Κοινωνία 14/03/2015

«Η γυναίκα απ’ τα παλιά»: ένα έργο για τα διλήμματα της ατομικότητας

Τα ερωτήματα και η τύχη των ηρώων γίνονται αφορμές κάθαρσης από ανάλογες συγκρούσεις που έχουν βιωθεί από τον καθένα.
Τα διλήμματα και τις συγκρούσεις ανάμεσα στο όνειρο και τη συμβατικότητα, το ιδανικό και την κομφορμιστική προσαρμογή, ψηλαφεί το ιδιαίτερα ενδιαφέρον έργο του Ρόλαντ Σιμελπφένιχ «Η γυναίκα απ’ τα παλιά». Ένα έργο που ανεβάζεται αυτό τον καιρό στο Θέατρο Πορεία από την ομάδα Kammerspiel σε σκηνοθεσία της Έλενας Καρακούλη.

Η αλήθεια είναι ότι η αναγκαστικά συνοπτική παρουσίαση της υπόθεσης στην κεντρική σελίδα στο σάιτ του Θεάτρου Πορεία –«Ένα έργο για τον χρόνο που σαρώνει στο πέρασμα του, για το εφήμερο του έρωτα και το απόλυτο της εφηβείας, για τους συμβιβασμούς της ενηλικίωσης και τις δεσμεύσεις της ζωής, αλλά και κυρίως για την πίστη στο όνειρο»– αδικεί μάλλον το έργο. Προδιαθέτει για κάτι τετριμμένο, στην καλύτερη περίπτωση για μια κάπως διαφορετική παραλλαγή σε θέματα που έχουν χιλιοειπωθεί και εξαντληθεί. Ωστόσο, η προσέγγιση του Σιμελπφένιχ κάθε άλλο παρά τετριμμένη είναι.

Το έργο στην πραγματικότητα δεν καταπιάνεται με την πίστη στο όνειρο γενικά ούτε έχει την πρόθεση να υμνήσει αυτή την πίστη και τη νεανική αθωότητα ως αντίδοτο στον κομφορμισμό και τις εκπτώσεις της ωριμότητας. Αυτό που μας λέει ο Σιμελπφένιχ είναι ότι όταν μένουμε σε μια αφηρημένη, απόλυτη και στατική «πίστη στο όνειρο», τότε στην πραγματική ζωή η πίστη μετατρέπεται αναπόδραστα σε κενό γράμμα και το όνειρο σε εφιάλτη. Και ότι αυτού του είδους η πίστη στο όνειρο είναι τελικά ένας ψευδής αντίποδας της συμβατικότητας. Δεν πρόκειται, ωστόσο, για μια ηθικοπλαστική διδαχή, αλλά για μια αίσθηση που δημιουργείται εμπρόθετα αλλά και αβίαστα στο θεατή μέσα από την πλοκή του έργου.

Μια μεσοαστική οικογένεια, μετά από 19 χρόνια γάμου, μετακομίζει σε μια άλλη χώρα. Ο Φρανκ, ο πατέρας (Νίκος Ψαρράς), η Κλαούντια, η γυναίκα του (Μαρία Ζορμπά) και ο νεαρός γιος τους, ο Άντι (Χάρης Τζωρτζάκης) πακετάρουν τα τελευταία πράγματά τους. Τότε θα εισβάλλει αναπάντεχα στο σπίτι η Ρόμι (Στεφανία Γουλιώτη), η πρώτη αγάπη, όπως αποδεικνύεται, του Φρανκ, την οποία είχε αποχωριστεί πριν από 24 χρόνια. Σημαδιακά, την ίδια αυτή μέρα πρόκειται να χωρίσουν, λόγω της μετακόμισης, ο Άντι και η Τίνα, η φίλη του (Ηλιάνα Μαυρομάτη).

Η ιστορία ξεκινά εύθυμα και ελαφρά. Όταν η Ρόμι αναγγέλλει στον Φρανκ, «Πριν από εικοσιτέσσερα χρόνια ήμουν ο μεγάλος σου έρωτας, μου ορκίστηκες τότε ότι θα μ’ αγαπάς για πάντα. Είμαι εδώ τώρα για να σου θυμίσω αυτή την υπόσχεση», εκείνος δυσκολεύεται ακόμη και να τη θυμηθεί, ενώ η γυναίκα του πέφτει από τα σύννεφα ανακαλύπτοντας την παρουσία της παρείσακτης. Αυτό όμως είναι μόνο ένα μέσο για να δοθεί φυσικότητα στην υπόθεση και ιδιαίτερα στην αντιφατική μορφή της Ρόμι, που δεν είναι διόλου μια συνηθισμένη γυναίκα. Πρόκειται απεναντίας για μια ακραία και παράφορη προσωπικότητα, η οποία, όπως αποδεικνύεται, αν και είχε πολλές σχέσεις στη ζωή της, μένει δεμένη με την ανάμνηση της πρώτης αγνής αγάπης της, την οποία θεωρεί και ως τη μόνη αληθινή. Όχι μόνο είναι απόλυτη σε αυτή τη δέσμευση, αλλά θεωρεί πως η αγνότητα της δέσμευσης εξαγνίζει και κάθε μέσο για την εκπλήρωσή της και για το παραμέρισμα των εμποδίων στο δρόμο της.

Η συνέχεια θα είναι τραγική. Η Ρόμι θέτει αμείλικτα τον Φρανκ απέναντι στο δίλημμα να διαλέξει ανάμεσα στην τακτοποιημένη ζωή του και την αγάπη τους, απαιτώντας να παραδεχτεί ότι κάθε τι που έκανε στη ζωή του ήταν λάθος και ότι και ο γιος του ακόμη δεν έπρεπε να είχε γεννηθεί. Ο Φρανκ καλείται να αρνηθεί τα πάντα για χάρη της, ωστόσο ταλαντεύεται ανάμεσα στη σιγουριά αυτού που έχει, όσο ανούσιο και αν είναι, και την ανάμνηση της παλιάς του αγάπης που επανέρχεται σιγά-σιγά. Αλλά και όταν ακόμη συναινεί στις απαιτήσεις της Ρόμι, δεν θυμάται τους παλιούς του όρκους και τα περιστατικά της σχέσης τους, δείγμα ότι αντιπροσώπευε κάτι επιπόλαιο γι’ αυτόν. Στη συνέχεια, όταν η Ρόμι συνέρχεται από ένα κτύπημα από πέτρα στο κεφάλι, που της πέταξε ασυλλόγιστα ο Άντι, βρίσκεται αντιμέτωπη με αυτόν. Ο Άντι έχει μόλις αποχαιρετήσει την Τίνα, υποσχόμενος αιώνια αγάπη. Ωστόσο, η Ρόμι θα τον παρασύρει κάνοντάς τον να αρνηθεί τον όρκο του με ερωτικές υποσχέσεις, μόνο και μόνο για να τον στραγγαλίσει. Στο τέλος ο Φρανκ θα ανακαλύψει το πτώμα του γιου του μέσα στη βαλίτσα που ετοίμαζε για το ταξίδι τους και θα καταρρεύσει, βλέποντας όλη τη ζωή του να πηγαίνει χαμένη.

Το έργο δεν είναι μεγάλης διάρκειας, γύρω στα 75 λεπτά, και αυτό συνδέεται με τις προθέσεις του δημιουργού του. Στόχος του Σιμελπφένιχ δεν είναι να περιγράψει τις προσωπικότητες των ηρώων με κάθε λεπτομέρεια, αλλά να συμπυκνώσει την ουσία τους και να αναδείξει τα κίνητρα της συμπεριφοράς τους απέναντι σε μια αιφνίδια πρόκληση που αναστατώνει τις ζωές τους – για τον Φρανκ και την Κλαούντια η ξαφνική εμφάνιση της Ρόμι, για τον Άντι και την Τίνα ο χωρισμός τους. Περιορίζει έτσι το έργο στα απολύτως απαραίτητα επεισόδια, με τις σκηνές να διαδέχονται αλλεπάλληλα και γρήγορα.

Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι το έργο γίνεται ρηχό ή αποσπασματικό. Απεναντίας, η εστίαση σε μια κρίσιμη περίσταση επιτρέπει στον δημιουργό να αναδείξει και να τονίσει με πληρότητα στοιχεία της προσωπικότητας που θα παρέμεναν ασαφή και ανεκδήλωτα σε πιο συνηθισμένες καταστάσεις. Δημιουργεί έτσι μια πολυεπίπεδη δομή, με τις σχέσεις των ηρώων να διαπλέκονται στενά μεταξύ τους και ακόμη και τυχαία περιστατικά, όπως το ταξίδι της μετακόμισης ή το πέταγμα της πέτρας, να αποκτούν μια συμβολική σημασίαi. Το φώτισμα της στάσης των ηρώων υποβοηθιέται ισχυρά μέσα από συνεχή «φλασμπάκ», πρωθύστερα και επιστροφές σε προηγούμενες στιγμές, οι οποίες επεξηγούν σκηνές του έργου που βλέπουμε να διαδραματίζονται πρώτα. Το παίξιμο των ηθοποιών, μεστό και πειστικό, με τον καθένα να μπαίνει στο «πετσί» του ρόλου του, συνεισφέρει επίσης ουσιαστικά σε αυτό.

Ο Σιμελπφένιχ είναι ένας ρεαλιστής, προοδευτικός θεατρικός συγγραφέας και σκηνοθέτης με βαθιά επίγνωση των παραπάνω προβλημάτων. Βραβευμένος στη χώρα του και με μεγάλη απήχηση σήμερα, ιδιαίτερα στην Ευρώπη, συγκρίνει τον τόνο των έργων του με τις ρεαλιστικές παραγωγές του Εντέν Χόρβατ, του Αυστροουγγαρέζου κριτικού του φασισμού και του μικροαστισμού στο Μεσοπόλεμο. Στο στόχαστρό του μπαίνουν συχνά οι σύγχρονες αξίες του κόσμου των πολυεθνικών, όπως συμβαίνει στο «Push Up 1-3», ένα καυστικό σχόλιο για την αρχή της επιτυχίας που ρυθμίζει τις ζωές των μάνατζερ και των υφισταμένων τους. Αναφερόμενος σε ένα άλλο έργο του, τo «H Πέγκι Πίκιτ βλέπει το πρόσωπο του Θεού», όπου χρησιμοποιεί δυο ζευγάρια, δυο κούκλες και δυο παιδιά σε μια νύχτα μεθυσιού για να στοχαστεί πάνω στις σχέσεις Ευρώπης και Αφρικής, παρατηρεί: «Είναι ευκολότερο να περιγράφεις την πραγματικότητα μαρκάροντας τα άκρα αυτού που είναι αληθινό… Ένα θεατρικό έργο είναι πολύ συμπυκνωμένο… [όταν] ξέρεις τι θέλεις μπορεί να πηγαίνει πολύ γοργά»ii. Το παιγνίδι ανάμεσα στο εύθυμο και το τρομακτικό είναι ένα προσφιλές μοτίβο του, το μέσο που χρησιμοποιεί για να συνδυάζει την αμεσότητα με την αφαίρεση.
Πού όμως υπεισέρχεται το κοινωνικό στη «Γυναίκα απ’ τα παλιά»;

Αν το δούμε επιφανειακά, θα έπρεπε να πούμε: πουθενά. Οι ήρωες είναι εξατομικευμένες ανθρώπινες υπάρξεις, χωρίς να μας κοινοποιείται τίποτα για τις κοινωνικές ιδιότητες και τους ρόλους τους. Ο Φρανκ, η Κλαούντια και η Ρόμι λειτουργούν ατομικιστικά, κυνηγώντας τα ιδιαίτερα συμφέροντα και τις επιδιώξεις τους, όπως τα κατανοεί ο καθένας, ενώ ο Άντι και η Τίνα, για τους οποίους δεν ισχύει ακόμη αυτό, συμπεριφέρονται πάνω-κάτω όπως οι έφηβοι της ηλικίας τους.

Αλλά εδώ ακριβώς βρίσκεται το κοινωνικό στοιχείο, που θίγει έμμεσα μέσα από τις ατομικές στάσεις των ηρώων του ο Σιμελπφένιχ. Γιατί η εξατομικευμένη, εγωκεντρική και τακτοποιημένη ύπαρξη που βιώνουν ο Φρανκ και η Κλαούντια, δεν είναι κάτι περιστασιακό και στενά ατομικό. Ανταποκρίνεται πλήρως στο πνεύμα του καπιταλισμού και τις κυρίαρχες αστικές αξίες, που προκρίνουν το συγκεκριμένο είδος ύπαρξης ως το κοινωνικά ιδεώδες και επιθυμητό. Αυτό γίνεται έντονα αισθητό όταν η Ρόμι περιγράφει στον Φρανκ τη συμβατική ζωή του, μια ζωή στην οποία το κάθε τι μετριέται συμφεροντολογικά υπολογίζοντας τις συνέπειές του, και τον καλεί να την αρνηθεί στο όνομα του παλιού τους έρωτα. Και το ερώτημα που θέτει το έργο, πέρα από την κατάδειξη του αδιεξόδου των κυρίαρχων προτύπων, είναι αν υπάρχει κάποια εναλλακτική επιλογή, και σε ποια κατεύθυνση μπορεί να αναζητηθεί.

Εκ πρώτης όψης θα μπορούσε να νομιστεί ότι η Ρόμι αντιπροσωπεύει αυτή την εναλλακτική επιλογή. Κατόπιν όλων είναι ο αντίποδας όσων ενσαρκώνουν ο Φρανκ και η Κλαούντια: προσηλωμένη στο ιδανικό της νιότης της, αρνείται να υποχωρήσει από αυτό και να αποδεχτεί τη συμβατικότητα.

Ωστόσο, ο Σιμελπφένιχ το αρνείται αυτό. Μας δείχνει ότι η Ρόμι δεν πρεσβεύει τελικά μια άλλη στάση, γιατί κατά βάθος είναι προσηλωμένη στο ιδανικό με τον ίδιο ατομικιστικό, εγωκεντρικό τρόπο που ο Φρανκ και η Κλαούντια προσηλώνονται στην κοινότυπη αστική τους ύπαρξη. Γι’ αυτήν το νεανικό όνειρό της έχει γίνει ένας αυτοσκοπός αποκομμένος από τη ζωή, μια έμμονη ιδέα, την οποία επιζητεί να ικανοποιήσει για λόγους αυτοδικαίωσης μάλλον, παρά από οποιοδήποτε ενδιαφέρον που διατηρεί για τον Φρανκ. Το ιδανικό της είναι ένα απόλυτο που αντιπαρατίθεται στο πραγματικό και έχει γίνει έτσι ένα μέσο απόρριψης του πραγματικού, μια φαντασίωση που στο όνομα της καθαρής εκπλήρωσης καθιστά αδύνατη εκ των προτέρων κάθε πραγματική εκπλήρωση.

Η Ρόμι διεκδικεί μια ανόθευτη, αδιαφοροποίητη από το χρόνο εκπλήρωση της νεανικής της επιθυμίας για γνησιότητα. Κάτι τέτοιο θα ήταν αδύνατο ακόμη και σε μια ιδανική κοινωνία, καθώς η ενηλικίωση προσθέτει νέα στοιχεία σε κάθε άνθρωπο, έτσι που μόνο μια διαφοροποιημένη εκπλήρωση θα ήταν δυνατή. Αλλά στις συνθήκες μιας κοινωνίας που υποδαυλίζει και γιγαντώνει τον ατομικισμό ακόμη και αυτή η διαφοροποιημένη εκπλήρωση δεν είναι δυνατή, τουλάχιστον με πληρότητα. Εκείνο που πραγματικά μπορεί να επιτύχει κανείς είναι να διασώσει ένα ουσιώδες μέρος της ευαισθησίας του και να εκπληρώσει αυτό το μέρος.

Ο Φρανκ έχει πιθανά διασώσει κάτι από τη νεανική του ευαισθησία. Αλλά αυτό το κάτι δεν αρκεί για να θεμελιωθεί μια στέρεη ανθρώπινη στάση, όπως φανερώνουν οι διαρκείς αμφιταλαντεύσεις του. Η Ρόμι, από την άλλη, απορρίπτει εκ των προτέρων κάθε μερική, νοθευμένη στάση, αρνούμενη ακόμη και να εξετάσει τη δυνατότητά της. Και όμως, η δέσμευσή της στην καθαρή, αμόλυντη αθωότητα δεν διαφέρει από τη δέσμευση στην καθαρή ανηθικότητα. Στην πράξη αποδεικνύεται κατώτερη ακόμη και από το «κάτι» του Φρανκ.

Αυτή η πλευρά υπογραμμίζεται από τη σύγκριση, που υποβάλλει το έργο, ανάμεσα στη σχέση του Άντι και της Τίνας και εκείνη του Φρανκ και της Ρόμι, αλλά και από τη στάση της Ρόμι απέναντι στον Άντι. Πραγματικά, οι δυο σχέσεις, αν και φαινομενικά παράλληλες, είναι άρρηκτα συνυφασμένες, όχι μόνο επειδή η πρώτη αναπαράγει τη δεύτερη στον παρόντα χρόνο, αλλά και επειδή ο Άντι και η Τίνα βρίσκονται στο ίδιο ακριβώς σημείο που είχαν βρεθεί ο Φρανκ και η Ρόμι πριν 24 χρόνια, απέναντι στον άμεσα επικείμενο χωρισμό. Και αυτό με τη σειρά του δίνει μια πρόσθετη βαρύτητα στον τρόπο που η Ρόμι θα αντιμετωπίσει τον Άντι.

Ο Σιμελπφένιχ αξιοποιεί αριστοτεχνικά εδώ το μοτίβο της επανάληψης, που με ανορθολογικό πνεύμα, μια γενίκευση του απόλυτου πνεύματος της Ρόμι, είχε εισάγει στην παρακμιακή αστική φιλοσοφία ο Κίρκεγκορ. Ο Άντι είναι κατά βάση ένα αντίγραφο του πατέρα του και αντιμετωπίζει το χωρισμό με την κοπέλα του με τον ίδιο επιπόλαιο τρόπο που είχε αντιμετωπίσει κάποτε το χωρισμό με τη Ρόμι ο Φρανκ: ως μια ευκαιρία για συναισθηματικές εξάρσεις και όρκους που δεν σημαίνουν πολλά γι’ αυτόν. Αν όμως συγκρίνουμε την Τίνα με τη Ρόμι, παρουσιάζεται ανάγλυφα η χαώδης διαφορά τους. Βέβαια, η Τίνα ενσαρκώνει αυτό που, μπορεί να υποθέσουμε, ήταν και η Ρόμι κάποτε, τη συναισθηματική σοβαρότητα, την αφοσίωση και το ρομαντισμό. Αλλά αυτό που είναι τώρα η Ρόμι δεν έχει καμιά σχέση με αυτό που είναι η Τίνα ή με τον δικό της παλιό εαυτό. Έχει γίνει μια καρικατούρα από την οποία λείπει κάθε ανθρώπινο συναίσθημα, όπως αυτό που ένιωθε κάποτε για τον Φρανκ, και περισσεύει το ματαιόδοξο πείσμα και η εμμονή της αυτοδικαίωσης.

Όταν ρίχνεται στον Φρανκ, ο οποίος την έχει μεταφέρει σπίτι και περιποιηθεί πριν,  του θυμίζει τον όρκο που έδωσε στην κοπέλα του να της είναι αιώνια πιστός. Εκείνος της απαντά ότι ο όρκος δεν έχει σημασία και ότι τώρα προέχει η δική τους συνεύρεση. Η στάση του είναι φυσικά ισχυρά κατακριτέα, αλλά η Ρόμι, ενώ του θυμίζει το σωστό, κάνει κάθε τι που περνά από το χέρι της για να τον ξελογιάσει, ώστε να έχει έτσι τη δικαιολογία που χρειάζεται για να τον σκοτώσει. Το να προσπαθούμε να παρασύρουμε όμως με όλα τα δυνατά μέσα τους άλλους στην πτώση για να διακηρύξουμε κατόπιν την ανωτερότητά μας, είναι άραγε απόδειξη πραγματικής ανωτερότητας; Όχι μόνο δεν πρόκειται για κάτι τέτοιο, αλλά η Ρόμι σκοτώνει στο πρόσωπο του γιου αυτό που ήταν κάποτε για εκείνη ο ίδιος ο Φρανκ, ομολογώντας πως δεν έχει πια καμιά σημασία πλέον γι’ αυτήν.

Σε μια συνοπτική αλλά περιεκτική κριτική του έργου, όταν παίχτηκε το 2005 στο Λονδίνο, ο Μ. Μπίλινγκτον παρουσιάζει την αντίθεση ανάμεσα στον Φρανκ, τον Άντι και τη Ρόμι, ως μια αντίστιξη των τυπικά ανδρικών και γυναικείων ιδιοτήτων. Σε αυτό το φως, ο Φρανκ και ο Άντι αντιπροσωπεύουν την ανδρική αστάθεια, ενώ η Ρόμι τη γυναικεία αφοσίωσηiii. Νομίζουμε ότι παρά τις άλλες εύστοχες επισημάνσεις του, σε αυτό το σημείο ο Μπίλινγκτον αστοχεί. Οι ήρωες του έργου δεν έχουν τίποτα το αποκλειστικά γυναικείο ή ανδρικό στη συμπεριφορά τους, ώστε η διάσταση που επισημαίνεται μπορεί να είναι το πολύ μια εντελώς δευτερεύουσα πτυχή. Εξάλλου, στη διεθνή λογοτεχνία θα βρούμε ήρωες και ηρωίδες με αντίστροφες από τις υποτιθέμενα τυπικές ιδιότητες. Στον Υπέροχο Γκάτσμπι του Φιτζέραλντ, ο Γκάτσμπι είναι αυτός που ενσαρκώνει, με έναν ιδιόρρυθμο και διαφορετικό τρόπο, την αφοσίωση στο νεανικό όνειρο, ενώ η Ντέιζι εκείνη που έχει συμβιβαστεί.
Το πραγματικό περιεχόμενο του έργου του Σιμελπφένιχ συμπίπτει με εκείνο του Γκάτσμπι, να κάνει ένα σχόλιο πάνω στο ανέφικτο και το απατηλό της αστικής ευτυχίαςiv. Η τραγωδία της Ρόμι δεν έγκειται στο ότι είναι γυναίκα σε έναν ανδρικό κόσμο, ακόμη και αν δεχτούμε, πράγμα αμφίβολο, πως μια παρόμοια συλλογιστική υποβόσκει στο υποσυνείδητό της. Η τραγωδία της έγκειται στο ότι πολεμά τη νόθευση και το συμβιβασμό μόνο φραστικά και υποκειμενικά, όχι πρακτικά. Ένας Μαρξ θα επισήμαινε δίχως άλλο εδώ ότι η αλλαγή των ατομικών στάσεων περνά μέσα από την αλλαγή των κοινωνικών σχέσεων που τις θεμελιώνουν, έστω και αν δεν έπεται άμεσα και αυτόματα από αυτή.

Οι ήρωες του Σιμελπφένιχ είναι κοινωνικά προϊόντα, ακόμη και αν δεν έχουν άμεση συνείδηση των κοινωνικών καθορισμών της ύπαρξής τους και έχουν συνηθίσει να τους θεωρούν δεδομένους. Βέβαια, από τη στιγμή που δρουν μέσα σε ένα καθορισμένο, στρεβλωτικό κοινωνικό πλαίσιο, προάγουν με τη δράση τους τα εκμηδενιστικά επακόλουθά του, άσχετα αν υποκειμενικά τα αποδέχονται ή τα αμφισβητούν. Εδώ η μοριακή δράση τους, όπως και εκείνη μυριάδων άλλων ανθρώπων, δεν καταστρέφει μόνο την ατομική τους ζωή, αλλά και προετοιμάζει ευρύτερες καταστροφές που εκδηλώνονται μέσα στην κοινωνία όταν τα συγκεκριμένα πρότυπα επικρατούν. Από αυτή την άποψη, ο Σιμελπφένιχ προβαίνει και σε ένα έμμεσο σχόλιο και για το φασισμό και το φανατισμό, φέρνοντάς μας ακόμη στο μυαλό τη σταλινική μετατροπή του σοσιαλιστικού ονείρου σε εφιάλτη. Μας υπενθυμίζει ότι ενώ η απόσταση ανάμεσα στο ατομικό και το καθολικό είναι μεγάλη, στην πράξη διανύεται μέσα από τις αμέτρητες ατομικές ανθρώπινες πράξεις, που συνολικά προωθούν τη μια ή την άλλη κατεύθυνση.

Για τον ίδιο λόγο, δεν έχει τελικά δίκιο ο Μπίλινγκτον όταν εκτιμά ότι «η σιδερένια κλαγγή της επίλυσης» μετατρέπει το έργο σε ένα «εκρηκτικό μελόδραμα», εκφράζοντας την προτίμησή του στην αρχική ατμόσφαιρα της «ψυχολογικής απειλής» και του «μυστηρίου», που του είναι πιο προσφιλής.

Φυσικά, τα υποκειμενικά γούστα και οι κλίσεις έχουν μια αναφορικότητα σε σχέση με την αισθητική απόλαυση που προκαλεί ένα καλλιτεχνικό έργο στον δέκτη του, δεν πρέπει όμως να συσκοτίζουν την κρίση σχετικά με το χαρακτήρα του. Και η ουσία είναι ότι δεν υπάρχει τίποτα μελοδραματικό στο «Η γυναίκα απ’ τα παλιά». Απεναντίας, πρόκειται για ένα βαθιά ρεαλιστικό έργο. Η δε τελική πράξη του δεν αυθαιρετεί ούτε δημιουργεί εντυπώσεις, αλλά εξάγει το αναγκαίο αποτέλεσμα της επίδρασης των κοινωνικών συνθηκών σε ανθρώπους με την ιδιοσυγκρασία των ηρώων.

Μέσα από αυτή τη διαδρομή, ο Σιμελπφένιχ μας φέρνει αντιμέτωπους με διλήμματα που τίθενται στον καθένα, έστω και όχι με την ίδια ακραία μορφή όπως στους ήρωές του.

Ο Φρανκ και η Κλαούντια είναι βουτηγμένοι στη συμβατικότητα και τη ρουτίνα, που με αναποτελεσματικό τρόπο αμφισβητεί η Ρόμι. Τι γίνεται όμως με όσους βρίσκονται στην γκρίζα ζώνη ανάμεσα στο συμβατικό και τη γνησιότητα, όπως ο Άντι, ή που επιζητούν τη γνησιότητα όπως η Τίνα; Θα καταφέρουν να βρουν το δρόμο τους και πώς;

Ο χαμός του Άντι είναι το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της στάσης του, μια υπόμνηση ότι η επιπολαιότητα δεν μπορεί ποτέ να θεμελιώσει κάτι διαρκές. Αλλά η σοβαρότητα και η υπευθυνότητα είναι κάτι που κατακτιέται σε μια στιγμή, και μάλιστα στην εφηβεία; Δεν πρέπει να υπάρχει μια δεύτερη ευκαιρία, απέναντι σε ένα νεανικό λάθος;

Η καθολική απολυτότητα της Ρόμι, την οποία η σκηνοθέτης Έ. Καρακούλη υπογραμμίζει ως το πιο αξιοσημείωτο στοιχείο του έργου, είναι οπωσδήποτε αδιέξοδη. Πού όμως βρίσκεται η διαχωριστική γραμμή που ορίζει τη συγκαταβατικότητα και την αδιαλλαξία στις αρχές ως θεμιτές για την περίσταση συμπεριφορές;

Η Τίνα τελικά είναι η μόνη που βγαίνει εσωτερικά αλώβητη, ή τουλάχιστον όχι θανάσιμα λαβωμένη, από αυτόν τον κυκεώνα. Αλλά θα μπορέσει να παραμείνει γνήσια, ή θα γίνει και αυτή κάποτε στυγνή και αλαζονική όπως η Ρόμι; Η αδιευκρίνιστη προοπτική της θέτει την πρόκληση για τη νέα γενιά, την οποία ενσαρκώνει και η οποία καλείται να καταφέρει κάτι καλύτερο από την προηγούμενη, που ξεπεράστηκε και αποστεώθηκε.

Το ανθρώπινο δράμα παραμένει έτσι ανοικτό, με τα ζοφερά στοιχεία να υπογραμμίζονται αλλά να μην οδηγούν στην απελπισία. Και τα ερωτήματα και η τύχη των ηρώων γίνονται αφορμές κάθαρσης από ανάλογες συγκρούσεις που έχουν βιωθεί από τον καθένα.

*Ο Χρήστος Κεφαλής είναι μέλος της ΣΕ της Μαρξιστικής Σκέψης.
Περισσότερα:
Εγγραφή στο newsletter του PoliticalDoubts.

YOUR OPINION

Το ΚΑΣ αποφάσισε να μην διατεθεί το μνημείο του Παρθενώνα για εκδήλωση οίκου μόδας:

Συμφωνώ. Η προστασία των μνημείων θα πρέπει να είναι απόλυτη
70.2%
Μάλλον διαφωνώ. Θα μπορούσαν να τεθούν αυστηρότεροι όροι.
8.7%
Διαφωνώ με την απόφαση. Δεν μπορεί να χάνονται ευκαιρίες προβολής της χώρας
14.9%
Συμφωνώ να μην διατεθεί ο Παρθενώνας. Δεν θα είχα αντίρρηση αν επρόκειτο για άλλον αρχαιολογικό χώρο
6.1%
Η ψηφοφορία για αυτό το δημοψήφισμα έχει λήξει

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση