούστε»– τα ζόμπι περιλαμβάνουν στις τάξεις τους αστυνομικούς, μπίζνεσμεν, βαριεστημένους μικροαστούς και ανθρώπους του θεάματος. Ακόμη πιο έξυπνα, ο Κάρπεντερ τοποθετεί το αρχηγείο τους σε ένα τηλεοπτικό σταθμό, το Κανάλι 54 (υπαινιγμός ίσως για το κακόφημο Στούντιο 54, τη γνωστή γιάπικη ντίσκο της δεκαετίας του ’80), μέσω της ειδικής κεραίας του οποίου, πηγαινοέρχονται με υπερφωτεινή ταχύτητα από τον πλανήτη τους στον κόσμο μας, μια ξεκάθαρη αναφορά στο ρόλο των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης και του star system στην πλύση εγκεφάλων.

Ο ρόλος των μίντια

Το κανάλι ελέγχει ασφυκτικά την πληροφόρηση που επιτρέπεται να έχει ο κόσμος. Βέβαια, σποραδικά ο πειρατικός σταθμός των επαναστατών κάνει την εμφάνισή του στην οθόνη, για να χαθεί ξανά μέσα στα παράσιτα που του παρεμβάλλουν. Ο ομιλητής, ένας κήρυκας με κάπως φανατική όψη, στιγματίζει με ζήλο τους σατανικούς δυνάστες: «Οι φτωχοί και οι εξαθλιωμένοι αυγαταίνουν. Μας έχουν κάνει αδιάφορους, προς τους εαυτούς μας, προς τους άλλους, κοιτάζουμε μόνο το δικό μας κέρδος. Αυτή είναι η κύρια μέθοδος επιβίωσής τους. Να μας κρατούν κοιμισμένους, να μας κρατούν εγωιστές, να μας κρατούν ναρκωμένους Ανατρεφόμαστε για τη δουλεία… Ανεβοκατεβάζουν κυβερνήσεις. Αλλάζουν το κλίμα. Είναι οι ιδιοκτήτες μας, οι δυνάστες μας».

Μέσα από τέτοιες επιγραμματικές «ατάκες», λίγο σχηματικές αλλά και περιεκτικές, απεικονίζεται η ουσία της κοινωνικής κατάστασης. Ωστόσο, πέρα από το άμεσο μήνυμά της, η ταινία κινείται και σε ένα δεύτερο, βαθύτερο επίπεδο, που αναπτύσσει τη δυναμική της σύγκρουσης ανάμεσα στους καταπιεστές και τους επαναστάτες.

Όταν ο Νάντα συνειδητοποιεί την πραγματικότητα, αποφασίζει να πάρει το νόμο στα χέρια του. Μπαίνει σε μια τράπεζα και αρχίζει να πυροβολεί τα ζόμπι. Οι εξωγήινοι τον εντοπίζουν, αλλά κατορθώνει να διαφύγει και καταφεύγει στο σπίτι της Χόλι, ενός ανώτερου στελέχους στο Κανάλι 54. Εκείνη δεν γνωρίζει τι συμβαίνει και, περνώντας τον για τρελό, τον εκπαραθυρώνει βίαια όταν βρίσκει μια ευκαιρία, οπότε επιστρέφει σε άσχημα χάλια στο χώρο της δουλειάς του. Εκεί συναντά τον νέγρο φίλο του, τον Φρανκ, που έχει μάθει στο μεταξύ ότι καταζητείται, και προσπαθεί να του ανοίξει τα μάτια, αποκαλύπτοντάς του τους λόγους της παράξενης συμπεριφοράς του. Μα εκείνος, αν και προθυμοποιείται να τον βοηθήσει προσφέροντάς του τις λιγοστές οικονομίες του, αντιστέκεται και αρνείται να φορέσει τα γυαλιά. Ο διάλογός τους είναι αποκαλυπτικός:

Φρανκ: Δεν θέλω να δω τίποτα. Έχω οικογένεια και παιδιά.

Νάντα: Προσπαθώ να σε σώσω, εσένα και την οικογένειά σου.

Φρανκ: Εσύ δεν έσωσες τη δική σου.

Νάντα: Βάλε τα γυαλιά. Δεν θέλω να παλέψουμε.

Φρανκ: Δεν θέλω να μπλέξω.

Μέσα στο γενικό συμβολισμό του έργου, οι ήρωες δεν αποτελούν τόσο άτομα, όσο ενσαρκώσεις των κοινωνικών ομάδων. Εάν ο Νάντα εκπροσωπεί τη συνειδητή πρωτοπορία, ο Φρανκ είναι ο καθυστερημένος, απλοϊκός ακόμη εργάτης, που προσπαθεί να κρατηθεί παράμερα, νομίζοντας ότι έτσι θα γλιτώσει τα προβλήματα:

Νάντα: Είσαι εργάτης. Έλα να δεις την επανάσταση.

Φρανκ: Παράτα τα, φίλε. Δεν αφορά εμένα ή εσένα. Θέλω να κρατήσω τη δουλειά μου. Κάνε το ίδιο.

Νάντα: Η λευκή γραμμή είναι στη μέση του δρόμου. Κινδυνεύεις.

Ακολουθεί η μακριά σκηνή του καβγά τους, όταν ο Νάντα θα κοντέψει να σκοτώσει τον νέγρο φίλο του για να τον αναγκάσει να φορέσει τα γυαλιά. Σκηνή με βαθύ νόημα: η πρωτοπορία πρέπει να δείξει σιδερένια επιμονή, ώστε και η υπόλοιπη τάξη να παραδεχτεί την αλήθεια, μετά από μια διαδικασία μακρόχρονη και επώδυνη. Αιμόφυρτοι οι δυο φίλοι ξαναμονιάζουν και η πραγματικότητα γίνεται αντιληπτή στον Φρανκ, μόλις φορά τα γυαλιά. «Ήρθαν εδώ για το κέρδος. Πολλοί ξεπουλιούνται και ξαφνικά παίρνουν προαγωγή. Νέα σπίτια. Λεφτά», του εξηγεί ο Νάντα.

Η άνοδος των εξωγήινων απεικονίζεται έξοχα. Σε όλους τους χώρους, τράπεζες, αστυνομία, τηλεόραση, βλέπουμε να συνυπάρχουν δίπλα-δίπλα οι κανονικοί άνθρωποι και οι εξωγήινοι –οι έντιμοι και οι αχρείοι, ο πολύς κόσμος και τα τσιράκια του συστήματος– χωρίς οι τελευταίοι να γίνονται αντιληπτοί στους πρώτους. Όμως οι εξωγήινοι προχωρούν μεθοδικά και παντού εδραιώνουν τις θέσεις και την εξουσία τους. Όταν οι επαναστάτες κατορθώνουν κάπως να οργανωθούν, μια δεύτερη φονική αστυνομική επίθεση στο κρησφύγετό τους, εξολοθρεύει τους περισσότερους από αυτούς.

Τελικά, οι δυο ήρωες, που μόλις καταφέρνουν να ξεφύγουν, με μια ειδική συσκευή που χρησιμοποιούν τα ζόμπι, θα εισχωρήσουν στο άντρο τους, την έδρα του Καναλιού 54, όπου θα βρεθούν μπροστά σε μια σύναξη των νεόπλουτων. «Σε λίγα χρόνια», προφητεύει ο ομιλητής, «όλος ο πλανήτης θα είναι υπό την κυριαρχία μας. Τα κέρδη είναι πολλά. Το κεφάλαιο όσων είστε εδώ αυξήθηκε αυτή τη χρονιά κατά 39%. Το τρομοκρατικό δίκτυο εξαρθρώθηκε», αναγγέλλει υπό το βροντερό χειροκρότημα των παρευρισκόμενων.  

Όταν ο Νάντα και ο Φρανκ αρχίζουν να πυροβολούν τους φρουρούς για να εισχωρήσουν στην απαγορευμένη ζώνη του καναλιού, ένας από τους κατεργάρηδες προσπαθεί να τους μεταπείσει: «Ξέρουν τι κάνουν, πιστέψτε με. Κάνετε μεγάλο λάθος. Είναι μόνο μπίζνες. Δεν υπάρχουν πια χώρες. Ο πλανήτης τους ανήκει. Κακό είναι το κέρδος; Θα μας δώσουν λεφτά. Ξεπουλιόμαστε κάθε μέρα. Εγώ θα πάω με τους νικητές». Πάνε να τον πυροβολήσουν και αυτόν, μα ξεφεύγει χρησιμοποιώντας το ειδικό ρολόι, που επιτρέπει στους εξωγήινους να εξαφανίζονται.

Ένα εξαιρετικό φινάλε

Το νόημα του έργου συνοψίζει η τελική σκηνή, όταν οι δυο φίλοι ανεβαίνουν στην ταράτσα για να καταστρέψουν την κεραία που κάνει τους εξωγήινους να φαίνονται σαν κανονικοί άνθρωποι. Η Χόλι, η οποία στο μεταξύ έχει μάθει την αλήθεια για τους εξωγήινους και συναντηθεί άλλη μια φορά με τον ήρωα στο παράνομο κίνημα, τους οδηγεί. Όμως τα γεγονότα αποδεικνύουν ότι, αν και δεν μοιάζει με τους εξωγήινους (με τα γυαλιά φαίνεται κανονική), τους ανήκει ψυχικά. Πυροβολεί τον Φρανκ και, ενώ εκείνος είναι έτοιμος να καταστρέψει τη μηχανή, απειλεί πισώπλατα τον Νάντα με το όπλο της. «Μην το κάνεις. Δεν μπορείς να νικήσεις».

Αρχικά εκείνος αιφνιδιάζεται, αλλά καταφέρνει να τραβήξει ένα πιστόλι πίσω από τη ζώνη του και τη σκοτώνει. Στο τέλος ο ήρωας πέφτει νεκρός, κτυπημένος από ένα ελικόπτερο των εξωγήινων, αλλά προλαβαίνει πρώτα να καταστρέψει την κεραία. Έτσι οι εξωγήινοι δυνάστες γίνονται αντιληπτοί και ξεσκεπάζονται. Στον κωμικό επίλογο, βλέπουμε τους νικητές των όσκαρ ως ζόμπι πια να δίνουν συνέντευξη, μη ξέροντας ότι έχουν γίνει αντιληπτοί («όλο αυτό το σεξ, όλη αυτή η βία», διαμαρτύρονται προσποιητά), και έναν γιάπη-ζόμπι να απορεί μπροστά στη γκόμενα που τον κοιτάζει με αηδία: «Τι τρέχει, μωρό μου;»

Η εκφραστική και πληθωρική Χόλι είναι τελικά η ενσάρκωση του αμερικάνικου ονείρου, των αυταπατών του ήρωα ότι μπορεί να ικανοποιήσει τις ανθρώπινες ανάγκες του μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα. Μόνο αφού τη σκοτώσει, λοιπόν, απελευθερώνοντας τον εαυτό του από τις αυταπάτες, θα είναι ικανός να εκπληρώσει την αποστολή του. Και ο χαμός του αμέσως μετά έχει ένα σκληρό αλλά γνήσιο ρεαλισμό. Η πρωτοπορία θυσιάζεται, υφιστάμενη τις δυσκολίες του αγώνα, αλλά χάρη στις προσπάθειες και τη θυσία της ανοίγουν τα μάτια του κόσμου.

Με αυτή τη σκηνή το «Ζουν ανάμεσά μας» υψώνεται από μια εύστοχη καταγγελία σε ένα πραγματικό αριστούργημα. Αν αντίθετα ο Κάρπεντερ είχε δώσει ένα διαφορετικό τέλος –βάζοντας τους πρωταγωνιστές να θριαμβεύουν σε ένα happy end ή ακόμη και να σκοτώνονται από τους εξωγήινους αντί για τη Χόλι– το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα θα ήταν αισθητά κατώτερο. Γιατί η Χόλι δεν είναι μόνο οι αυταπάτες του ήρωα αλλά και η εσωτερική του αβεβαιότητα. Στη φράση της «Δεν μπορείς να νικήσεις», καταγράφεται η πεμπτουσία της κυρίαρχης ιδεολογίας, η ικανότητά της να δημιουργεί σύγχυση και παθητικότητα, διαβρώνοντας καθημερινά τις συνειδήσεις. Αν, λοιπόν, αυτή η καίρια στιγμή είχε αγνοηθεί, το έργο θα έχανε σε δύναμη και πειστικότητα, γιατί θα έμενε αναπάντητο το πιο καίριο ερώτημα: είναι ικανή η εργατική τάξη να ξεπεράσει αυτή την ολέθρια επίδραση;

Το αληθινά εκπληκτικό είναι ότι ενώ άλλοι συμβολισμοί, όπως η σύγκριση των εξωγήινων με τους ρεπουμπλικάνους και τους γιάπηδες, γίνονται από τον δημιουργό συνειδητά, η κορύφωση του έργου προκύπτει διαισθητικά, χωρίς καθαρή επίγνωση της σημασίας της. Ο ίδιος ο Κάρπεντερ σε συνεντεύξεις του, απέτυχε να δώσει αυτή την ερμηνεία, κινούμενος στο πλαίσιο των χριστιανικών ιδεών της θυσίας και των θεμάτων της μεταφυσικής, που τον απασχολούν σε άλλα έργα του.

Αντιδραστικές κριτικές

Περιττό να πούμε, οι απολογητές του κατεστημένου, αισθανόμενοι τη σπουδαιότητα της ταινίας ως μιας συντριπτικής κριτικής του προσφιλούς τους καπιταλιστικού συστήματος, έκαναν κάθε προσπάθεια να τη θάψουν. Κάνοντας τα πράγματα χειρότερα, μερικές φορές ακόμη και προοδευτικοί σχολιαστές έχουν αποτύχει να εκτιμήσουν το νόημα κρίσιμων σκηνών και λεπτομερειών.

Για να περιοριστούμε σε μερικά παραδείγματα, ο Μάικ Κλαρκ του USA Today έχει τη γνώμη ότι «το “Ζουν ανάμεσά μας” πεθαίνει από τη στιγμή που ο Κάρπεντερ επιτρέπει 10 λεπτά δωρεάν για τέρψη οφθαλμών καβγά ανάμεσα στον Νάντα και τον Φρανκ, ένα δώρο όπως φαίνεται στους οπαδούς της πάλης. Ξεχάστε τη διασκεδαστική υπόθεση, ένα γεμάτο καφάσι μαγικά γυαλιά δεν μπόρεσαν να την κάνουν μια υποφερτή ταινία»3. Μια παρόμοια άποψη συμμερίζεται ο Πίτερ Στακ του San Francisco Chronicle: «Τυπικό μερικών από τις αυθαίρετες στιγμές σε αυτή την ταινία είναι το μακράς διάρκειας γρονθοκόπημα ανάμεσα στον ήρωα και τον Φρανκ, που σχεδόν σκοτώνουν ο ένας τον άλλο επειδή ο Φρανκ είναι πολύ περήφανος για να δοκιμάσει τα μαγικά σκοτεινά γυαλιά. Είναι εντελώς ηλίθιο»4.

Ακόμη πιο εχθρικός είναι ο Ρίτσαρντ Χάρινγκτον της The Washington Post: «Ακόμη και για επιστημονική φαντασία, η πλοκή με τα πλάσματα που κυκλοφορούν ανάμεσά μας είναι τόσο παλιά που θα έπρεπε να χρονολογηθεί με τη μέθοδο του άνθρακα. Ω, ασφαλώς, ο σκηνοθέτης Τζον Κάρπεντερ επιστρατεύει το βαρύ πυροβολικό της κοινωνικής συνάφειας και των πολιτικών υπονοούμενων, αλλά δεν χρειάζεται εμβάθυνση για να καταλάβεις ότι δεν έχει ούτε μια ένδειξη για το τι να κάνει με αυτό, ή το ταλέντο για να του δώσει ζωή… Η πλοκή του “Ζουν ανάμεσά μας” είναι γεμάτη μαύρες τρύπες, το παίξιμο των ηθοποιών είναι άθλιο, τα εφέ είναι δεύτερης κατηγορίας. Στην πραγματικότητα, το πράγμα είναι τόσο παράλογο, που κάνει ακόμη και το “V” να μοιάζει με “θεατρικό αριστούργημα”»5.

Αυτές οι άδικες και μηδενιστικές κριτικές είναι εύκολα κατανοητές. Το κίνητρό τους θα βρεθεί στην αίσθηση των αντιδραστικών σχολιαστών ότι τελικά οι ίδιοι είναι τα ζόμπι που τόσα εύστοχα και οξυδερκώς σατιρίζονται στην ταινία. Αυτό ακριβώς το αίσθημα εκείνων που όχι μόνο δεν καταλαβαίνουν, αλλά και δεν θέλουν από συμφέρον να καταλαβαίνουν, παρακινεί τη γεμάτη μίσος περιφρόνησή τους και όχι οποιαδήποτε έγνοια να δείξουν πραγματικές αδυναμίες του έργου, οι οποίες, αν υπάρχουν, είναι εντελώς δευτερεύουσες.

Περνώντας σε έναν πιο αντικειμενικό κριτικό, ο Γκ. Μακ Ρέντι, επαινώντας την κριτική του καπιταλισμού, θεωρεί ότι, μετά τη σκηνή που ο Νάντα παίρνει τον νόμο στα χέρια του, «ο Κάρπεντερ αποτυχαίνει να βγάλει κάτι από την ταινία… Ο χαρακτήρας της Μεγκ Φόστερ είναι σχεδόν εντελώς άσχετος και εξωτερικός. Δεν υπηρετεί κανένα σκοπό… Η μακριά σκηνή του ξυλοδαρμού ανάμεσα στο Νάντα και τον Φρανκ υποτίθεται πως είναι αστεία, αλλά δεν είναι. Απλά φαίνεται παράξενη… Ο λόγος του τσακωμού είναι ηλίθιος»6. Παρόμοια παράπονα έχουν εκφραστεί από άλλους, που βρίσκουν το χαρακτήρα του Νάντα πολύ τραχύ και τις παρατηρήσεις του –όπως η φράση του όταν εισβάλλει στην τράπεζα, «Ήρθα εδώ να μασήσω τσίχλα και να κλωτσήσω κώλους και η τσίχλα μου τέλειωσε»– πολύ πρωτόγονες.

Στην πραγματικότητα, αυτές είναι οι ζωτικές καινοτομίες του Κάρπεντερ απέναντι στη νουβέλα του Ρέι Νέλσον Eight o’ Clock in the Morning, στην οποία στηρίχτηκε το έργο. Τέτοιες καινοτομίες, έχοντας ένα βαθύ, κρυφό νόημα, είναι εφικτές μόνο σε έναν μεγάλο δημιουργό. Το να λες, λοιπόν, ότι ο καβγάς ανάμεσα στον Νάντα και τον Φρανκ στερείται νοήματος ή ο χαρακτήρας της Χόλι είναι άσχετος και εξωτερικός είναι σαν να λες, «Δεν κατάλαβα τίποτα», και να περηφανεύεσαι γι’ αυτό.

Από την άλλη μεριά, ο Κάρπεντερ δεν υπερβάλλει τους χαρακτήρες του, αλλά παρουσιάζει τους εργάτες με ρεαλισμό, όπως είναι όντως στην καπιταλιστική κοινωνία, που εμποδίζει να αποκτήσουν λεπτά γούστα. Βέβαια, αναδεικνύει ταυτόχρονα την ακεραιότητα της εργατικής τάξης, το ότι δεν προσφεύγει στην άσκοπη βία ούτε διακατέχεται από τυφλή εκδικητικότητα– για παράδειγμα, στη σκηνή όπου ο Νάντα αφήνει να φύγει ένας αστυνομικός που δεν είναι ζόμπι όπως οι άλλοι αλλά κανονικός άνθρωπος ή στην πηγαία αλληλεγγύη μεταξύ των εργατών στη σκηνή της επίθεσης της αστυνομίας.

Σε ερώτηση αν η προσέγγισή του έχει κάποια σχέση με τον μαρξισμό, ο Κάρπεντερ απάντησε αρνητικά. Παρ’ όλα αυτά, το «Ζουν ανάμεσά μας» δεν παύει να είναι μια από τις πιο μαρξιστικές ταινίες στην ιστορία της έβδομης τέχνης. Αν και εμφανίστηκε 30 σχεδόν χρόνια πριν, παραμένει και θα παραμένει επίκαιρο ωσότου τα κοινωνικά δεινά που απεικονίζει τόσο επιδέξια και παραστατικά απομακρυνθούν με την επαναστατική αλλαγή της κοινωνίας.

Σημειώσεις

  1. Το νόημα του αγγλικού τίτλου αποκαλύπτεται σε μια από τις αρχικές σκηνές της ταινίας, όταν ο ασυνειδητοποίητος ακόμη Νάντα, έρχεται φάτσα με ένα σύνθημα στον τοίχο, «They live, we sleep», «Αυτοί ζουν, εμείς κοιμόμαστε».  
  2. Το όνομα του ήρωα στην ταινία είναι Τζον Νάντα, αλλά στις κριτικές χρησιμοποιείται το Νάντα και αυτό κρατάμε κι εμείς. Τον υποδύεται ο Ρόντι Πίπερ, ένας παλαιστής και σόουμαν, όχι επαγγελματίας ηθοποιός, ο οποίος απεβίωσε πέρυσι μετά από πολύχρονη ασθένεια.
  3. USA Today, 7 Νοέμβρη 1988
  4. Βλέπε http://www.metacritic.com/video/titles/theylive.
  5. Βλέπε http://www.washingtonpost.com/wp-srv/style/longterm/movies/videos/theylive.htm.
  6. Βλέπε http://www.eyeforfilm.co.uk/review/they-live-film-review-by-gator-macready/.

*Ο Χρήστος Κεφαλής είναι μέλος της ΣΕ της Μαρξιστικής Σκέψης.

Εγγραφή στο newsletter του PoliticalDoubts.

YOUR OPINION

Το ΚΑΣ αποφάσισε να μην διατεθεί το μνημείο του Παρθενώνα για εκδήλωση οίκου μόδας:

Συμφωνώ. Η προστασία των μνημείων θα πρέπει να είναι απόλυτη
70.2%
Μάλλον διαφωνώ. Θα μπορούσαν να τεθούν αυστηρότεροι όροι.
8.7%
Διαφωνώ με την απόφαση. Δεν μπορεί να χάνονται ευκαιρίες προβολής της χώρας
14.9%
Συμφωνώ να μην διατεθεί ο Παρθενώνας. Δεν θα είχα αντίρρηση αν επρόκειτο για άλλον αρχαιολογικό χώρο
6.1%
Η ψηφοφορία για αυτό το δημοψήφισμα έχει λήξει

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση