Στοχασμοί 04/12/2015

Μαρξισμός και εθνικό ζήτημα - Μέρος Α

Στα γραπτά των Μαρξ και Ένγκελς δεν θα βρούμε μια ανεπτυγμένη θεωρία για το έθνος. Δεν ασχολούνται με ερωτήματα όπως τι είναι έθνος, ποια η βάση του σχηματισμού των εθνών, κοκ. 
Το θέμα «μαρξισμός και εθνικό ζήτημα» είναι ένα ζήτημα με το οποίο έχει ασχοληθεί διεξοδικά ο Ανδρέας Κλόκε και καταθέτει μια σειρά ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες συνεισφορές στο πρόσφατα κυκλοφορημένο βιβλίο του, Επαναστατική Πολιτική, Εθνικισμός, Σοσιαλισμός. Είναι βέβαια εξαιρετικά ευρύ και σύνθετο, αλλά και ένα ζήτημα εξαιρετικής επικαιρότητας. Για να το απλοποιήσω, θα διακρίνω και θα αναφερθώ σε τρία στάδια στην ανάπτυξη της μαρξιστικής θεωρίας για το εθνικό ζήτημα.

α) Η γενική τοποθέτηση του ζητήματος από τους Μαρξ και Ένγκελς
β) Η ανάπτυξη μιας μαρξιστικής θεωρίας για το έθνος και τη συγκρότηση των εθνών κρατών στον ανερχόμενο καπιταλισμό, την οποία κυρίως χρωστάμε στον Καρλ Κάουτσκι και τον Ότο Μπάουερ.
γ) Η ανάλυση του εθνικού ζητήματος στην ιμπεριαλιστική εποχή, όπου εντοπίζεται κυρίως η συνεισφορά του Λένιν.
Καταληκτικά θα πω δυο λόγια για την εμπειρία της ΕΣΣΔ και την τοποθέτηση του ζητήματος σήμερα.
 
Μαρξ και Ένγκελς
Οι Μαρξ και Ένγκελς αρχίζουν να διαμορφώνουν τις θέσεις τους για το εθνικό ζήτημα στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1840. Στην περίοδο αυτή η προτεραιότητα των κλασικών είναι κυρίως η διαμόρφωση του ιστορικού υλισμού: ο διαχωρισμός από τον χεγκελιανισμό, το πέρασμα στον υλισμό μέσω του Φόιερμπαχ, η αντιπαράθεση στον αστικό φιλελευθερισμό των νεοχεγκελιανών και στο μικροαστικό σοσιαλισμό τύπου Προυντόν, κ.ά. Γι’ αυτό, αν και ο Μαρξ γράφει το 1843 το Εβραϊκό Ζήτημα, δεν δίνουν γενικά βαρύνουσα σημασία στο εθνικό ζήτημα. Ωστόσο, καθώς πλησιάζει η επανάσταση του 1848, οι κοινωνικές και εθνικές αντιθέσεις οξύνονται και αυτό φέρνει τους Μαρξ και Ένγκελς αντιμέτωπους με το θέμα.

Τρία σημεία της συμβολής τους πρέπει να επισημανθούν.
Το πρώτο είναι ο τονισμός του διεθνιστικού χαρακτήρα του προλεταριάτου και κομμουνιστικού κινήματος. Διάσημη είναι η φράση του Κομμουνιστικού Μανιφέστου, «οι εργάτες δεν έχουν πατρίδα». Ακόμη επιχειρηματολογούν εκεί σε υποστήριξη αυτής της θέσης τους ότι: «Οι εθνικές διαφορές και ο ανταγωνισμός μεταξύ των λαών καθημερινά εξαλείφονται όλο και περισσότερο λόγω της ανάπτυξης της αστικής τάξης, απέναντι στην ελευθερία του εμπορίου, την παγκόσμια αγορά, την ομοιομορφία του τρόπου παραγωγής». Με άλλα λόγια, υποστηρίζουν οι κλασικοί, η ίδια η ανάπτυξη του καπιταλισμού, με την παγκόσμια επέκταση της αγοράς και του εμπορίου, παραμερίζει τις εθνικές διακρίσεις και φέρνει στο προσκήνιο τις ταξικές.

Οι παραπάνω κρίσεις έχουν βέβαια το νόημα της εξακρίβωσης της μακροχρόνιας τάσης του καπιταλισμού. Δεν υποστηρίζουν ότι η τάση αυτή έχει ήδη εκπληρωθεί ή ότι δεν λειτουργούν και αντίρροπες τάσεις. Με αυτή την έννοια, δεν πρέπει να τις δούμε ως μια δήλωση ότι το εθνικό ζήτημα είναι αδιάφορο για το εργατικό κίνημα. Απεναντίας, αναγνωρίζεται στο Μανιφέστο ότι «αν και όχι στην ουσία, τουλάχιστον στη μορφή, ο αγώνας του προλεταριάτου με την αστική τάξη είναι αρχικά ένας εθνικός αγώνας», επειδή η εργατική τάξη πρέπει να ανυψωθεί σε κυρίαρχη στο επίπεδο του συγκεκριμένου έθνους. Βέβαια αυτή η πρόταση δεν αποσαφηνίζεται παραπέρα, γεγονός κατανοητό, από τον ίδιο το χαρακτήρα του έργου, ως μιας παρουσίασης του κομμουνιστικού προγράμματος.

Η επανάσταση του 1848-49 ήταν μια δημοκρατική επανάσταση που εξαπλώθηκε σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Στόχος της ήταν από τη μια η κατάργηση των φεουδαρχικών θεσμών και σχέσεων (μοναρχία, μεγάλη γαιοκτησία) και από την άλλη η θεμελίωση ανεξάρτητων εθνικών κρατών, με τη διάλυση ή την αποδυνάμωση των αυτοκρατοριών της εποχής (Ρωσία, Αυστροουγγαρία). Ως αποτέλεσμα, η προσοχή των Μαρξ και Ένγκελς τραβήχτηκε βαθμιαία στις εθνικές επαναστάσεις που αποτελούσαν συστατικό μέρος της.

Σύμφωνα με την ανάλυσή τους, στην επανάσταση του 1848 συγκρούονταν τα επαναστατικά έθνη, που αγωνίζονταν για την ανεξάρτητη εθνική τους ύπαρξη, όπως η Πολωνία, η Ιταλία, η Ουγγαρία, με τις παρηκμασμένες μεσαιωνικές δυνάμεις, με προμαχώνα τον τσαρισμό και δευτερευόντως την Αυστρία, ηγετική δύναμη της Αυστροουγγαρίας. Από την άλλη μεριά, τα μικρά σλαβικά έθνη, τα οποία ακόμη δεν είχαν αφυπνισθεί, βρίσκονταν κάτω από την εξάρτηση της τσαρικής Ρωσίας και αντικειμενικά ενίσχυαν την αντεπανάσταση. Για το λόγο αυτό οι κλασικοί, στις αναλύσεις τους στη Νέα Εφημερίδα του Ρήνου αντιτάχθηκαν στις εθνικές βλέψεις αυτών των εθνών, π.χ., στο «Σλαβικό συνέδριο» που πρότεινε τότε ο Μπακούνιν, το οποίο, εκτιμούσαν, στην πράξη θα ενεργούσε ως όργανο προώθησης των ρωσικών βλέψεων.

Είναι σημαντικό ότι αυτή η στάση δεν πήγαζε από κάποια προκατάληψη ενάντια στα μικρά έθνη, αλλά από την εκτίμηση της τότε κατάστασης και του ρόλου των συγκεκριμένων μικρών εθνών. Ωστόσο, ο Ένγκελς έκανε ένα διφορούμενο βήμα παραπέρα, αποκαλώντας αυτά τα έθνη «έθνη χωρίς ιστορία». Το λάθος του σε αυτή την περίπτωση ήταν ότι έτεινε να προεκτείνει και στο μέλλον αυτό που ίσχυε στο παρελθόν. Δεν είδε ότι η συσσώρευση της εθνικής καταπίεσης σε αυτά τα μικρά έθνη, που πράγματι ως τότε δεν είχαν παίξει σημαντικό ρόλο, θα τα έφερνε αργότερα στο προσκήνιο της ιστορίας, όταν θα προσπαθούσαν να αποτινάξουν τον ξένο ζυγό, για να ανοίξουν το δρόμο στην καπιταλιστική τους ανάπτυξη.

Τέλος, ένα κρίσιμο στοιχείο στις αντιλήψεις των Μαρξ και Ένγκελς είναι οι παρατηρήσεις τους για το ιρλανδικό ζήτημα. Σε σύνδεση με αυτό έκαναν τη διάκριση ανάμεσα σε κυρίαρχα και κυριαρχούμενα έθνη, τονίζοντας ότι η εργατική τάξη του κυρίαρχου, καταπιεστικού έθνους δεν μπορεί να αγωνιστεί για την απελευθέρωσή της, αν δεν υπερασπίζει το δικαίωμα του υπόδουλου έθνους στην ελευθερία του. Σε ένα γράμμα του στα 1870, ο Μαρξ σημείωνε ότι ο μέσος Άγγλος εργάτης «σε σχέση με τον Ιρλανδό εργάτη… αισθάνεται μέλος του κυρίαρχου έθνους και έτσι ο ίδιος γίνεται ένα όργανο των αριστοκρατών και των καπιταλιστών του».
 
Κάουτσκι και Μπάουερ
Στα γραπτά των Μαρξ και Ένγκελς δεν θα βρούμε μια ανεπτυγμένη θεωρία για το έθνος. Δεν ασχολούνται με ερωτήματα όπως τι είναι έθνος, ποια η βάση του σχηματισμού των εθνών, κοκ. Αυτά τα ερωτήματα αντιμετωπίζονται σε ένα επόμενο στάδιο, στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα, από δυο διακεκριμένους μαρξιστές της περιόδου, τον Καρλ Κάουτσκι και τον Ότο Μπάουερ. Οι δυο τους προβάλλουν δυο αντίθετους ορισμούς του έθνους.

Ο Κάουτσκι, σε μια σειρά κείμενά του, υποστήριξε ότι ο σχηματισμός των εθνών είναι χαρακτηριστικό του ανερχόμενου καπιταλισμού. Η δημιουργία μιας ενιαίας αγοράς και εκτεταμένων οικονομικών δεσμών, εμπορίου, ανταλλαγών, που χαρακτήριζε την καπιταλιστική ανάπτυξη έκανε δυνατή και απαιτούσε την κρατική και εθνική ενοποίηση. Με αυτή την έννοια, η συγκρότηση των εθνών ήταν ένα προοδευτικό αποτέλεσμα της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Πιο πριν, στη φεουδαρχία ή τη δουλοκτητική κοινωνία, κατά κανόνα δεν υπήρχαν συγκροτημένα έθνη. Στην Αρχαία Ελλάδα, π.χ., υπήρχαν πόλεις-κράτη καθώς η κοινωνική ανάπτυξη δεν είχε φτάσει ακόμη στη βαθμίδα του έθνους-κράτους, ενώ υπήρχαν επίσης στην ίδια περίοδο χαλαρών εθνικών δεσμών πολυεθνικές αυτοκρατορίες, όπως η Περσία, η Μακεδονία, κ.ά.

Το σημαντικό στη θεωρία του Κάουτσκι είναι ότι οι λόγοι που καθορίζουν το σχηματισμό των εθνών είναι κυρίως οικονομικοί. Ένας πληθυσμός σε μια συγκεκριμένη περιοχή ενοποιείται από την καπιταλιστική ανάπτυξη και δημιουργούνται έτσι οι όροι για ο σχηματισμό ενός εθνικού κράτους. Ο Κάουτσκι θεωρεί ότι το έθνος-κράτος είναι ο κανόνας στην αστική εποχή, ενώ τα πολυεθνικά κράτη, οι ομοσπονδίες, κ.ά., είναι φαινόμενα αντιδραστικά ή εξαιρέσεις.

Στην ίδια περίοδο ο Μπάουερ, υποστήριξε μια αντίθετη θεώρηση, ότι ο σχηματισμός των εθνών συνδεόταν με τα κοινά ήθη, έθιμα και παραδόσεις, την κουλτούρα, κ.λπ., δηλαδή τους πολιτιστικούς δεσμούς που ενώνουν έναν πληθυσμό. Σε αυτό το φως, η κοινή εθνική συνείδηση δεν ήταν το αποτέλεσμα της καπιταλιστικής ανάπτυξης, όπως επόταν από τη θεωρία του Κάουτσκι, αλλά προηγούνταν αυτής.
Ποιος από τους δυο είχε δίκιο; Ο Λένιν σε κείμενά του για το εθνικό ζήτημα, θα πάρει το μέρος του Κάουτσκι, τονίζοντας ότι ο οικονομικός παράγοντας είναι ο τελικά καθοριστικός. Ωστόσο, η θεωρία του Μπάουερ έχει ένα στοιχείο αλήθειας, υπογραμμίζοντας το ρόλο των ιδεών, των κοινών παραδόσεων, κ.ά., τον οποίο αν αγνοήσουμε θα κινδυνεύουμε να πέσουμε σε ένα στενό οικονομισμό.

Το θέμα είναι ότι ναι μεν η συγκρότηση των εθνών είναι προϊόν της καπιταλιστικής ανάπτυξης, αλλά στοιχεία αυτής της συγκρότησης υπήρχαν σε προηγούμενα ιστορικά στάδια. Για παράδειγμα, στην ελληνική αρχαιότητα η μονάδα ήταν η πόλη-κράτος, αλλά η ανάπτυξη του εμπορίου δημιουργούσε δεσμούς και έτεινε από τότε να παράξει μια εθνική συνείδηση. Υπήρχαν επίσης κοινά πολιτιστικά στοιχεία, όπως τα ομηρικά έπη, κ.λπ. Αυτά διατηρούνταν στον ένα ή τον άλλο βαθμό στο πέρασμα των αιώνων, δίνοντας μια ώθηση στο σχηματισμό των εθνών ακόμη και όταν η καπιταλιστική ανάπτυξη ήταν εμβρυώδης. Για παράδειγμα, η ελληνική επανάσταση του 1821 ήταν μια εθνική επανάσταση, που δεν ήταν τόσο το αποτέλεσμα μιας προηγούμενης καπιταλιστικής ανάπτυξης, αλλά άνοιξε το δρόμο στην καπιταλιστική ανάπτυξη.

Εγγραφή στο newsletter του PoliticalDoubts.

YOUR OPINION

Το ΚΑΣ αποφάσισε να μην διατεθεί το μνημείο του Παρθενώνα για εκδήλωση οίκου μόδας:

Συμφωνώ. Η προστασία των μνημείων θα πρέπει να είναι απόλυτη
70.2%
Μάλλον διαφωνώ. Θα μπορούσαν να τεθούν αυστηρότεροι όροι.
8.7%
Διαφωνώ με την απόφαση. Δεν μπορεί να χάνονται ευκαιρίες προβολής της χώρας
14.9%
Συμφωνώ να μην διατεθεί ο Παρθενώνας. Δεν θα είχα αντίρρηση αν επρόκειτο για άλλον αρχαιολογικό χώρο
6.1%
Η ψηφοφορία για αυτό το δημοψήφισμα έχει λήξει

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση