Στοχασμοί 05/09/2017

Αταραξία - Συλλογή Ποιημάτων

Συλλογή από ποιήματα του Κτενά Αριστοτέλη. Εν Αθήναις. 

O ανθρωπάκος

Καθώς βαδίζω στο χώμα το βρωμοχοντρόκοκκο
και κλωτσώ τις μικρές του πέτρες που χει χάμου
θύματα μας λογίζω ενός κακού γονόκοκκου
του Θεού με κάποια, όποια ήταν, εξωγάμου

που Φτιάξε ένα βράδυ έμπνευσης τον ανθρωπάκο
του μηδενός και του αμέτρητου ισοδυνάμου
του βαλε και για φρουρό της πίστης του ένα διάκο
ένα γραμμάριο όλοι μαζί σε ένα κόσμο χιλιογράμμου

η κορυφή ένα χαμόγελο, το τέλος σε ένα λάκκο
να φτιάχνει τις σκέψεις του μορφή της άμμου
τα ψέματα Του όρισε να έχει τσομπανάκο
να ζει ζωή ελεύθερη εντός ενός θαλάμου

Θεέ μου παντοδύναμε και ειρωνικέ μου πλάστη
άκου φωνή που σου μιλεί ενός μικρού τσιγγάνου
ενός που από τη πίκρα του τον κάναν μετανάστη
θιάσου πόνος και κραυγή του κάθε τσαρλατάνου

στο δρόμο που κυκλοφορεί, και πέτρες σου κλωτσάει
στη σκέψη του στριφογυρνά γιατί εν ζωή εκλήθη
καρπός σου που τον ουρανό στοχαστικά κοιτάει
και νιώθει απ όλα πιο πολύ σαν κουτορνίθι
δες που όσο γεράζει πιο πολύ τ αρέσει να σιωπάει
κι ήταν το ποίημα του αυτό, μια σκέψη που ανεβλήθη.


 

Γρατζουνιά στην άμμο

Γρατζουνιά
στα χρόνια που περάσαν
τα νιώθω γραμμικά
και θολωτά

Κοπελιά
δεν έχω πια να γράψω
αστεία κωμικά
ή κάποια λυγαριά

Βουητά
Παίζει η κασέτα
θλιμμένα βογγητά
τώρα γοερά

Πορφυρά
τα όνειρα του τότε,
μείναν στα σκαριά
κάποιου σινεμά.

Μουσικά
περνάω τον καιρό μου
ποιήματα πολλά
όλα νεκρικά.

Νηστικιά
ξεμένει η ψυχή μου
την πείνα ξεγελά,
δεν την ξεπερνά

Τελικά,
μαθαίνω το μυαλό μου
στη μαύρη αραπιά,
κάπου σκιερά.

Σκουντουφλά,
σοριάζεται όλή χάμου
καρδιά φροϋδικιά
στην άμμο την παχιά


 

Ανθρώπινο κυνήγι

Βρήκα την έξοδο κινδύνου
μέσα σε πάρκινγκ της Βαγδάτης
πήρα την έγκριση δελφίνου
από το ΠΑΣΟΚ της αυταπάτης.

πέφτουν οι βόμβες, πεφταστέρια
και συ κοιτάζεις τις βιτρίνες
μου λες τυριά όλα τα κασέρια
κι αποποιείσαι τις ευθύνες.

τρέχουν τα τανκς αριστερά μας
εσύ κοιτάζεις δυο μποτάκια
φοράω το πάνω της πυτζάμας
και χω διπλώσει τα μπατζάκια

θα μας σκοτώσουνε στο λέω
έχω μουσκέψει από το κάμα
θα με μπερδεύεις για Ρωμαίο,
γιαυτό και θά το παίζεις ντάμα!

Μας κυνηγάνε με τα ούζι
και συ χαζεύεις τις Vuitton
η Scotland Yard μες το τζακούζι
με μια κλίκα Ισραηλιτών.

Mε χτυπούν με το καλάμι
γιατί δε ξέρουν να σουτάρουν,
κάτι στρατιώτες απ το Μπραχάμι
ορκισμένοι "να μη καλμάρουν"

Θα σε αφήσω μια μέρα
το πόλεμό θα εγκαταλείψω
θα παώ να μείνω στη Καμπέρα
και κει στα Lidl θα τους λείψω

Μπαίνω τη νύχτα σε μια γαλέρα
μ' έχω με φούμο πασαλείψει
φοράω στα μούτρα μια ζαρτιέρα
κανείς να μη με ανακαλύψει

Mε έχει κουράσει ο ψυχισμός τους
από τους φίλους μου υπεκφεύγω
εγώ μιλάω σε αγνώστους
και τους γνωστούς μου αποφεύγω..

..η θρησκεία, ο αεροψεκασμός τους
και όλα αυτά που αποστέργω
ο πόλεμός κι ο φασισμός τους
θέλω να δω ένα άλλο έργο.

 


 

Οι Ρίζες

"Σαν εμβάτης της Προποντίδος
ελευθερώθη το εικοσί
μιας αξέχαστης πατρίδος
που 'σο υπάρχει όλο πενθεί

ο Προπάππους μου, ο γιος του
με ένα βαπόρι κολυμπεί
μες του νόστου του αγνώστου
να σφίγγει δόντια άπνευστί

απ τη Στέρνα στην Αρίσβη
και απ τη Σμύρνη βαδιστοί
τους ακούς σαν να 'ναι φλοίσβοι
και χτυπούνε την ακτή

το σαράντα σε μια γούβα
πολεμάνε τους Ναζί
και τους βάζουν σε μια κλούβα
να πεθαίνουν νυστικοί

ο Παππούς μου μωροπαίδι
μες το σπίτι Γερμανοί
μια Ελλάδα τροχοπέδη
σε μιας μπότας μηχανή

σαν μεγάλωσε, αντάρτες
τον εκάναν διανομή
και χωρίστηκαν σε γδάρτες
κι όλοι άλλοι δουλικοί

ο Πατέρας μου παιδάκι
και ο Φοίνηκας εκεί
η Ελλάδα σε σκαμνάκι
και η Κύπρος στο σκαμνί

κι ο Αδερφός μου ο μικρός μου
να μεγαλώνει κάθ' αυγή
σε μια χερσόνησο του κόσμου
που κυβερνούνε οι Γραικοί
...
στην πατρίδα ελιών και δυόσμου
Τι ξημερώνει να φανεί 

 


Εν απουσία

Ψυχωμένος, αν ήταν ο Θεός,
ο άνθρωπος κατ εικόνα Του
γυμνός.

άγνωστη έννοια η αιδώς
της φύσης πατρόνα Του
διαρκώς

Ο θαλασσινός Του υετός
σαν αγνή Μαντόνα του
μνηστή

ο πόνος θα 'τανε ειρμός,
κι η όποια στρατώνα του
θνητή.

Ψυχωμένος δεν είναι ο Θεός
ο άνθρωπος στο ξενώνα Του
λυτός

τέρπει τα νάζια της σαρκός
ούτ ένας στον πυλώνα του 
τριγμός

όποιος διαφωνεί, νεκρός
ή φαιός στη νυμφώνα του,
σιγεί

εν απουσία Σου, κλητός
να βρει τη μυοκτόνα του, 
Αλλαγή


 

Στη θάλασσα

Τρέχουν νερά απ' τις σεντίνες
κι έχει μουσκέψει ο μπουλμές
του γραφείου είναι ευθύνες
που δε πληρώνει για ζημιές

Τσιγάρο ανάβω, το κοιτώ,
ενώ 'να αλάρμ βαράει διαρκές,
δε θέλω μείτε να το πιώ
μα πως περνάνε οι νυχτιές;

Μέσα στου πλοίο το φλοιό
Ένα τραγούδι ναυτικό
μονάχος ψιθυρίζω
Δεν έχω άλλη υπομονή
Μέσα σε τούτο το σκαρί
τον κόσμο να γυρίζω


 

Εσύ

Είναι όλου του κόσμου η μαγεία
το βλέμμα σου
σαν του μεταξιού ληστεία 
το δέρμα σου.


Είσαι μες στου κάδρου την ευθεία 
κονδυλιά.. καμαρωτή,
κι είναι σαν να βλέπεις σ' εκκλησία
Παναγιά ζωγραφιστή.


 

Η ζωή στις επιθεωρήσεις

Άλλαξαν τα δρομολόγια πιά των αεροπλάνων
Πρέπει να χυθείς μες τη καρέκλα εκτός των άλλων
Δες ανακοινώσεις στά Κινεζικά που σ'άφορούν
Στή μετάφραση θα μάθεις πως τα σκάφη δεν πετούν


Μες τα μάτια σου νεκροταφία αεροσκαφών
Έξοδοι κινδύνων, διάδρομοι υγροί, μπαγάζ πλαφόν.
Χρόνος της αναμονής• του κεφαλιού σου κατατάξεις
Πόνος μέσης• λάθος της στάσης, στις ανάταράξεις.


Τα καράβια πάντα 'κεί στο ντόκο αραγμένα-δες
Γιάπωνέζικο σασί, με σκράτσιζ στο πορτσάιντ, λες
ΜΑΝ η μάρκα μηχανής, επιθεώρηση λαδιού.
Στη καμπίνα σου ο φάνης* τραγουδά του κρεβατιού.


"Κούνα βρε κρεβάτι πίσω μπρός! μετά κι ανάποδα"
Άπ' την σκάλα.. στ'ακομοδέσι, ακούς παράπονα!
Με τσεκλίστ στον καναπέ και του γραφείου τα χαΐρια..
Του πιππίνου τέλειωσε ο καπνός.. κι άλλα χατήρια.


Βράδυ απέναντι η γέφυρα της Λίσμπον όλη
Στάρια τ'αμπάρια γεμισμένα, δεν θα δεις τη πόλη
Μάτια κλείνεις, του φορτίου μη σου μπεί κανάς λεκές
Άλλα σκέφτεσαι, αλλά "χει σκράτσιζ στο πορτσάιντ" λες


 

Προσωπικά

Την ευτυχία σπίτωσα
Κι έχω καημό μονάχα
Ενα συγνώμη που χρωστώ
Στους φίλους άμα πλήγωσα
Σε εχθρούς που τάχα
Έπρεπε να μη λυπηθώ
Και τσάμπα τους ξεσήκωσα.


 

Στον Κ.Γ.Κ

Κωστά περνά και η δική μου η ζωή.
Κωστά με άφησε ο Θεός σε εν' ακρογιάλι
και παραβολικά με βάφτισε αρνί.

Ειναί οι ανθρώποι, Κωστάκη μου, αισχροί
κι όσο ασπρίζω κ με βλέπω γκριζομάλλη
Κωστά 'ανδρείκελο' θα μοιάζω με βαφή.

Πως σταματούν του κεφαλιού τη διαρροή;
Νεοί που ζουν με της βολής το παρακάλι,
τα 'χούν μουτζώσει και λουφάρουν καταή.

Εχώ με 'κείνα και με δαύτα απελπιστεί..
υπάλληλοι δημόσιοι και παπαγάλοι,
μιζές, κουφάλες, έρωτες, καημοί.

Ενιώθες πόνο μάταιο σε κάθε εισπνοή
-ήσουν αυτόχειρας που δε θα αναβάλει,
που με την τρέλα κάθε βράδυ του δειπνεί.

Ισώς εσύ να'χεις ολόχρυσο κλειδί.
Πες μου γιατί ο κόσμος απεστάλη
να ζήσει πόνο κ χαρά για μια στιγμή;

Τι νόημα έχει να τη ζήσουμε σκυφτοί;
Τι βιάστηκες να στήσεις μανουάλι
κι αυξήθηκαν κατ' ένα οι σοροί;


 

Η ζωή

Ό αέρας στο κατάρτι τό πρυμιό
το αυτί της μοίρας τό κρατά κουφό,
τής φωνάζουν ναύτικοί και στέριανοί
μα στο τέλος κάνουν ό,τι πεί.


Ήρθα νύχτα στό κατάρτι τό πρυμιό,
νά σου πώ γραπτώς πως μ'έμαθές να ζώ:
"Δέ ζητώ ποτέ Ζωή την πρόσοχή
τή γδυτή σου βλέπω τώρα έκδοχή


μοιάζεις σά να έχεις μέσα σού θυμό
σά θνητό, που μέ ναυάγησές, να ζώ
πού 'μαι τού Θεού το άσωτό σκυλί
καί μου ρίχνει ό καθένας όοο,τι βρεί!"


 

Η σύσκεψις

Κανείς για τη δόξα μου δε ρώτησε. Γιατί όλοι ταχταρίζουν τη δικιά τους.
Μόνος αποκρίθηκα στο στρογγυλό τραπέζι κι είπα “εγώ δεν έχω δόξα”.

Όλοι με κοιτάξαν συμπονετικά, σαν ένα κακό που δεν τους αφορά με βρήκε.
Το βλέμμα είχαν που ο τρανός λέει χωρίς τα μάτια να κουνά "Δε πειράζει".
Κι ύστερα πως ήμουν μόνος σκέφτηκαν. Και νιώσαν ελαφρώς.. πιο ωραία.

Ο ένας ήταν ταμείας σε ένα σύλλογο. Ο άλλος αντιπρόεδρος σε κάτι που ‘χει ιδρύσει.
Κι ένιωσα μόνος πια να κάθομαι , σε ένα τραπέζι Ελλήνων δοξασμένων.


 

Τυράννια

Όταν φυσά ο άνεμος
και τα μαλλιά σου παίρνει
να τα κρατάει σκέφτεται
στολίδια να υφαίνει.


Κι η φύση τον καλεί
"Άνεμεε φύσαγέ τη!"
για να μυρίσει η πλάση μια στιγμή
τη μυρωδιά απ τη χαίτη.


Ο ήλιος βρέχει στο λαιμό,
λάγνα, ακτίνες στη μορφή σου
ζηλεύει λέει το φόρεμα
που κρύβει το κορμί σου..


Κι εγώ η μικρή η θάλασσα
παφλάζω τα νερά μου
κι άμα με δεις τα ηρεμώ
μήπως και 'ρθεις κοντά μου


 

Εκείνοι, όπως εμείς
 
Κι όταν σωπάσει η (χρυσ)αυγή
Την πίκρα που μας δάνεισε
Το μίσος που μας χάρισε
Θα μείνουμε μονάχοι

Τι θα χει το δείλη να μας πει;
Τον κακό μας δίδαξε εαυτό
χτυπάμε τον ξεριζωμό
τον διώξαμε απ το ράφι

Και φύγαν οι ξένοι αυτοί που μας χαλούσαν
που Χριστό δε προσκυνούσαν
Και που ‘ναι τώρα το χρυσάφι;
Σαμπως δε φταίγανε αυτοί;

Τώρα που 'ναι πνιγμένοι
Ω πόσο μας ευφραίνει
Γιατί είμαστε ακόμη σκυθρωποί; Νισάφι
Τώρα μόνο Ευρωπαίοι αστοί (!)

Μαζί τους θα φάμε
Γιατί όμως πεινάμε;
Γίναμε εμείς αλλοδαποί
σε κέινων το χωράφι


 

Η χαμένη ευκαιρία της γριάς

μου παν για σένα οι δασκάλοι στο πανεπιστήμιο
πως η "Ευρώπη" είναι όνομα αγιωνύμιο
πως οι ανθρώποι μάθανε απ' τις καταστροφές
και μεγαλώναμε με βέλτιστες ανατροφές

ψέμα

Τι άσχημη που είσαι όταν φλέγεσαι
στο Παρίσι στα προάστια όταν καίγεσαι
στις Βρυξέλλες κύκλοι λένε πέθανες
στην Αθήνα τις ζωές πως αποξέρανες

εγώ πίστεψα σε σένα και προδόθηκα
τη μορφή σου να παλεύω αναλώθηκα
εσύ δεν έμαθες τους πύργους όταν καίγανε
πως μια μέρα για ερωμένη σε διαλέγανε

από μέσα άμοιρη μικρή προδόθηκες
τι κι αν γέρασες πολύ κενώθηκες
ήταν έντιμες ποτέ οι αξίες σου;
ή νικούσαν διαρκώς οι αναφυλαξίες σου;


 

Για το χωριό

Στον Ίασμο, το γιασεμί
τ'αρχαίο όνομά του
γυρνά ήχος μαντάτου
σε μέρος αβαθή

τα συζητούν σ'τζι γειτονιές
θυμούνται ντα παλιά των
ριγμών και ραϊσμάτων
δουλειές μα κι αφεντιές

Σα τόπος κουτουρντά
γυρνά μεστο μυαλό μου
σα ν'άφηκα το μερτικό μου
σε έκείνο το βορρά..

μνήμη κλειστή στη γκλάβα
κοφτή απ τζι'άκρες κάτου κάτου
σα το γιοφύρι του Κομψάτου
απάτητη στο διάβα 


 

Βάρδια με παρέα βράδια μοναχός

Σφίγγεις τα βίτζια κι απορείς πως έκλεισε
ο χώρος
και πως ξημέρωσε ξανά, με θλήψη η αυγή.
Του καπετανιου του χρωστάς, κι ας ξέρει
ταυτοχρόνως,
πως τα λεφτά σου τα 'φαγες με κείνη την Ινδή.

Είναι αυτό που κυβερνά
τις ώρες στο καράβι,
αυτό που οι υπόλοιποι το ξέρουν,
ναυτικοί.
Αυτό που πάσχεις και φωτιά,
στα στήθια σου ανάβει,
σαράκι, που σα θάλασσα ..λιμνάζει,
στατική.

Ξέχνα πως είναι να βιράρουμε
και πως σφυρίζει πάντα
τρεις φορές.
Σε πολιτείες, κόρες, θα σαλπάρουμε
που η γη τις γέννησε στου κόσμου
τις γωνιές.

Κι απ'τον ήλιο ας είναι να μαυρίζουμε,
πάνω στο ντεκ κοιτώντας
τα πουλιά.
Παρέα στη βάρδια για να καπνίζουμε
στη γέρφυρα..,
πορεία δεξιά.

Ξέρω, η νοσταλγία τη σκέψη δυναστεύει,
η νοσταλγία που συχνά σκαντζάρει
την οργή.
Περνά απ'τα μάτια σου θολά την ώρα που δουλεύει
το χέρι σου, που γρήγορα περνά
μια εγγραφή.

Είναι η μάνα που ποτέ, πότε σου δε λυπάσαι
η μάνα που παράτησες και μένει πάντα
εκεί,
στο σπίτι το μικρό, τη ζέστη που θυμάσαι
και η μικρή που ονόμασες ..αγάπη
ναυτική.

 


 

Ξενιτεμένη του μυαλού

εφιαλτες θηριόμορφοι
κουρνιαζουν στη φλοκάτη
δε σε θυμάμαι όμορφη
λείπει μορφής κομμάτι

σε πικροφέρνει τ' όνειρο
μες σε βαπόρι αύτανδρο
κάπτεν έχει παμπόνηρο
κι είσαι κλειστή στο σκάφανδρο

ό,τι κι αν πώ είναι άνεμος
λόγια μακριά ο παράδεισος
μες στην καρδιά σου απάνεμος
αμούστακος και κακοθάλασσος


 

Εγγραφή στο newsletter του PoliticalDoubts.

YOUR OPINION

Το ΚΑΣ αποφάσισε να μην διατεθεί το μνημείο του Παρθενώνα για εκδήλωση οίκου μόδας:

Συμφωνώ. Η προστασία των μνημείων θα πρέπει να είναι απόλυτη
70.2%
Μάλλον διαφωνώ. Θα μπορούσαν να τεθούν αυστηρότεροι όροι.
8.7%
Διαφωνώ με την απόφαση. Δεν μπορεί να χάνονται ευκαιρίες προβολής της χώρας
14.9%
Συμφωνώ να μην διατεθεί ο Παρθενώνας. Δεν θα είχα αντίρρηση αν επρόκειτο για άλλον αρχαιολογικό χώρο
6.1%
Η ψηφοφορία για αυτό το δημοψήφισμα έχει λήξει

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση