Στοχασμοί 05/09/2017

Αταραξία - Συλλογή Ποιημάτων / Στίχων

Συλλογή από ποιήματα του Κτενά Αριστοτέλη.

Εν Αθήναις. 

 

El immigrante (μτφρ. Ο μετανάστης)

..iluminó la luna
a través del tragaluz
Estaba en la cuna
junto al que me dio a luz


No sabia el destino
ni en que lugar nací,
si me convierto clandestino
Descubriré todo aquí


mi mamá era pobre
una pobre.. fea soltera
una vez me dijo con mi nombre
"no tener miedo la fiera"

y tan, solo y extraño
Empecé a llegar a Europa
a quien veo lo hago mi hermano
con mi única propiedad, mi ropa.

Μετάφραση:
..φώτιζε το φεγγάρι
μέσα από το φεγγίτη
βρισκόμουν στην κούνια
δίπλα σε αυτή που με γέννησε

δεν ήξερα τη μοίρα
ούτε σε ποιο τόπο είχα γεννηθεί
αν γίνω μετανάστης
θα τα μάθω όλα εδώ

η μαμά μου ήταν φτωχή
μια φτωχή άσχημη ανύπαντρη (γυναίκα)
μου είπε μια φορά το όνομα μου
"να μη φοβάσαι το άγριο"

και έτσι μόνος μου και ξένος
ξεκίνησα να φτασω στην ευρώπη
οποιον δω, τον κάνω αδερφό μου
με μόνη μου περιουσία, τα ρούχα μου

______________________________________________________________________

 

O ανθρωπάκος

Καθώς βαδίζω στο χώμα το βρωμοχοντρόκοκκο
και κλωτσώ τις μικρές του πέτρες που χει χάμου
θύματα μας λογίζω ενός κακού γονόκοκκου
του Θεού με κάποια, όποια ήταν, εξωγάμου

που Φτιάξε ένα βράδυ έμπνευσης τον ανθρωπάκο
του μηδενός και του αμέτρητου ισοδυνάμου
του βαλε και για φρουρό της πίστης του ένα διάκο
ένα γραμμάριο όλοι μαζί σε ένα κόσμο χιλιογράμμου

η κορυφή ένα χαμόγελο, το τέλος σε ένα λάκκο
να φτιάχνει τις σκέψεις του μορφή της άμμου
τα ψέματα Του όρισε να έχει τσομπανάκο
να ζει ζωή ελεύθερη εντός ενός θαλάμου

Θεέ μου παντοδύναμε και ειρωνικέ μου πλάστη
άκου φωνή που σου μιλεί ενός μικρού τσιγγάνου
ενός που από τη πίκρα του τον κάναν μετανάστη
θιάσου πόνος και κραυγή του κάθε τσαρλατάνου

στο δρόμο που κυκλοφορεί, και πέτρες σου κλωτσάει
στη σκέψη του στριφογυρνά γιατί εν ζωή εκλήθη
καρπός σου που τον ουρανό στοχαστικά κοιτάει
και νιώθει απ όλα πιο πολύ σαν κουτορνίθι
δες που όσο γεράζει πιο πολύ τ αρέσει να σιωπάει
κι ήταν το ποίημα του αυτό, μια σκέψη που ανεβλήθη.

______________________________________________________________________

 

Γρατζουνιά στην άμμο

Γρατζουνιά
στα χρόνια που περάσαν
τα νιώθω γραμμικά
και θολωτά

Κοπελιά
δεν έχω πια να γράψω
αστεία κωμικά
ή κάποια λυγαριά

Βουητά
Παίζει η κασέτα
θλιμμένα βογγητά
τώρα γοερά

Πορφυρά
τα όνειρα του τότε,
μείναν στα σκαριά
κάποιου σινεμά.

Μουσικά
περνάω τον καιρό μου
ποιήματα πολλά
όλα νεκρικά.

Νηστικιά
ξεμένει η ψυχή μου
την πείνα ξεγελά,
δεν την ξεπερνά

Τελικά,
μαθαίνω το μυαλό μου
στη μαύρη αραπιά,
κάπου σκιερά.

Σκουντουφλά,
σοριάζεται όλή χάμου
καρδιά φροϋδικιά
στην άμμο την παχιά

______________________________________________________________________

 

Μόνο είναι τώρα

Σα ξημερώνει κάθε αυγή
εμέ μαραίνει κι άλλο..
και δε θα κάνει καν δεκτή,
την αίτηση μου να αναβάλλω.

Όσο ο ήλιος βγαίνει το πρωί
και ψάχνω τι να βάλω..
μου λιγοστεύει καμποσ' η πνοή
σκέψου το και δεν σφάλω.

Ζωή που κάνουν οι ανθοί
χωρίς να ανθίσω κάνω,
πιστεύω με έφτιαξαν θεοί,
μα μες το χώμα φθάνω..

να γίνει λάσπη η ζωή
-μια κοπριά εκεί χάμω-
και ας νομίζω θεϊκή
τη φύση μου, από άμμο.

Θα πέσει γύρω μια σιγή
προτού μάνα προκάμω !
εν τέλει ήταν πιο φτηνή
και πιο κοντή από νάνο

των ημερών μας η αυγή
κριμά που ζούσα εν εξάλλω
κι ούτε που σκέφτηκα γιατί
όλο ζητούσα να αναβάλλω.

______________________________________________________________________

 

Στον κόπρο του Αυγεία

Ζούμε κοινωνικά στον κόπρο του Αυγείου
ταβάνι μας ..ο πάτος πτύελοδοχείου
είμαστε έκδοτοι καποιού πολιτικού αιδοίου
Αυγούστου Αθήνας ερημιά και μεις ο Τσίου.

Έχει ανοίξει το κουτί και η Πανδώρα
μας τρώει όλο το ψωμί και μένει η κόρα
κι όλο πιστεύουμε σε μάγους με τα δώρα
θαρρείς πως κατ ευφημισμό μας λένε χώρα

Ψεύτες κομίζουνε τη γλαύκα εις Αθήνας
ενώ παιδιά πεθαίνουνε της πείνας
και συ λογίζεσαι αν θά σου βγει ο μήνας
σε ένα πλατύσκαλο μιας πλούσιας βιτρίνας

Υφαίνεις άκαρπα ιστό της Πηνελόπης
σε ένα χάσμα μεταξύ τριγλύφων και μετόπης
τι κι αν ο Μάθιου έγραφε ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις
πολύ θα ήθελες να γίνει εδώ της Πόπης

Επαναστάτη μου εξ' απαλών ονύχων
φοβάσαι άφοβε και τις σκιές των ίσκιων
χαράμι λέξεων στα λόγια αυτών των στίχων
θεάθηκε το θάρρος σου σε μάτια τυμβωρύχων

Είσαι ολόκληρος μια πτέρνα του Αχιλλέα
που σε ρωτούν και εσύ απαντάς όλα ακμαία
καημένο άλογο καποιού πολιτικού ιππέα
τη γέννησή σου τη μετάνιωσε και η μαία

Μα τι τα γράφω δεν ιδρώνει το αυτί μας
αφού στα ίδια είναι κι η ζωή η δική μας
κι όταν τελειώσει η στροφή αυτής της ρίμας
θα 'μαστε πίσω σε ένα κόσμο παντομίμας.

______________________________________________________________________

 

Οι Ρίζες

Σαν εμβάτης της Προποντίδος
ελευθερώθη το εικοσί
μιας αξέχαστης πατρίδος
που 'σο υπάρχει όλο πενθεί

ο Προπάππους μου, ο γιος του
με ένα βαπόρι κολυμπεί
μες του νόστου του αγνώστου
να σφίγγει δόντια άπνευστί

απ τη Στέρνα στην Αρίσβη
και απ τη Σμύρνη βαδιστοί
τους ακούς σαν να 'ναι φλοίσβοι
και χτυπούνε την ακτή

το σαράντα σε μια γούβα
πολεμάνε τους Ναζί
και τους βάζουν σε μια κλούβα
να πεθαίνουν νυστικοί

ο Παππούς μου μωροπαίδι
μες το σπίτι Γερμανοί
μια Ελλάδα τροχοπέδη
σε μιας μπότας μηχανή

σαν μεγάλωσε, αντάρτες
τον εκάναν διανομή
και χωρίστηκαν σε γδάρτες
κι όλοι άλλοι δουλικοί

ο Πατέρας μου παιδάκι
και ο Φοίνηκας εκεί
η Ελλάδα σε σκαμνάκι
και η Κύπρος στο σκαμνί

κι ο Αδερφός μου ο μικρός μου
να μεγαλώνει κάθ' αυγή
σε μια χερσόνησο του κόσμου
που κυβερνούνε οι Γραικοί
...
στην πατρίδα ελιών και δυόσμου
Τι ξημερώνει να φανεί 

______________________________________________________________________

 

Παραμύθι

Ζούσαν στο βάθος τρια παιδιά
ο Αχμέτ, ο Αμέτ και η Χιλά
και απέναντι τους, μια γιαγιά
αρνάκι, ήσυχη στην μοναξιά

Μα τα φοβόταν τα σκασμένα
της εκαθόταν στον αυχένα
κι έψαχνε να βρει κρυμμένα
αυγά, που δεν ήτανε βρασμένα..

..ένα πρωί - πολύ πρωί 
φιδεμπορας περνεί
"αυγά αυγά" της ξεφωνει
"άβραστα όμως χωριανοι"!

παίρνει η γριά ένα αυγό
και παει ψηλά προς το βουνό
εδώ θα κάτσω για καιρό 
απάνω του να το κλωσώ

και δε περάσαν τρεις Δευτέρες
τρεις μήνες ή τρεις μέρες,
τ'αυγό εκκολάφτηκε στις ξέρες
δεν βγήκαν όμως θυγατέρες!

Πήρε το τέρας η γριά
το βαλε δίπλα στα αρνιά
να μασουλάει τα βυζά
μέχρι που τά 'φαγε κι αυτά

Άλλοτε νά 'ταν Κυριακή
άλλοτε καθ-ημερινή
πήγαινε δίπλα στην αυλή
και έκλεβε ό,τι του φανεί

Η γρα φοβόταν το κισμέτ
δε του μιλούσε τετ α τετ
φόβος καλούσε τον Αχμέτ
χολή κομμένη και ο Αμέτ!

Παίρνει μια κόκκινη θηλιά,
διαλέγει κι ένα απ τα σπαθιά,
η πιο μικρή απ τα παιδιά....
η κόρη βρε, η Χιλά.

Στο κήπο μέσα στην αυλή
παραφυλάει και δε μιλεί
κοντή - μια στάλα, μα αλτική 
τα δόντια σφίγγει πιο πολύ

μές το μυαλό της είναι ήδη
πως ποταπά είναι τα είδη
πιο φοβισμένα κι από στρείδι
που δε σπάν τ'αυγό απ΄το φίδι

το τέρας κατεβαίνει μόνο
χα! με ένα χτύπημα - με ένα πόνο
το αποκεφαλίζει μες το δρόμο
και η γρα κοιτάει μες τον τρόμο!!

Ο Αχμέτ κι ο Αμέτ βοούν
και τη Χιλά επευφημούν
μέχρι τα χιόνια να φανούν
και μες το σπίτι να κλειστούν

Μα λύκοι γίνανε τα αρνιά
θέλανε κι αυτοί παιδιά
ήτανε δυό.. και ήταν μιά..
και όλο πειράζαν τη Χιλά!

Η γρα απέναντι το σπίτι.
Δριμύ το κρύο που την πλήττει..
κι είδε μόνο ένα σπουργίτι
του θανάτου της το θύτη.

Είδε και απόειδε η Χιλά
Στο σπίτι δίπλα ξεχυμά
εκεί που ζούσε η γριά
κρύβεται ακόμα πιο βαθιά

Χρόνια περάσανε, ας πούμε δέκα
Ο Αχμέτ βρήκε γυναίκα
κι ο Αμέτ μία, σαν στέκα
κάνανε γιους και μια μπεμπέκα!

Τα παιδιά επαίζαν στην αυλή
και λέγαν τη Χιλά χαζή
"είναι γριά για μας αυτή
χα, και μας φοβάται και πολύ!"

Η Χιλά μονάχη της εζούσε
εκδίκηση μόνο ζητούσε
μες τα βουνά που περπατούσε
σε μια σπηλιά κάτι ηχούσε.

Σκύβει και βλέπει στη σπηλιά
ένα τερατάκι τόσο δα ...
της λέει με ανθρώπινη φωνή,
"το πάμε πάλι απ'την αρχή;"

______________________________________________________________________

 

Εν απουσία

Ψυχωμένος, αν ήταν ο Θεός,
ο άνθρωπος κατ εικόνα Του
γυμνός.

άγνωστη έννοια η αιδώς
της φύσης πατρόνα Του
διαρκώς

Ο θαλασσινός Του υετός
σαν αγνή Μαντόνα του
μνηστή

ο πόνος θα 'τανε ειρμός,
κι η όποια στρατώνα του
θνητή.

Ψυχωμένος δεν είναι ο Θεός
ο άνθρωπος στο ξενώνα Του
λυτός

τέρπει τα νάζια της σαρκός
ούτ ένας στον πυλώνα του 
τριγμός

όποιος διαφωνεί, νεκρός
ή φαιός στη νυμφώνα του,
σιγεί

εν απουσία Σου, κλητός
να βρει τη μυοκτόνα του, 
Αλλαγή


 

Nasradin Hoxha

Μια φορά κι ένα ζαμάνι
ξαπλωτός σ' ενά ντιβάνι
άκουσα για ένα ντελή
που θελε Χότζας να γενεί.
 
Ένα σούφι μπαμπαλή
ίσως γιος, κάποιου Αλή
που κανε με μια κομσού..
μια βραδιά στα κουτουρού.
 
Στο μεγάλο Κορασάν
έκαμε όλο τον πασάν
και τον κόσμο σ ένα κιούπι
χώρεσε με ένα καλούπι.
 
Μέρχαμπά και τι χαμπάρι;
Της Τουρκίας το καμάρι
κολαούζος του αγά
πού παιρνε τα γραμματά.
 
και γυρνούσε την Ασία
απ' το Χισάρ στη Σηλυβρία
να διδάξει τζαναμπέτες
να μη γίνουν όλοι τσέτες.
 
Νασρεντίν Μουλά ή Εφέντι
Χότζα που γύρευες το γλέντι
με το τσάμπα και στη ζούλα
να τρυπώσεις στην τρυπούλα
 
πότε παίζεις τον σακάτη
πότε γιος μεγάλου μπάτη
λίγο ντέρτι λίγο χατήρι
να κερνιέσαι μουσαφίρη
 
Τσομπανεύεις τον ντουνιά
τα ρουσφέτια που ζητά
και δουλεύεις τα Βεζίρια
σε τουρκοβούνια και τσαϊρια.
 
Τόσους τσίφτες και τσιράκια
δίδαξες μες τα σοκάκια
κι όταν έκλεβες πιλάφι
φώναζες εσύ "νισάφι"!

______________________________________________________________________

 

Εσύ

Είναι όλου του κόσμου η μαγεία
το βλέμμα σου
σαν του μεταξιού ληστεία 
το δέρμα σου.


Είσαι μες στου κάδρου την ευθεία 
κονδυλιά.. καμαρωτή,
κι είναι σαν να βλέπεις σ' εκκλησία
Παναγιά ζωγραφιστή.

______________________________________________________________________

 

Προσωπικά

Την ευτυχία σπίτωσα
Κι έχω καημό μονάχα
Ενα συγνώμη που χρωστώ
Στους φίλους άμα πλήγωσα
Σε εχθρούς που τάχα
Έπρεπε να μη λυπηθώ
Και τσάμπα τους ξεσήκωσα.

______________________________________________________________________

 

Στον Κ.Γ.Κ

Κωστά περνά και η δική μου η ζωή.
Κωστά με άφησε ο Θεός σε εν' ακρογιάλι
και παραβολικά με βάφτισε αρνί.

Ειναί οι ανθρώποι, Κωστάκη μου, αισχροί
κι όσο ασπρίζω κ με βλέπω γκριζομάλλη
Κωστά 'ανδρείκελο' θα μοιάζω με βαφή.

Πως σταματούν του κεφαλιού τη διαρροή;
Νεοί που ζουν με της βολής το παρακάλι,
τα 'χούν μουτζώσει και λουφάρουν καταή.

Εχώ με 'κείνα και με δαύτα απελπιστεί..
υπάλληλοι δημόσιοι και παπαγάλοι,
μιζές, κουφάλες, έρωτες, καημοί.

Ενιώθες πόνο μάταιο σε κάθε εισπνοή
-ήσουν αυτόχειρας που δε θα αναβάλει,
που με την τρέλα κάθε βράδυ του δειπνεί.

Ισώς εσύ να'χεις ολόχρυσο κλειδί.
Πες μου γιατί ο κόσμος απεστάλη
να ζήσει πόνο κ χαρά για μια στιγμή;

Τι νόημα έχει να τη ζήσουμε σκυφτοί;
Τι βιάστηκες να στήσεις μανουάλι
κι αυξήθηκαν κατ' ένα οι σοροί;

______________________________________________________________________

 

Η ζωή

Ό αέρας στο κατάρτι τό πρυμιό
το αυτί της μοίρας τό κρατά κουφό,
τής φωνάζουν ναύτικοί και στέριανοί
μα στο τέλος κάνουν ό,τι πεί.


Ήρθα νύχτα στό κατάρτι τό πρυμιό,
νά σου πώ γραπτώς πως μ'έμαθές να ζώ:
"Δέ ζητώ ποτέ Ζωή την πρόσοχή
τή γδυτή σου βλέπω τώρα έκδοχή


μοιάζεις σά να έχεις μέσα σού θυμό
σά θνητό, που μέ ναυάγησές, να ζώ
πού 'μαι τού Θεού το άσωτό σκυλί
καί μου ρίχνει ό καθένας όοο,τι βρεί!"

______________________________________________________________________

 

Η σύσκεψις

Κανείς για τη δόξα μου δε ρώτησε. Γιατί όλοι ταχταρίζουν τη δικιά τους.
Μόνος αποκρίθηκα στο στρογγυλό τραπέζι κι είπα “εγώ δεν έχω δόξα”.

Όλοι με κοιτάξαν συμπονετικά, σαν ένα κακό που δεν τους αφορά με βρήκε.
Το βλέμμα είχαν που ο τρανός λέει χωρίς τα μάτια να κουνά "Δε πειράζει".
Κι ύστερα πως ήμουν μόνος σκέφτηκαν. Και νιώσαν ελαφρώς.. πιο ωραία.

Ο ένας ήταν ταμείας σε ένα σύλλογο. Ο άλλος αντιπρόεδρος σε κάτι που ‘χει ιδρύσει.
Κι ένιωσα μόνος πια να κάθομαι , σε ένα τραπέζι Ελλήνων δοξασμένων.

______________________________________________________________________

 

Τυράννια

Όταν φυσά ο άνεμος
και τα μαλλιά σου παίρνει
να τα κρατάει σκέφτεται
στολίδια να υφαίνει.


Κι η φύση τον καλεί
"Άνεμεε φύσαγέ τη!"
για να μυρίσει η πλάση μια στιγμή
τη μυρωδιά απ τη χαίτη.


Ο ήλιος βρέχει στο λαιμό,
λάγνα, ακτίνες στη μορφή σου
ζηλεύει λέει το φόρεμα
που κρύβει το κορμί σου..


Κι εγώ η μικρή η θάλασσα
παφλάζω τα νερά μου
κι άμα με δεις τα ηρεμώ
μήπως και 'ρθεις κοντά μου

______________________________________________________________________

 

Κομοτηνή

Δίπλα στα ερείπια της σύναγωγης και μπρος τη λέσχη Κομοτηναίων
ξάπλωνει ένας άστεγος ψυχασθενής και ακούει τα λόγια δυο δεκανέων
λένε και αυτοί για τη βροχή και τα χορταρούδια του στρατοπέδου
γιά τις φοιτήτριες της νομικής και άλλες κουβέντες.. του γηπέδου

πάνω απ' αυτούς, σε δυο κεραμίδια, δυο περιστέρια στην πρυτανεία
κάνουνε σλάλομ μες τη βροχή, πρωτού πετύχουν μια λιτανεία
απ'τόν Αη Γιωργη εικόνες γυρνούν και είναι ο παπάς με τη γαλότσα,
μα τα περιστέρια, στο τζαμί τους γυρνούν, γιατί ανή-κουνέ στο χότζα

στα πάντοπωλεία η κάθε Σμαρώ, να αγοράζει καφέ και στραγάλια
σε μια κοινωνία ανασφαλή να σου και ο Νάσσος άπο την ασφάλεια
τον αποστείλανε απ τα κεντρικά, και η αποστολή του κρατά κανά μήνα
μα στο μυαλό του μια σκέψη γυρνά, άμα χιονίσει, αν κλείνει η Εγνατία

λίγο πιο κάτω, πεντέξι στενά, τρέχουν δυο αδέσποτα έξω απ το ΙΚΑ
μια κομψού τα φωνάζει, κι αυτά, φόβουνται πάλι μην έχει καμτσίκια
μία δικαστής που γυρνά στην Ερμού, χάζευει κάλτσες και κομπολόγια
στο συντριβάνι τα ραντεβού και στην πλατεία καφέ κι όλο λόγια

στους μαχαλάδες μυρίζει ψωμί, και τα κορτσούδια να κάνουν κουβέντα
για τά παλικάρια και γιά τη ζωή, να ακούς χουνέρια και κομπλιμέντα
άλλοι είναι πλούσιοι και άλλοι φτωχοί, μα στους καβγάδες είναι όλοι ίσοι
κι όλοι να πίνουνε μάθαν μικροί, είτε απ'το λάστιχο είτε απ'τη βρύση.

έτσι περνάει εδώ η ζωή και όποιος και αν έρθει να ζήσει μαζί μας
σε μία πόλη, παζάρι ντελή, του μασαλιού ή της παντομίμας
με μουσουλμάνους και χριστιανούς θα ζήσει αυτό που το λέμε ραχάτι,
τι κι αν πιστεύεις σε άλλα, ψηλά, εδώ κάτω εμείς τρώμε, το ίδιο πιλάφι

______________________________________________________________________

 

Εκείνοι, όπως εμείς
 
Κι όταν σωπάσει η (χρυσ)αυγή
Την πίκρα που μας δάνεισε
Το μίσος που μας χάρισε
Θα μείνουμε μονάχοι

Τι θα χει το δείλη να μας πει;
Τον κακό μας δίδαξε εαυτό
χτυπάμε τον ξεριζωμό
τον διώξαμε απ το ράφι

Και φύγαν οι ξένοι αυτοί που μας χαλούσαν
που Χριστό δε προσκυνούσαν
Και που ‘ναι τώρα το χρυσάφι;
Σαμπως δε φταίγανε αυτοί;

Τώρα που 'ναι πνιγμένοι
Ω πόσο μας ευφραίνει
Γιατί είμαστε ακόμη σκυθρωποί; Νισάφι
Τώρα μόνο Ευρωπαίοι αστοί (!)

Μαζί τους θα φάμε
Γιατί όμως πεινάμε;
Γίναμε εμείς αλλοδαποί
σε κέινων το χωράφι

______________________________________________________________________

 

Η χαμένη ευκαιρία της γριάς

μου παν για σένα οι δασκάλοι στο πανεπιστήμιο
πως η "Ευρώπη" είναι όνομα αγιωνύμιο
πως οι ανθρώποι μάθανε απ' τις καταστροφές
και μεγαλώναμε με βέλτιστες ανατροφές

ψέμα

Τι άσχημη που είσαι όταν φλέγεσαι
στο Παρίσι στα προάστια όταν καίγεσαι
στις Βρυξέλλες κύκλοι λένε πέθανες
στην Αθήνα τις ζωές πως αποξέρανες

εγώ πίστεψα σε σένα και προδόθηκα
τη μορφή σου να παλεύω αναλώθηκα
εσύ δεν έμαθες τους πύργους όταν καίγανε
πως μια μέρα για ερωμένη σε διαλέγανε

από μέσα άμοιρη μικρή προδόθηκες
τι κι αν γέρασες πολύ κενώθηκες
ήταν έντιμες ποτέ οι αξίες σου;
ή νικούσαν διαρκώς οι αναφυλαξίες σου;

______________________________________________________________________

 

Καλλιστώ

Το προσωπό της θέλγητρο
και το κορμί της
ένα στολίδι έμμετρο
της Αφροδίτης

τα φρύδια της σα σκίαστρο
ματιών και μύτης
σα να κοιτά το στόχαστρο
ενάς αλήτης

μία ψυχή σα θέρετρο
και σαν κομήτης
σα των κανών το φλόγιστρο
και σαν φεγγίτης

Χορεύει πάνω στον αφρό
και την κοιτάζουν
το όνομά της Καλλιστώ
την πλησιάζουν

Μα ο Δίας απ'το στέγαστρο,
είναι οπλίτης
και την τσιμπά με τ'αγκιστρο
Θεός μαγνίτης

Κι αυτή μεσά στο όνειρο
ζει τη στιγμή της
μέσα σε δίχτυ έναστρο
είν' ίσοβίτης

Χορεύει πάνω στον αφρό
και την κοιτάζουν
το όνομά της Καλλιστώ
την πλησιάζουν

Την Ήρα θ'αναμετριθώ
λέει η φωνή της
όσο χορεύει στο ρυθμό
με τη ψυχή της.

Της Άρτεμής το φόβητρο
μα την οργή της
να μη χονεύει στο ήνυστρο
αχ τη μορφή της

Ο Δίας φτιάχνει ουρανό
για το κορμί της
την κάνει ένα αστερισμό
ο αγγελοκρίτης.

Χορεύει πια στον ουρανό
και την κοιτάζουν
και μόνο πια στο όνειρο
την πλησιάζουν.

______________________________________________________________________

 

Για το χωριό

Στον Ίασμο, το γιασεμί
τ'αρχαίο όνομά του
γυρνά ήχος μαντάτου
σε μέρος αβαθή

τα συζητούν σ'τζι γειτονιές
θυμούνται ντα παλιά των
ριγμών και ραϊσμάτων
δουλειές μα κι αφεντιές

Σα τόπος κουτουρντά
γυρνά μεστο μυαλό μου
σα ν'άφηκα το μερτικό μου
σε έκείνο το βορρά..

μνήμη κλειστή στη γκλάβα
κοφτή απ τζι'άκρες κάτου κάτου
σα το γιοφύρι του Κομψάτου
απάτητη στο διάβα 

______________________________________________________________________

 

Το αυτεξούσιο

Θέλετε άνθρωποι ζωή,
Θέλετε να μη ζείτε.
Ζωή που θέλουν οι αστοί
ή να περιπατειτε
 
Δίκη σας είναι η ζωή
Ζωή που να ποθειτε
Ζωή που να 'σαστε μικροί
ή που θα αγαπειτε
 
Δικό σας είναι το πολύ
Δικό σας και το είτε.
Είτε θα που θα 'σαστε Θεοί
Είτε που θα κρατείστε
 
Τι κι αν ο ήλιος την αυγή
Γυρνά όπου μισείτε
Εκεί που κάνετε γιορτή
Εκεί θα τον γευτείτε

______________________________________________________________________

 

Πονάνε τα πράγματα για μας

τι μου λέει ετούτη η σιωπή
που με έχεις φυλακίσει
να γυρνούσαν τα πάντα στην αρχή,
για να με εκνευρίσει

τι μου λέει ο τοίχος ο λευκός
που έβαλες μπροστά μας
πως εμπόδιο δεν είναι ή βυθός
να κρύψει τα ονειρά μας

τι πονάνε τα πράγματα για μας
πως ζεις γιατί μου δείχνουν;
πόσο κλαις αντί για να γελάς
λάδι γιατί μου ρίχνουν;
...
πέφτω στις σκέψεις μου
και πάλι έρχεσαι
και πάλι έρχεσαι κοντά
μέσα στα πράγματα
μες τα αντικείμενα
που μου θυμίζουν τα παλιά
...
τι ρωτάει κρυμμένη η ζωή
πίσω από μια γλάστρα;
γιατί με βρίσκει μονάχο το πρωί,
που πήγανε τ άστρα;

τι να θέλει και 'κείνος ο καιρός;
δε λέει να περάσει
δεν είναι πέλαγος δεν είναι ωκεανός
είναι πεζός σε μία στάση

γιατί σε αφήνει μονάχη να γερνάς;
λουλούδι δίχως κήπο
πως βαριέμαι που δεν με αγαπάς
άραγε σου λείπω;
...
πέφτω στις σκέψεις μου
και πάλι πνίγομαι
και πάλι πνίγομαι βουβά
μέσα στα λάθη μου
και τα ατοπήματα
που μου τραβάνε τη θηλιά

______________________________________________________________________

Εγγραφή στο newsletter του PoliticalDoubts.

YOUR OPINION

Το ΚΑΣ αποφάσισε να μην διατεθεί το μνημείο του Παρθενώνα για εκδήλωση οίκου μόδας:

Συμφωνώ. Η προστασία των μνημείων θα πρέπει να είναι απόλυτη
70.2%
Μάλλον διαφωνώ. Θα μπορούσαν να τεθούν αυστηρότεροι όροι.
8.7%
Διαφωνώ με την απόφαση. Δεν μπορεί να χάνονται ευκαιρίες προβολής της χώρας
14.9%
Συμφωνώ να μην διατεθεί ο Παρθενώνας. Δεν θα είχα αντίρρηση αν επρόκειτο για άλλον αρχαιολογικό χώρο
6.1%
Η ψηφοφορία για αυτό το δημοψήφισμα έχει λήξει

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση