Στοχασμοί 11/10/2015

Οι γενετικές σχέσεις της νεωτερικής κεφαλαιοκρατίας με τις βασικές δογματικές παραδοχές των διάφορων ομολογιών του Χριστιανισμού, σύμφωνα με τις προσεγγίσεις του Max Weber και του Walter Benjamin

Από τις δύο προσεγγίσεις, του Βέμπερ και του Μπένγιαμιν αντίστοιχα, εξάγουμε πολύ σημαντικά συμπεράσματα για την σχέση θρησκείας (χριστιανισμού) και καπιταλισμού.
Η έλευση της νεωτερικότητας και του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής επέφερε τεράστιες μεταβολές στον ιστορικό ορίζοντα, καθώς άλλαξε ριζικά τον τρόπο αναπαραγωγής της κοινωνίας, ανατρέποντας παράλληλα τους παραδοσιακούς θεσμούς νομιμοποίησης της εξουσίας. Πιο συγκεκριμένα, η μετάβαση από το φεουδαρχικό σύστημα στο κεφαλαιοκρατικό, λόγω ακριβώς των μειζόνων μετασχηματισμών που επιτελέσθηκαν σε οικονομικό, κοινωνικό, πολιτιστικό και συνειδησιακό επίπεδο, απασχόλησε έντονα τους διανοητές της νεωτερικότητας, με αποτέλεσμα να διατυπωθούν ενδιαφέρουσες  θεωρητικές προσεγγίσεις.

Χαρακτηριστικά, στην παρούσα εργασία, θα αναλύσουμε συνοπτικά τις θέσεις του Μαξ Βέμπερ (1864-1920) και του Βάλτερ Μπένγιαμιν (1892-1940), σχετικά με την σύνδεση των διάφορων μορφών του Χριστιανισμού με την κεφαλαιοκρατία (Βέμπερ), και την κεφαλαιοκρατία ως θρησκεία (Μπένγιαμιν). Αρχικά, θα μελετήσουμε το κείμενο του Βέμπερ που είναι γνωστό ως κοινωνιολογία της θρησκείας και έχει ενσωματωθεί στο ευρύτερο έργο οικονομία και κοινωνία. Το προαναφερθέν έργο, αποτελεί <<προϊόν>> της ώριμης ερευνητικής περιόδου του συγγραφέα, καθώς εμπεριέχει συστηματικές και εμβριθείς έρευνες για την οικονομική ηθική των παγκόσμιων θρησκειών, ενώ ταυτόχρονα εξάγονται σημαντικά συμπεράσματα για την επίδραση των θρησκειών στην ανθρώπινη συνείδηση και στον έλεγχο των ανθρώπινων προθέσεων, η οποία είναι από τις πιο βαθιές μορφές εξουσιαστικής πράξης. Πιο επεξηγηματικά, η ενασχόληση του Μαξ Βέμπερ με τις παγκόσμιες θρησκείες ξεκινάει με συστηματικό τρόπο στις αρχές του 1910, όπου ο στοχαστής διευρύνει το ερευνητικό του πεδίο πέρα από τον προτεσταντισμό, τον οποίο είχε μελετήσει νωρίτερα, όπως διαφαίνεται στο διάσημο κείμενο του για την προτεσταντική ηθική και το πνεύμα της κεφαλαιοκρατίας, που δημοσιεύτηκε το 1905 στο περιοδικό <<Αρχείο κοινωνικής επιστήμης και κοινωνικής πολιτικής>>. Βασικός στόχος του Βέμπερ από την μελέτη των παγκόσμιων θρησκειών, ήταν η ανίχνευση των ιδιαιτεροτήτων της Δύσης σχετικά με την γένεση του κεφαλαιοκρατικού συστήματος, όμως αυτό δεν σημαίνει επ΄ ουδενί ότι η έρευνα του γερμανού κοινωνιολόγου  εξαντλείται μόνο στο ερώτημα περί της ιδιομορφίας του δυτικού καπιταλισμού, καθώς από τις διατυπώσεις του εξάγουμε βαθιές νοηματογενετικές και αξιογενετικές διαστάσεις της παγκόσμιας ιστορίας.

Αρχικά σε μεθοδολογικό επίπεδο, ο Βέμπερ ενσωματώνει την ανάλυση των θρησκευτικών κοινοτήτων σε μία σειρά ανάπτυξης των κοινοτικών ιδεοτύπων, αρχής γενομένης από τον αρχαίο οίκο και τις οικογενειακές σχέσεις μέχρι και τις εθνοτικές σχέσεις. Πιο αναλυτικά, ο γερμανός στοχαστής διαχωρίζει την θρησκεία σε τρία στάδια, με βασικό κριτήριο το βαθμό ορθολογικότητας που χαρακτηρίζει τις εκάστοτε μορφές πίστης. Το πρώτο στάδιο είναι αυτό της μαγείας, όπου ο φορέας των <<υπερφυσικών- χαρισματικών>> ιδιοτήτων ελέγχει τα στοιχεία της φύσης με σκοπό την εκπλήρωση βιοτικών αναγκών. Εν συνεχεία, στο δεύτερο επίπεδο, η μαγεία εκλογικεύεται, καθώς εμφανίζεται ιστορικά η πίστη σε διάφορα πνεύματα, τα οποία δίνουν τις <<έκτακτες>> δυνάμεις στους μάγους, με κύριο στόχο την αναπαραγωγή της εκάστοτε κοινωνικής μορφής. Σε αυτό το δεύτερο στάδιο παρατηρούμε ότι ο έλεγχος των φυσικών δυνάμεων από τους μάγους διαμεσολαβείται από μια αφανή και σκοτεινή βούληση  του εκάστοτε πνεύματος, με αποτέλεσμα να εξάγεται το συμπέρασμα ότι όσο εξελίσσεται ιστορία, τόσο διευρύνεται το περιεχόμενο της ορθολογικότητας (οι μεταβολές επιτελούνται στο πέρασμα αιώνων). Στο τελευταίο στάδιο της διεύρυνσης της θρησκευτικής συνείδησης ο Βέμπερ παρατηρεί ότι σε κάποιες μορφές του Χριστιανισμού διαμορφώνεται η ηθική ορθολογικότητα. Χαρακτηριστικά, αναλύοντας την έννοια του ασκητισμού, ο στοχαστής παρατηρεί ότι στις δυτικές χώρες οι πιστοί του Χριστιανισμού ( κυρίως Προτεστάντες) ασπάστηκαν στην ιστορική εξέλιξη τον εγκόσμιο βίο, σε αντίθεση με πιστούς άλλων θρησκειών που επέλεγαν τον φυγόκοσμο ασκητισμό και την αρνησικοσμία (Βραχμανισμός, Βουδισμός).  Κατά τον Βέμπερ, ο εγκόσμιος ασκητισμός διαδραμάτισε μείζονα ρόλο στην ανάδειξη του κεφαλαιοκρατικού συστήματος, καθώς οι πιστοί διάλεγαν να ζουν στην εγκόσμια πραγματικότητα, επιδιώκοντας την έλλογη και ορθολογική διαβίωση.

Στην προαναφερθείσα σημαντική μεταβολή, διαδραμάτισε πολύ σημαντικό ρόλο η
ανάδυση του Προτεσταντισμού, μέσω κυρίως της μεταρρύθμισης που επέφεραν στον Χριστιανισμό οι διδασκαλίες του Λούθηρου στα μέσα του 16ου αιώνα (1551). Πιο αναλυτικά, ο Προτεσταντισμός διαμόρφωσε ένα πλαίσιο ηθικής ορθολογικότητας, με αποτέλεσμα οι πιστοί μέσω της εργασίας τους να επιδιώκουν την σωτηρία της ψυχής εντός του εγκόσμιου βίου. Η εργασία πλέον είναι μια διαδικασία, οι οποία βοηθάει τους πιστούς στη διαμόρφωση ενός λιτού βίου, με κύρια στοιχεία την σύνεση, την δυνατότητα υπολογισμού και τον προγραμματισμό του βίου. Επιπροσθέτως, διάφορα <<ρεύματα>> του Προτεσταντισμού, όπως ο Καλβινισμός διακήρυτταν ότι η επαγγελματική επιτυχία ήταν ένα στοιχείο εύνοιας από τον Θεό. Με τα παραπάνω κατά τον Βέμπερ διαμορφώθηκε το κατάλληλο πλαίσιο για να αναδυθεί η κεφαλαιοκρατία, καθώς οι πιστοί  μέσω της εξορθολογισμένης εργασίας αποταμίευαν χρήματα (πλούτο).

Πιο επεξηγηματικά, η αποταμίευση χρημάτων σε συνδυασμό με την συγκρότηση της εξατομικευμένης συνείδησης οδήγησαν στον έλλογο καταμερισμό της εργασίας, και στις καπιταλιστικές επιχειρήσεις. Κατά τον Βέμπερ, η ανάδυση της κεφαλαιοκρατίας, δεν ήταν σε καμία περίπτωση ο στόχος των πιστών του Προτεσταντισμού, οι οποίοι διαμόρφωσαν τις συνθήκες για  ένα νέο οικονομικό σύστημα, χωρίς την θέληση τους.

Συνεχίζοντας τον συλλογισμό του, ο γερμανός στοχαστής συνδέει την ανάδυση της ηθικής ορθολογικότητας με ταξικά και χωροχρονικά στοιχεία.  Επί παραδείγματι, ο αγρότης (ύπαιθρος), δεν είναι δυνατόν κατά τον Βέμπερ να αναπτύξει συστηματική ορθολογικότητα, καθώς λόγω του επαγγέλματος του είναι δεσμευμένος από τις φυσικές διαδικασίες.  Χαρακτηριστικά, οι αγρότες στη διάρκεια της ιστορίας είναι προσηλωμένοι σε λειτουργίες μετεωρολογικής και ανιμιστικής μαγείας,  καθώς μέσω αυτών των διαδικασιών θεωρούσαν ότι θα ήταν εύφορα τα χωράφια τους. Εν αντιθέσει με την ύπαιθρο, όπου οι συνθήκες δεν ευνοούν την ανάδειξη της ηθικής (θρησκευτικής) ορθολογικότητας, οι πόλεις κατά τον Βέμπερ προωθούσαν την εξορθολογισμό του βίου. Πιο επεξηγηματικά, η χριστιανική θρησκευτικότητα είναι αστεακή, καθώς όπως απέδειξε ο Harnack, η επιρροή του χριστιανισμού αναπτύσσεται παράλληλα με την διεύρυνση των πόλεων.  Η ηθική ορθολογικότητα συνδέεται κατά τον Βέμπερ με τις πόλεις, καθώς σε αυτές εμφανίζονται και ωριμάζουν οι εμπορικές σχέσεις, οι οποίες διέλυσαν σταδιακά τους παραδοσιακούς αιματικούς δεσμούς αναδεικνύοντας το αίτημα του εξορθολογισμού του βίου.  Πλέον η ηθική θρησκευτικότητα συνδέεται στις πόλεις με τις οικονομικές δραστηριότητες των αστών, με αποτέλεσμα να συγκροτούνται νέες επαγγελματικές σχέσεις, οι οποίες εξορθολόγισαν και την παραγωγική διαδικασία. Με τον εξορθολογισμό της παραγωγής, η ηθική θρησκευτικότητα διαπερνάει και άλλους θεσμούς, με σκοπό την αναπαραγωγή του κεφαλαιοκρατικού συστήματος.

Επί παραδείγματι, η ηθική θρησκευτικότητα <<διαποτίζει>> τους κανόνες δικαίου και την εκπαίδευση, έτσι ώστε να νομιμοποιηθούν οι αρχές της εξατομικευμένης κοινωνίας. Εν τέλει όσον αφορά την σχέση ηθικής θρησκευτικότητας και κεφαλαιοκρατίας, στο πέρασμα του χρόνου μεταβάλλεται. Το προαναφερθέν επιτελείται, διότι πλέον η κεφαλαιοκρατία αποκτάει στο πέρασμα των αιώνων τεράστια δυναμική, αλλοιώνοντας τα αρχικά της ηθικά περιεχόμενα. Επιπροσθέτως, αξίζει να αναφέρουμε ότι η έλλειψη ηθικών περιεχομένων  στον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής είχε απασχολήσει έντονα τον Καντ και τον Χέγκελ. Χαρακτηριστικά, επειδή το σύστημα της κεφαλαιοκρατίας  στηρίζεται στον ορθολογισμό και στον υπολογισμό των εκάστοτε συμφερόντων, οι άνθρωποι <<βυθίζονται>> στις ιδιοτελείς τους προθέσεις, δίχως να ενδιαφέρονται για τους συνανθρώπους τους.  

Επιστρέφοντας στην ανάλυση του Βέμπερ για την σχέση ηθικής θρησκευτικότητας και τάξεων, έντονο ενδιαφέρον παρουσιάζει η προσέγγιση των μικροαστικών στρωμάτων. Πιο αναλυτικά,  κατά την μελέτη του, ο Βέμπερ συμπέρανε ότι το στρώμα των μικροαστών, και ιδιαίτερα των χειροτεχνών, χαρακτηρίζεται από τις μεγαλύτερες αντιθέσεις. Μυσταγωγική θρησκευτικότητα ιερών μυστηρίων και οργίων στην Ινδία, ανιμισμός στην Κίνα, δεισιδαιμονία σε συνδυασμό με διονυσιακά όργια στην Αρχαία Ελλάδα είναι μερικές από τις διαφορετικές  όψεις που επηρέασαν μικροαστικά στρώματα στην διάρκεια της ιστορίας. Σε αυτό το  σημείο είναι χρήσιμο να αναφέρουμε ότι σε αντίθεση  με τους αγρότες που αναλύσαμε παραπάνω, οι μικρομεσαίοι εκδηλώνουν τάσεις λυτρωτικής θρησκευτικότητας,  και ασπάζονται σε ένα μεγάλο βαθμό την ηθική ορθολογικότητα. Βεβαίως τα προαναφερθέντα δεν πρέπει να τα βλέπουμε από μια μονοδιάστατη οπτική, καθώς η πολυπλοκότητα και οι αντιθέσεις των μικροαστικών στρωμάτων, δεν επιτρέπουν να εξάγουμε γενικά και καθολικά συμπεράσματα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η περίπτωση της Δύσης, όπου μεσαία  και κατώτερα αστεακά στρώματα συνδέονταν με την ηθική ορθολογικότητα, και την κοινοτική θρησκευτικότητα. Πιο επεξηγηματικά,  στην διαμόρφωση της ατομικότητας και του ορθολογικού βίου μείζονα ρόλο διαδραμάτισε στην Δύση η υποχώρηση των αιματικών δεσμών.

Οπότε από τα προαναφερθέντα αντιλαμβανόμαστε, ότι ο βίος του μικροαστού, ιδιαίτερα του αστεακού χειροτέχνη και του μικρέμπορου, είναι διαποτισμένη από τον ορθολογισμό, καθώς οι επαγγελματικές του δραστηριότητες δεν είναι δεσμευμένες  σε φυσικά φαινόμενα, όπως στην περίπτωση των χωρικών-αγροτών. Επιπροσθέτως,  μεγάλη έμφαση δίνει ο Βέμπερ και στο περιεχόμενο της ηθικής συνείδησης των μικροαστών. Χαρακτηριστικά, κατά τον γερμανό στοχαστή οι μικροαστοί θεωρούν ότι η ειλικρίνεια και η μεθοδική εργασία είναι προς το συμφέρον τους. Αυτό αιτιολογείται, καθώς μέσω της εργασίας τους τα μικροαστικά στρώμα θεωρούν ότι εκπληρώνουν το καθήκον τους, με αποτέλεσμα να λαμβάνουν στη ζωή τους δίκαια ανταλλάγματα. Ουσιαστικά,  οι χειροτέχνες και οι βιοτέχνες πιστεύουν στην ανταποδοτική ηθική, που σημαίνει με σημερινούς όρους: <<ότι δίνεις, παίρνεις>>.   

Στο τρίτο επίπεδο της ανάλυσης των τάξεων, ο Βέμπερ επικεντρώνεται στην σχέση της ηθικής λυτρωτικής θρησκευτικότητας με τα μη προνομιούχα στρώματα. Πιο συγκεκριμένα, κατά τον γερμανό στοχαστή, οι δούλοι και οι ημερομίσθιοι εργάτες δεν υπήρξαν ποτέ μέχρι τις μέρες μας φορείς μιας ιδιαίτερης θρησκευτικότητας.  Αυτό διαφαίνεται και στην στάση του προλεταριάτου προς την θρησκεία, η οποία κατά τον Βέμπερ είναι αδιάφορη έως και αρνητική. Χαρακτηριστικά, το προλεταριάτο δεν στρέφεται προς την θρησκεία, καθώς έχει συνειδητοποιήσει ότι το η <<μοίρα>> του εξαρτάται από καθαρά κοινωνικούς συσχετισμούς, από οικονομικές διακυμάνσεις και νομικά εγγυημένες σχέσεις δύναμης. Επιπροσθέτως, κατά τον Βέμπερ ο προλεταριακός ορθολογισμός , καθώς και ο ορθολογισμός μια αναπτυγμένης κεφαλαιοκρατικής τάξης, δεν μπορούν να γεννήσουν μια θρησκευτικότητα.  Σε αυτό το σημείο ο Βέμπερ ξεκαθαρίζει, ότι στα μικροαστικά στρώματα που προλεταριοποιούνται μπορεί εύκολα να αναδυθούν θρησκευτικά περιεχόμενα.

Το προαναφερθέν συμβαίνει, επειδή τα μικροαστικά στρώματα βρίσκονται σε ένα μετέωρο και ρευστό στάδιο, δηλαδή ανάμεσα στους αστούς και τους προλετάριους. Πρακτικά αυτό σημαίνει, ότι υπάρχουν αρκετές δυνατότητες ένας μικροαστός να γίνει προλετάριος, με αποτέλεσμα όλη του η συνείδηση να διαποτίζεται από εντασιακά φαινόμενα, δηλαδή αβεβαιότητα και ρευστότητα. Από την άλλη μεριά, ένα μικροαστός έχει πάντα την ελπίδα να ανέλθει στις ανώτερες κοινωνικές τάξεις, και για αυτό τον λόγο οι προσδοκίες του μπορούν να πάρουν και θρησκευτικές διαστάσεις.

Εν κατακλείδι, ο Βέμπερ μέσα από την εμβριθή ανάλυση του για τις παγκόσμιες θρησκείες μας αναδεικνύει πολλά ενδιαφέροντα στοιχεία για τις ιδιαιτερότητες της Δύσης, που συνέβαλαν καθοριστικά στην ανάδυση  της κεφαλαιοκρατίας. Μία πολύ σημαντική παράμετρος που απασχολεί έντονα τον Βέμπερ είναι το περιεχόμενο της συνείδησης. Χαρακτηριστικά, ο έλεγχος της συνείδησης κατά τον Βέμπερ είναι μια από τις πιο βαθιές μορφές εξουσιαστικής πράξης, καθώς με αυτόν τον τρόπο δεσμεύεις τις πράξεις (εσωτερικές-εξωτερικές) των ανθρώπων. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους κατά τον γερμανό στοχαστή που οι θρησκείες  επιβίωσαν για τόσους αιώνες στην ανθρώπινη ιστορία. 

Το δεύτερο κείμενο το οποίο θα αναλύσουμε, είναι του Βάλτερ Μπένγιαμιν, με τον τίτλο: <<Ο καπιταλισμός ως θρησκεία>>. Στο προαναφερθέν, έργο ο Μπένγιαμιν ανιχνεύει στον καπιταλισμό στοιχεία τα οποία εμπεριέχουν θρησκευτικά περιεχόμενα. Πιο συγκεκριμένα,  κατά τον στοχαστή τρία είναι τα χαρακτηριστικά τα οποία εμπεριέχει ο καπιταλισμός ως θρησκευτική δομή.  Πρώτα από όλα ο καπιταλισμός είναι μία άκρως λατρευτική θρησκεία, καθώς δεν εμπεριέχει ένα αναστοχαστικό θεολογικό υπόβαθρο, ενώ παράλληλα όλες οι ενέργειες εντός του (καπιταλισμού), εμπεριέχουν νόημα μόνο όταν επιτελούνται από λατρευτικές πρακτικές. Αυτό διαφαίνεται στις θρησκευτικές διαστάσεις που αποκτάει ο ωφελιμισμός,  πάνω στον οποίο έχει δομηθεί η εξατομικευμένη κοινωνία. Πιο αναλυτικά, το πρώτο στοιχείο της λατρευτικής θρησκεία συνδέεται με ένα άλλο πολύ σημαντικό στοιχείο του καπιταλισμού, το οποίο είναι η μόνιμη διάρκεια της λατρείας. Χαρακτηριστικά,  στον καπιταλισμό κάθε μέρα είναι γιορτή, καθώς οι άνθρωποι εκδιπλώνουν  εντασιακά περιεχόμενα, τα οποία είναι από πρακτικής άποψης, αμιγώς λατρευτικά.  Το μείζον συμπέρασμα του Μπένγιαμιν είναι, ότι οι λατρευτικές πρακτικές εντός του καπιταλισμού χωρίς μάλιστα την ύπαρξη θεολογίας, διευρύνουν συνεχώς την νομιμοποίηση του και βοηθούν στην αυτοαναπαραγωγή του συστήματος.

Το προαναφερθέν επιτελείται καθώς ο καπιταλισμός λόγω της μη ύπαρξης οργανωμένης και δογματικής θεολογίας, αυτονομείται, με αποτέλεσμα να αποκρύπτονται οι αντιφάσεις του και οι κινητήριες δυνάμεις που το κινούν. Επιπροσθέτως, η αναπαραγωγή του καπιταλισμού διευρύνεται και από  το τρίτο θρησκευτικό στοιχείο, το οποίο είναι η ενοχή. Πιο επεξηγηματικά, ο καπιταλισμός κατά τον Μπένγιαμιν είναι η μόνο θρησκεία που παράγει μόνο ενοχή, και όχι εξιλέωση. Η ενοχή έχει συνδεθεί ιστορικά με την χρηματική χρέωση που νομικά εκφράζεται μέσω της ενοχική σχέσης.  Το περιεχόμενο της ενοχικής σχέσης (πιστωτής- οφειλέτης) είναι, ότι ο οφειλέτης στο μελλοντικό χρόνο πρέπει εκπληρώσει το χρέος του απέναντι στο πιστωτή. Η ενοχή στο καπιταλισμό σφυρηλατεί τις ανθρώπινες συνειδήσεις, και μάλιστα, με το αίτημα της καθολικότητας.   Με την επιμονή  στην ενοχική σχέση, ο Μπένγιαμιν μας υποδεικνύει ότι μια από τις πιο σημαντικές νομιμοποιητικές βάσεις του καπιταλισμού είναι η αίσθηση του χρέους, δηλαδή, το αίσθημα του καθήκοντος. Το προαναφερθέν, νομιμοποιεί σε μεγάλο βαθμό τις την ταξική εκμετάλλευση, καθώς οι άνθρωποι δεν στρέφονται κατά του συστήματος, αντιθέτως στρέφονται προς τον εαυτό τους νιώθοντας ενοχές.

Επιπροσθέτως, το παράδοξο στον καπιταλισμό κατά τον Μπένγιαμιν είναι, ότι η εξιλέωση δεν θα επέλθει μέσω της λατρείας, ούτε εξαιτίας μια μεταρρύθμισης στην θρησκεία. Αντιθέτως, η <<σωτηρία>> ενυπάρχει στην ουσία του θρησκευτικού κινήματος, του καπιταλισμού, και είναι η αντοχή μέχρις εσχάτων. Ουσιαστικά, η ελπίδα για εξιλέωση θα αναδυθεί μόνο όταν η πραγματοποιημένη κατάσταση του κόσμου καταλήξει σε απόγνωση. Δηλαδή όταν η απόγνωση φτάσει στα όρια της, και γεννηθεί η ελπίδα. Ουσιαστικά σε αυτό το σημείο μπορούμε να συσχετίσομε την πρόταση του Μπένγιαμιν περί απόγνωσης και ελπίδας με την διαλεκτική προσέγγιση του Μπλοχ. Πιο αναλυτικά,  ο Μπλοχ μελετώντας την ιστορική και δυναμική διάσταση της ελπίδας, κατέληξε στο εξής διαλεκτικό σχήμα. Η ελπίδα για να εκδιπλώσει το περιεχόμενο της πρέπει να απελπιστεί. Ουσιαστικά, αυτό που μας λέει Ο Μπλοχ αλλά και Μπένγιαμιν είναι, ότι για να αλλάξει μια κατάσταση και να αναδυθούν νέα περιεχόμενα, θα πρέπει να φτάσουμε σε οριακές καταστάσεις, όπου αμφισβητούνται οι δεδομενικότητες και η αμφιβολία διαπερνάει  κάθε αξία.

Το προαναφερθέν, ισχύει και στην περίπτωση του καπιταλισμού, που όμως κατά τον Μπένγιαμιν θα είναι πολύ δύσκολο να φτάσει στα όρια του, καθώς μέσω των λατρευτικών πρακτικών και της δυναμικής που έχει αποκτήσει, ανανεώνει συνεχώς τις νομιμοποιητικές της βάσεις. Χαρακτηριστικά, η ιδιαιτερότητα του καπιταλισμού σε σχέση με τις άλλες θρησκείες είναι πλέον ότι η θρησκεία δεν αναμορφώνει την ανθρώπινη ύπαρξη αλλά την κατακερματίζει. Σε αυτό σημείο, μπορούμε να ανιχνεύσουμε και τις βαθύτατες επιρροές που έχει δεχτεί ο Μπένγιαμιν από τα έργα του Νίτσε. Χαρακτηριστικά, η θέαση της ενοχικής σχέσης ως συγκροτησιακής στο επίπεδο της ανθρώπινης ιστορίας  έγινε με συστηματικό τρόπο από τον Νίτσε, κυρίως μέσα από τα έργα του, <<Τάδε Έφη Ζαρατούστρα>> και η <<Γενεαλογία Της Ηθικής>>. Το μείζον στοιχείο που ανίχνευσε ο Νίτσε στην ενοχική σχέση είναι ότι διαμορφώνει σε μεγάλο βαθμό τα ψυχικά κίνητρα και την προσωπικότητα του ανθρώπου. Το προαναφερθέν, επηρέασε καταλυτικά και τον Μπένγιαμιν, ο οποίος επικεντρώθηκε στο ζήτημα της εσωτερικής διαμόρφωσης των ανθρώπων στην καπιταλιστική κοινωνία. Με αυτόν τρόπο ο Μπένγιαμιν ερμήνευσε και τον υπεράνθρωπο του Νίτσε. Ο υπεράνθρωπος  είναι άνθρωπος, ο πρώτος που έχοντας αντιληφθεί το θρησκευτικό περιεχόμενο του καπιταλισμού, συνειδητοποιεί τις αντιφάσεις και τον ψυχικό διαμελισμό που αυτός προκαλεί.

Για να γίνει πιο σαφές ο υπεράνθρωπος είναι ο οριακός άνθρωπος,  οποίος έχει συνειδητοποιήσει την κενότητα των αξιών του καπιταλισμού και επιλέγει την διαδικασία της υπομονής και της αντοχής του πόνου. Συνεχίζοντας την θεώρηση του Μπένγιαμιν για τον καπιταλισμό ως θρησκεία, μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι έννοιες που συγκροτεί ο στοχαστής για να μας δείξει τον τρόπο διαμόρφωσης της ενοχικής συνείδησης. Χαρακτηριστικά, έννοιες όπως η απελπισία, η μετάνοια και η εξιλέωση έχουν κυρίαρχο ρόλο στον καπιταλισμό, ο οποίος κατά στοχαστή συντρίβει το <<είναι>> του ανθρώπου.  Το μεγάλο <<όπλο>> του καπιταλισμού για την αυτοαναπαραγωγή του είναι οι λατρευτικές πράξεις των <<πιστών>>. Χαρακτηριστικά, οι λατρευτικές πράξεις δεν γίνονται για σωτηριακούς σκοπούς όπως σε όλες τις άλλες θρησκείες. Αντιθέτως, μέσω των διαρκών λατρευτικών πράξεων οι άνθρωποι διευρύνουν την ενοχή τους ακόμη περισσότερο, με αποτέλεσμα το σύστημα του καπιταλισμού να αυτονομείται σε τέτοιο βαθμό, που κανένας δεν γνωρίζει τον <<προορισμό>> του.   Η ενοχική συνείδηση γενικεύεται κατά τον Μπένγιαμιν, καθώς  όλα τα μέλη της κοινωνίας (θέλοντας ή μη) εμπλέκονται στην παραγωγική διαδικασία ή στην αγορά  μέσω των εμπορευμάτων. Πέρα όμως από τα προαναφερθέν το τέταρτο  στοιχείο που χαρακτηρίζει την θρησκευτικότητα του καπιταλισμού είναι η μη ύπαρξη ενός υπερβατικού Θεό. Ο Θεός στον καπιταλισμό, ως υπέρτατο ον  αποκρύπτεται από τον κόσμο και κανείς δεν μπορεί να τον επικαλεστεί.  Μόνο όταν <<ανθρωποποιηθεί>> ο θεός, μπορεί ο άνθρωπος να συνειδητοποιήσει την πραγματικότητα, δίχως στρεβλώσεις. Για να <<ανθρωποποιηθεί>>  όμως ο Θεός, κατά τον Μπένγιαμιν πρέπει πρώτα να ενοχοποιηθεί, με αποτέλεσμα να αφανιστεί η ενοχή από την συνείδηση του ανθρώπου. Δηλαδή, για να <<εξατμιστεί>> η ενοχή από την ανθρωπότητα πρέπει να μετατοπιστεί στο περιεχόμενο του Θεού. Όμως, το ζήτημα είναι, ότι ενώ  στον καπιταλισμό δεν υπάρχει αναφορά σε ένα <<υπερφυσικό>> όν, η  διεύρυνση της ενοχικής συνείδησης συνεχίζεται με αμείωτους ρυθμούς.

Εν κατακλείδι, από τις δύο προσεγγίσεις, του Βέμπερ και του Μπένγιαμιν αντίστοιχα, εξάγουμε πολύ σημαντικά συμπεράσματα για την σχέση θρησκείας (χριστιανισμού) και καπιταλισμού. Από την μία ο Βέμπερ διερεύνησε ενδελεχώς τους λόγους που ο καπιταλισμός αναδείχθηκε στην Δύση σε σχέση κυρίως με τις διάφορες μορφές Χριστιανισμού, και από την άλλη ο Μπένγιαμιν κάνει μια πολύ ενδιαφέρουσα  ανάγνωση του καπιταλισμού ως θρησκευτικού φαινομένου. Ο τρόπος ανάδυσης και ωρίμανσης της νεωτερικότητας έχει απασχολήσει (και αποσχολεί) έντονα πολλούς στοχαστές. Σε καμία περίπτωση ο Βέμπερ ή ο Μπένγιαμιν δεν υποστήριζαν ότι οι θεωρήσεις τους  καλύπτουν όλο το εύρος του ζητήματος της νεωτερικότητας και της σχέσης του με την θρησκεία. Αντιθέτως, οι διεισδυτικές τους έρευνες, μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως έναυσμα για να χαρτογραφηθούν περιεχόμενα στο στάδιο της νεωτερικότητας  που ακόμη και στις μέρες μας δεν έχουν διερευνηθεί επαρκώς.

Βιβλιογραφία:  Τρίτος Τόμος, <<Οικονομία και Κοινωνία>> (Βέμπερ) και η <<Κεφαλαιοκρατία ως Θρησκεία>> (Μπένγιαμιν)
Εγγραφή στο newsletter του PoliticalDoubts.

YOUR OPINION

Το ΚΑΣ αποφάσισε να μην διατεθεί το μνημείο του Παρθενώνα για εκδήλωση οίκου μόδας:

Συμφωνώ. Η προστασία των μνημείων θα πρέπει να είναι απόλυτη
70.2%
Μάλλον διαφωνώ. Θα μπορούσαν να τεθούν αυστηρότεροι όροι.
8.7%
Διαφωνώ με την απόφαση. Δεν μπορεί να χάνονται ευκαιρίες προβολής της χώρας
14.9%
Συμφωνώ να μην διατεθεί ο Παρθενώνας. Δεν θα είχα αντίρρηση αν επρόκειτο για άλλον αρχαιολογικό χώρο
6.1%
Η ψηφοφορία για αυτό το δημοψήφισμα έχει λήξει

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση