Στοχασμοί 31/03/2015

Η Φεουδαρχία ως σύστημα - Σύντομη Ανάλυση

Η, μέχρι χτές, πρωτοποριακή και επαναστατική αστική τάξη, είχε ήδη μετατραπεί σε χειρότερο δυνάστη από τους προκατόχους της. Δεν χρειάστηκε να αναπτυχθεί ιδιαίτερα ο καπιταλισμός, για να έρθουν σε ρήξη οι δυο νέες κοινωνικές τάξεις.
Η φεουδαρχία ήταν ένα οικονομικο-πολιτικό σύστημα το οποίο αναπτύχθηκε στην μεσαιωνική Ευρώπη, ανάμεσα στον 9ο και 15ο αιώνα μΧ. Ορίζεται απο παραγωγικές σχέσεις βάσει της γαιοκτησίας σε αντάλλαγμα με προσφορά υπηρεσιών υπό την μορφή έργου. Ετυμολογικά, η λέξη «φεουδαρχία» ή «φεουδαλισμός» (feudalism) προέρχεται απο την λατινική λεξη “feudum”, πιθανόν γερμανικής η λατινικής καταγωγής.

Ιστορικά, η Φεουδαρχία έχει τις βάσεις της ακόμα από τον καιρό της σήψης της δουλοκτητικής κοινωνίας και την ένταξη των γερμανικών γενών στην τοτε Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Οι ανώτατες τάξεις μεσα στο Ρωμαϊκό κράτος, απελευθερώνοντας τους δούλους τους, ουσιαστικά δημιουργούσαν μια νέα μορφή παραγωγικών σχέσεων ανάμεσα στον εκμεταλλευτή και τον εκμεταλλευόμενο. Έτσι, το φαινόμενο της «προστασίας» (patrocinium) δηλαδή η παροχή προστασίας σε αντάλλαγμα για την εργασία, άρχισε να παίρνει μεγάλες διαστάσεις στην Ρωμαϊκή κοινωνία. Ένας απελλεύθερος σκλάβος γινόταν «πελάτης» στον παλιό του αφέντη. Σαν φαινόμενο υπήρχε ακόμα από τον καιρό της Δημοκρατίας, οστόσο ήταν στα τέλη της εποχής της αρχαιότητας, όταν το φαινόμενο αυτό άρχισε ριζικά να αντικαθιστά τις παλαιότερες σχέσεις αφέντη-δούλου. Επίσης, μορφές προστασίας μπορούσαν να υπάρχουν αναμέσα σε ελεύθερους Ρωμαίους πολίτες η ακόμα και ανάμεσα στο κράτος και μια φυλή. Το σύστημα αυτό αναπτύχθηκε ιδιαίτερα στην εξοχή, όπου η Ρωμαϊκή αριστοκρατία άρχισε να μετακινείται, αναπτύσοντας έτσι τα Λατιφούντια (Latifundia) και καθιστώντας τα τον σημαντικότερο παραγωγικό τομέα της Ρωμαϊκής οικονομίας. Η μετακίνηση αυτή των αριστοκρατών, από τα αστικά κέντρα στην ύπαιθρο, και η σχέση πατρόνα-πελάτη, οδήγησαν στην σύνδεση των τελευταίων με την γή των προστατών τους.

Ταυτόχρονα, με την εισροή των Γερμανικών φυλών σε Ρωμαϊκό έδαφος και την εγκατοίκηση τους σ’αυτό, οι σχέσεις πατρόνα-πελάτη σήμαιναν ότι η εν λόγω γη, γινόταν κτήμα του Γερμανού φύλαρχου εξ ολοκλήρου και μόνος ο ίδιος είχε το δικαίωμα αναδιανομής της γης αυτής. Με την πτώση του Ρωμαϊκού κράτους στην δύση, και την ίδρυση των Γερμανικών κρατών επι των εδαφών της πάλαι ποτέ «δυτικής» Αυτοκρατορίας, η μορφή της ιδιοκτησίας άρχισε να αλλάζει. Ενώ η γη ήταν όλη κτήση του βασιλιά, μπορούσε να δωθεί σ’εναν υποτελή, ο οποίος έχει παράσχει ιδιαίτερες υπηρεσίες στο στέμμα. Η γη δινόταν στο πρόσωπο και μόνο, και με τον θάνατο του, επέστρεφε στην διαχείριση και την κτήση του βασιλιά. Κι ενώ αυτό ηταν ο νόμος, με την πάροδο των χρόνων δημιουργήθηκε το «Φέουδο», δηλαδή ο απολαβών την γη, συνδεόταν σαν άρχοντάς της και έπρεπε πλέον να πληρώσει «φόρο τιμής» (homage ή lehnseid). Ο άρχοντας αυτός, με την σειρά του, μπορούσε να διαίρεσει την γη του σε μικρότερα τμήματα και να ζητήσει φόρο τιμής από κατώτερους άρχοντες, δημιουργώντας τις προυποθέσεις για την ανάπτυξη του φεουδαρχικού συστήματος. Η Γερμανική παράδοση σε συνδιασμό με τον παλιό Ρωμαϊκό νόμο, δημιούργησαν την «γαία νομοθεσία» (lenhsrecht), ένα σύνολο νόμων στο οποίο βασίστηκε η πρώτη πυραμίδα του φεουδαλισμού, με κορυφή τον ίδιο τον βασιλιά.

Η πυραμίδα της διαχείρισης του φεουδαρχικού στην μεσαιωνική Γερμανία βάσει του «νόμου πέρι στρατιωτικής ασπίδας» (heerschildordnung) είχε ως εξής:
  1. Βασιλιάς
  2. Εκκλησιαστικοί Πρίγκηπες
  3. Πρίγκηπες
  4. Κόμητες και βαρόνοι
  5. Μινίστροι
  6. Υποτελείς των μινίστρων
  7. Ελεύθεροι ιππότες
Η βασιλιάς ήταν ο ανώτατος άρχοντας, ως πρώτη «ασπίδα» της εξουσίας. Ο κλήρος και η εκκλησία λειτουργούσαν ώς δεύτεροι στην εξουσία, ενώ τρίτοι ήταν οι πρίγκηπες, πρώτιστοι αριστοκράτες, επίσης ονομασμένοι και ως «εγκόσμιοι», εννοώντας πως δεν είχαν εγκαταλείψει τα εγκόσμια για να γίνουν μέρος του κλήρου. Τέταρτη στην πυραμίδα της εξουσίας, οι βαρόνοι και οι κόμητες, αριστοκράτες οι οποίοι δεν είναι πρίγκηπες. Στην 5η και 6η θέση βρίσκονταν οι Μινίστροι και οι υπάλληλοι τους, ελεύθεροι άνθρωποι, ικανοί να διαχειριστούν την γραφειοκρατία του συστήματος. Η έβδομη «ασπίδα», οι ελεύθεροι ιππότες είναι ακόμα άγνωστο ποιά ήταν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις τους απέναντι στο φεουδαρχικό σύστημα. Το μόνο γνωστό είναι πως μπορούσαν μόνο να είναι υποτελείς φεουδάρχη, χωρίς δικαίωμα διαχείρισης. Στην αρχή, μόνο όσοι είχαν χριστεί ιππότες μπορούσαν να έχουν δικαίωμα στο φέουδο, αυτοί οι οποίοι είχαν δικαίωμα στα όπλα και τίτλο. Αργότερα, το δικαίωμα να χριστούν ιππότες το έλαβαν και οι μινίστροι. Η υποταγή (vassalage) του ιππότη τον υποχρέωνε σε στρατιωτική σύμπραξη με τον φεουδάρχη του και παροχή υπηρεσιών στην αυλή. Η υποτέλεια αυτή σήμαινε μονο δικαιώματα χρήσης για τον ιππότη, ενώ η ιδιοκτησία παρέμενε στον φεουδάρχη, παρά τις περιπτώσεις στις οποίες η ιδιοκτησία μπορούσε να γίνει κοινή ανάμεσα στους δύο. Υπόψιν πως η διαβάθμιση αυτή είχε να κάνει με το μερίδιο του καθενός μέλους στην εξουσία και την διαχείριση αυτής, και όχι με τις πλουτοπαραγωγικές ικανότητες και στρατιωτικές δυνάμεις του καθενός. Εδώ πρέπει να ληφθεί υπόψιν πως κάθε παροχή γης ως φέουδο, δεν δινόταν με την ίδια μορφή, ούτε η διαχείριση της ήταν ίδια. Υπήρχαν δεκάδες διαφορετικές μορφές, υπό τις οποίες δινόταν ένα φέουδο, όπως το “burglehn” το οποίο ήταν δικαίωμα στο φέουδο υπό την προϋπόθεση οτι ο φεουδάρχης θα υπηρετεί τον βασιλιά ως «καστιλάνος» (διοικητής κάστρου) ή το “freistift”, φέουδο δοσμένο για μια περίοχο 12 μηνών μόνο.
Εκτός από την δυτική και την κεντρική Ευρώπη, το φεουδαρχικό σύστημα, υπό άλλες μορφές, εμφανίστηκε και σ’όλον τον υπόλοιπο γνωστό κόσμο. Στο τμήμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας που δεν κατέρρευσε, μετά το Θεματικό σύστημα ήρθε το σύστημα των Προνοιών. Η Πρόνοια ήταν μια χορηγεία η οποία, για ένα χρονικό διάστημα, μετέθετε τα δημοσιονομικά δικαιώματα του κράτους σ’έναν κληρούχο. Τα δικαιώματα αυτά μπορούσαν να είναι οποιαδήποτε, από απλό δικαίωμα στην φορολογία, έως και δικαιώματα στο ίδιο το παραγώμενο προϊόν, ήταν ορισμένου χρόνου (ακόμα και τα εφόρου ζωής) και μπορούσαν να ανακληθούν από τον Αυτοκρατόρα στην Κωνσταντινούπολη οποτεδήποτε. Οι χορηγείες αυτές δεν μπορούσαν να μεταβιβαστούν, ούτε να κληρωνομηθούν (εξόν απο ελάχιστες περιπτώσεις) και προσέφεραν δικαιώματα διαχείρησης και ιδιωποίησης, όχι ιδιοκτησιακά δικαιώματα, τα οποία παρέμεναν αυτοκρατορικά. Εκτός από τις ιδιοκτησιακές διαφορές, σε σύγκριση με το Γερμανικό συστημα, οι Βυζαντινές Πρόνοιες, προέβλεπαν και την εξουσία των Προνοιάριων επί των δουλοπάροικων, οι οποίοι τελευταίοι δεν είχαν κάποια ιδιαίτερη υποχρεώση απέναντι στον άρχοντα τους και, παρότι δεν ήταν ελεύθεροι, οι εργασιακές τους υποχρεώσεις συνέχιζαν να είναι απέναντι στον Αυτοκράτορα και το ίδιο το κράτος. Ανάλογο φεουδαρχικό σύστημα υπήρξε και στην Αρμένια (Ναχαραρ, Nakharar), στα εδάφη του σημερινού Πακιστάν και της Ινδίας (Ζαμινταρι, Zamindari) και σ’άλλες περιοχές της ανατολής.

Το φεουδαρχικό σύστημα εμφανίστηκε και σ’άλλες περιοχές της γης, είτε με την μορφή του ευρωπαϊκού αποκεντρωμένου συστήματος, είτε με την μορφή του κεντρικού, κρατικού φεουδαρχισμού, όπως στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και στην Αρμενία. Παρά τις διαφορές στην διαχείρηση του, στο «πολίτευμα» (αν μπορεί κανεις να το αποκαλέσει ετσι) και γενικά, με ποιόν τρόπο η άρχουσα τάξη διαχειριζόταν την εξουσία και την ιδιοκτησία, οι παραγωγικές σχέσεις ήταν οι ίδιες. Το φεουδαρχικό σύστημα δημιούργησε τρείς κοινωνικές τάξεις, για να μπορέσει να λειτουργήσει. Η άρχουσα τάξη, η αριστοκρατία, είχε την πλήρη εξουσία πάνω στην γη. Είχαν το δικαίωμα της ιδιοκτησίας και των όπλων, όπως είδαμε παραπάνω. Η δεύτερη κοινωνική τάξη, η τάξη των ελεύθερων, είτε άκληρων, είτε μικροιδιοκτητών γης είτε ιδιοκτητών μανιφακτούρων και άλλων επαγγελματιών (πχ. σιδεράδες) ήταν μια τάξη τόσο εκμεταλλευτική όσο και εκμεταλλευόμενη. Ενώ υπήρχε η εκμετάλλευση ανάμεσα τους, ήταν υποχρεωμένοι να εξυπηρετούν τους άρχοντες, να πληρώνουν φόρο, τόσο οικονομικό, οσο και σε είδος. Κι ενώ στην δύση, η κοινωνική τάξη αυτή ήταν αριθμητικά περιορισμένη σε ελεύθερους αγρότες, μεταλλουργούς, χτίστες και λοιπά ελεύθερα επαγγέλματα, στην ανεπτυγμένη ανατολή η κοινωνική τάξη αυτή ανθούσε, υπό την καθοδήγηση των συντεχνειών. Εκτός απο παραγωγή προϊόντος, η κοινωνική τάξη αυτή προσέφερε στην διαχείρηση του συστήματος, ως γραφειάδες και γραμματείς, και στην εκπαίδευση και την μόρφωση, όσο το επέτρεπαν αυτό οι συνθήκες και τα μέσα του Μεσαίωνα. Σαν ελεύθεροι άνθρωποι είχαν επίσης δικαίωμα στα όπλα, γεγονός που τους έκανε ικανούς προς στρατολόγιση, ενώ ο ίδιος ο επαγγελματικός κλάδος της μισθοφορίας ανήκει σ’αύτην την κοινωνική ταξη. Ενα παράδειγμα είναι οι εταιρίες μισθοφόρων (ντόπιες η πανευρωπαϊκές), οι οποίες στα μέσα και στα τέλη του Μεσαίωνα προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στην αριστοκρατία έναντι χρηματικής αμοιβής, ενώ κάποιες εταιρίες έφτασαν να έχουν περίοπτη θέση μέσα στο σύστημα (βλεπε «Ταγμα Βαραγγών» της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και «Λόχος Καταλανών»). Κι ενώ υπήρχε αυτή η σχέση εκμετάλλευσης ανάμεσα στην δυο αύτες κοινωνικές τάξεις, η τρίτη τάξη, οι δουλοπάροικοι, εκείνη η τάξη που προήλθε από την μαζική απελευθέρωση των δούλων, δούλευε την γη υπό την μορφή αγγαρείας, δηλαδή ως υποχρεωτική εργασία/χρεός απέναντι στον άρχοντα τους, ουτώς ώστε οι τελευταίοι, οι φεουδάρχες να απολαμβάνουν το προιόν. Οι δουλοπάροικοι, σε κάθε περίπτωση, ήταν συνδεδεμένοι με την γη στην οποία ζούσαν, ήταν απαγορευμένη η μετακίνηση γι’αυτούς, δεν είχαν δικαίωμα ιδιοκτησίας, ούτε δικαίωμα στα όπλα (αν και υπήρξαν περιπτώσεις, στις οποίες ζητήθηκε ακόμα και απο δουλοπάροικους να οπλιστούν και να πολεμίσουν). Παρόλα αυτά, δεν ήταν σκλάβοι, σε καμμία περίπτωση. Ο νόμος προστάτευε την ζωή τους ενώ είχαν δικαίωμα και σε δίκη, καθότι ο λόγος τους ήταν δεκτός από το δικαστήριο. Επίσης, ο άρχοντας ήταν υποχρεωμένος να τους προστατεύει απο οποιονδήποτε στρατιωτικό κίνδυνο, ενώ σε ακραία θετικές περιπτώσεις, μπορούσαν να αποφύγουν ακόμα και την ετήσια αγγαρεία τους προς τον άρχοντα, εφόσον υπήρχε άλλος τρόπος να ξεπληρωθεί. κοινωνική τους θέση, ως δουλοπάροικοι είναι κι αυτό απόρροια του ίδιου Ρωμαϊκού νόμου περί προστάτη-πελάτη, ο οποίος μετεξελίχθηκε στον φεουδαρχικό νόμο. Έτσι λοιπόν, σε εκμεταλλευτικό επίπεδο, το φέουδο, σύμφωνα με τον μανοραλισμό (τμήμα της φεουδαρχίας, ως κοινονικό φαινόμενο, συνέχεια του Ρωμαϊκού συστήματος των λατιφούντιων), ήταν δομιμένο ως εξής:
  1. Κύρια Γη = η γη η οποία ελέγχεται απ’ευθείας από τον άρχοντα και τον οίκο του, ενώ οι δουλοπάροικοι είναι υποχρεωμένοι να εργάζονται εκεί
  2. Εξαρτημένες Γαίες = γαίες απο τις οποίες επιβίωναν οι δουλοπάροικοι και οι κολλύγες
  3. Ελεύθερες Γαίες = τμήματα γης τα οποία δεν είναι δουλοπαροικίες, αλλά στα οποία δουλεύουν ελεύθεροι αγρότες και επαγγελματίες
Δεν ήταν, βέβαια όλα τα φέουδα όμοια. Σε κάποιες περιπτώσεις, η γη ήταν ισότιμα χωρισμένη, ενώ σε άλλες περιπτώσεις το (κατα πολύ) μεγαλύτερο τμήμα ήταν Κύρια Γη, ή και σε άλλες περιπτώσεις, δεν υπήρχαν καθόλου ελεύθερες γαίες. Ακόμα και εντός των διαφόρων γαιών, υπήρχαν διαφοροποιήσεις, όπως η μετακίνηση δουλοπάροικων από την μια γη στην άλλη, η απελευθέρωση ενος τμήματος της εξαρτημένης ή της κύριας γης, κοκ.

Με την πάροδο των αιώνων, την τεχνολογική πρόοδο, και κυρίως, με την ανάπτυξη του εμπορίου, του Μερκαντιλισμού και των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, το φεουδαρχικό σύστημα άρχισε να δείχνει σημεία σήψης. Η παλιά αποκέντρωση του Ευρωπαϊκού συστήματος αντικαταστάθηκε από μια κεντρική βασιλική εξουσία (Γαλλία, Αγγλία, Ισπανία) ενώ ο αριθμός ελευθέρων γαίων αυξήθηκε κατακόρυφα. Η αγορά, η μανιφακτούρικη παραγωγή, η ανάπτυξη του εμποριού, άρχισαν να μετακινούν την εξουσία, από την τάξη των αριστοκρατών στην τάξη των ελεύθερων επαγγελματιών και αγροτών, των συντέχνων, των εφοπλιστών κοκ, αυτών οι οποίοι δημιούργησαν την λεγόμενη «αστική τάξη» (bourgeoisie). Η συνεχής, λοιπόν, ανάπτυξη των καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων, δηλαδή της μισθωτής εργασίας, έναντι στην φεουδαρχική αγγαρεία, έφερε τις δυο τάξεις σε ρήξη και το φεουδαρχικό σύστημα σε κατάρρευση. Όπως τους αιώνες της παρακμής της δουλοκτητικής κοινωνίας, η τάξη εκείνη των γαιοκτημόνων ήταν η πρωτοπόρα, απέναντι στους αυτοκρατορικούς δουλοκτήτες, αυτή που έδωσε ξανά κίνηση στην πρόοδο της κοινωνίας και την οδήγησε στην ανάπτυξη, έφτασε να είναι μια αντιδραστική τάξη που κρατούσε την κοινωνία οπισθοδρομική, και η νέα, η πρωτοποριακή τάξη ήταν η αστική. Παρά τις προσπάθειες για την ανατροπή της Φεουδαρχίας κατα την περίοδο του Μεσαίωνα και του Διαφωτισμού (βλεπε «Ζηλωτές της Θεσσαλονικής», «Γαληνότατη Δημοκρατία της Βενετίας», «Αγγλικός Εμφύλιος» κοκ) ήταν η Γαλλική Επανάσταση του 1789 που έβαλε το τελευταίο κάρφι στο φέρετρο του φεουδαλισμού και των παραγωγικών του σχέσεων. Μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα, η φεουδαρχία είχε σβήσει σχεδόν απο παντού στον Ευρωπαϊκό χώρο, με την Ρωσσική Αυτοκρατορία να καταργεί την τάξη των κολλύγων και να τους απελευθερώνει μόλις το 1861. Οι απελευθερωμένοι δουλοπάροικοι, μετακινούμενοι από την ύπαιθρο στις πόλεις, όπου ο καπιταλισμός βρισκόταν σε άνθηση, δημιούργησαν την «Εργατική Τάξη» ως μισθωτοί εργάτες, στην υπηρεσία της αστικής τάξης, της εξέλιξης εκείνης της τάξης των ελέυθερων αγροτών επαγγελματιών που πλεόν είχαν ιδιοποιηθεί τα μέσα παραγωγής, προδίδοντας έτσι τις προεπαναστατικές υποσχέσεις τους περί κατάργησης των ταξικών προνόμιων, της ισότητας και της δικαιοσύνης. Η, μέχρι χτές, πρωτοποριακή και επαναστατική αστική τάξη, είχε ήδη μετατραπεί σε χειρότερο δυνάστη από τους προκατόχους της. Δεν χρειάστηκε να αναπτυχθεί ιδιαίτερα ο καπιταλισμός, για να έρθουν σε ρήξη οι δυο νέες κοινωνικές τάξεις.
Εγγραφή στο newsletter του PoliticalDoubts.

YOUR OPINION

Το ΚΑΣ αποφάσισε να μην διατεθεί το μνημείο του Παρθενώνα για εκδήλωση οίκου μόδας:

Συμφωνώ. Η προστασία των μνημείων θα πρέπει να είναι απόλυτη
70.2%
Μάλλον διαφωνώ. Θα μπορούσαν να τεθούν αυστηρότεροι όροι.
8.7%
Διαφωνώ με την απόφαση. Δεν μπορεί να χάνονται ευκαιρίες προβολής της χώρας
14.9%
Συμφωνώ να μην διατεθεί ο Παρθενώνας. Δεν θα είχα αντίρρηση αν επρόκειτο για άλλον αρχαιολογικό χώρο
6.1%
Η ψηφοφορία για αυτό το δημοψήφισμα έχει λήξει

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση