Στοχασμοί 21/03/2017

Η εμφάνιση του μαρξισμού στη Ρωσία: Πλεχάνοφ και Λένιν

Το παρόν είναι ένα απόσπασμα από το Κεφάλαιο 1 του υπό έκδοση βιβλίου του Χρήστου Κεφαλή «Λένιν. Η διάνοια της επανάστασης», εκδόσεις Τόπος, Αθήνα 2017

Σε όλο το 18ο και το 19ο αιώνα, η τσαρική Ρωσία ήταν το πιο δεσποτικό και αναχρονιστικό καθεστώς της Ευρώπης, μια «φυλακή των λαών» που ζούσαν σε αυτή, αλλά και το προπύργιο της ευρωπαϊκής αντίδρασης και της αντεπανάστασης. Ενώ στην υπόλοιπη Ευρώπη ανατρέπονταν οι μεσαιωνικοί θεσμοί και αναπτυσσόταν ορμητικά ο καπιταλισμός, στην τσαρική Ρωσία οι φεουδαρχικές δομές και σχέσεις –η απόλυτη μοναρχία, η μεγάλη γαιοκτησία και η δουλοπαροικία, η εθνική καταπίεση, κοκ– διατηρούνταν αλώβητες και, φαινομενικά, ενισχύονταν. Η ήττα στον Κριμαϊκό Πόλεμο στα 1853-56 έκανε, ωστόσο, φανερή τη σαθρότητα της απολυταρχίας, την αδυναμία της να ανταγωνιστεί πάνω σε φεουδαρχικές βάσεις τις μεγάλες δυτικές δυνάμεις, την Αγγλία και τη Γαλλία, που είχαν στη διάθεσή τους την τελευταία λέξη της καπιταλιστικής τεχνικής.

Η απελευθέρωση των δουλοπάροικων στα 1861 εγκαινίασε την πραγματική ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία. Αυτή η ανάπτυξη παρεμποδιζόταν και στρεβλωνόταν, βέβαια, ισχυρά από τη διατήρηση των βάσεων του φεουδαρχισμού: η απολυταρχία έμεινε ακλόνητη, οι ευγενείς διατήρησαν τις ιδιοκτησίες τους και οι απελευθερωμένοι δουλοπάροικοι πήραν λίγη ή καθόλου γη, όντας υποχρεωμένοι να πληρώνουν από τη λιγοστή σοδειά τους υψηλές αποζημιώσεις στους γαιοκτήμονες. Όπως οι θεοί του Επίκουρου κατοικούσαν στα διάκενα των κόσμων, ο ρωσικός καπιταλισμός αναπτύχθηκε έτσι αργά και βασανιστικά στα διάκενα του τσαρισμού. Το αποτέλεσμα ήταν μεγάλα πρόσθετα δεινά για τις λαϊκές μάζες, πέρα από όσα προκαλούσε η ίδια η καπιταλιστική ανάπτυξη, κάνοντας τον Λένιν να πει, σε ένα φημισμένο αφορισμό του, ότι η Ρωσία υπέφερε όχι τόσο από τον καπιταλισμό όσο από την ελλιπή ανάπτυξη του καπιταλισμού.

Τα παραπάνω περιστατικά καθόρισαν την άνοδο του ρωσικού επαναστατικού κινήματος στο 19ο αιώνα, επιστέγασμα της οποίας υπήρξε η εμφάνιση του ρωσικού μαρξισμού με το έργο του Πλεχάνοφ και του Λένιν. Μετά από το πρώιμο, καταπνιγμένο κίνημα των Δεκεμβριστών στα 1825, η σκυτάλη πέρασε, από τη δεκαετία του 1840, στους Ρώσους επαναστάτες δημοκράτες, Τσερνισέφσκι, Μπελίνσκι, Χέρτσεν, Ντομπρολιούμποφ, άξιους συνεχιστές του δυτικού διαφωτισμού που μεταλαμπάδευσαν το πνεύμα του στις ρωσικές συνθήκες. Το μυθιστόρημα του Τσερνισέφσκι Τι να Κάνουμε;, δημοσιευμένο στα 1863, εξέφρασε το πνεύμα της εποχής, επηρεάζοντας αργότερα ισχυρά τον Λένιν. Ενώ όμως ο δυτικός διαφωτισμός προηγήθηκε του μαρξισμού, αποτελώντας μια από τις πηγές του, στη Ρωσία, λόγω της καθυστερημένης καπιταλιστικής ανάπτυξης, ο διαφωτισμός παρουσιάστηκε και αναπτύχθηκε αφού οι θεμελιωτές του μαρξισμού είχαν διατυπώσει τη θεωρία τους και είχαν κατακτήσει μια θέση με επιρροή στο ευρωπαϊκό εργατικό κίνημα. Αυτό έδωσε στο ρωσικό διαφωτισμό, παρά τις αναμφισβήτητα αστικές αφετηρίες του, έναν ενδιάμεσο, μεταβατικό χαρακτήρα και μια σοσιαλιστική, έστω ουτοπική, χροιά – στοιχεία περισσότερο φανερά στο έργο του Χέρτσεν, στο περιοδικό Κολοκόλ του οποίου εμφανίστηκε, στα 1863 στη Γενεύη, και η πρώτη μετάφραση του Κομμουνιστικού Μανιφέστου.

Το ναρόντνικο (λαϊκιστικό) κίνημα με τις οργανώσεις Γη και Ελευθερία (Ζέμλια ι Βόλια) και Λαϊκή Θέληση (Ναρόντναγια Βόλια), στην περίοδο 1865-1880 έδωσε έκφραση στις αναζητήσεις της ριζοσπαστικής διανόησης. Ο ναροντνικισμός, μιλώντας στο όνομα του λαού, βασικά της ακόμη όχι διαφοροποιημένης ταξικά αγροτιάς, κατάγγελνε την απολυταρχία αλλά και τον καπιταλισμό, ονειρευόμενος μια σοσιαλιστική προοπτική για τη Ρωσία, με στήριγμα την αγροτική κοινότητα του χωριού, που διατηρούνταν σε αρκετές περιοχές. Καθώς όμως ο λαός δεν είχε αφυπνιστεί και επικρατούσαν συνθήκες διωγμών και παρανομίας, το κίνημα προσανατολίστηκε σε πράξεις τρομοκρατίας, με αποκορύφωμα τη δολοφονία του τσάρου Αλέξανδρου του ΙΙ στα 1881. Η εκτέλεση και ο θάνατος στη φυλακή των ηγετικών στελεχών της Ναρόντναγια Βόλια σήμαναν το τέλος αυτής της φάσης και την αποσύνθεση του αρχικού ναροντνικισμού.

Στις συνθήκες αυτές, καθώς ο ρωσικός καπιταλισμός από τη δεκαετία του 1880 γνώριζε, χάρη και στα ξένα δάνεια, μια πιο ορμητική άνοδο, έκανε σημαντικά βήματα η ταξική διαφοροποίηση στις πόλεις και στην ύπαιθρο. Από τη μια, η ανάπτυξη της βιομηχανίας δημιουργούσε μαζί με την αστική τάξη ένα μαζικό και δυναμικό προλεταριάτο συγκεντρωμένο στα μεγάλα εργοστάσια των αστικών κέντρων, της Πετρούπολης και της Μόσχας· από την άλλη, ο καπιταλισμός εξαπλωνόταν στην ύπαιθρο, με την αποσύνθεση της κοινότητας και την καταστροφή και εξάρτηση των μικροπαραγωγών από την αναπτυσσόμενη εμπορική και τοκογλυφική αστική τάξη. Η παλιά αδιαφοροποίητη αντίληψη του λαού, στην οποία στηριζόταν ο αρχικός ναροντνικισμός, έχασε έτσι την αντιστοιχία της με την πραγματικότητα και έγινε δυνατή, μέσα από την αναπόφευκτη διάσπαση και αποσύνθεση του ναρόντνικου κινήματος, η εμφάνιση του μαρξισμού και το ξεχώρισμα της προλεταριακής πρωτοπορίας. Από το ναροντνικισμό ξεπήδησαν στη δεκαετία του 1880 δυο αντιμαχόμενες τάσεις, το ρεύμα των μικροαστών υποκειμενιστών κοινωνιολόγων, που συνέχισε τις πιο αδύναμες παραδόσεις των παλιών ναρόντνικων, και η Ομάδα Απελευθέρωση της Εργασίας, που εισήγαγε το μαρξισμό στη Ρωσία. Η μαρξιστική τάση συνδέθηκε άρρηκτα με τα ονόματα του Πλεχάνοφ και του Λένιν.

Ο Γκεόργκι Πλεχάνοφ υπήρξε ο θεμελιωτής του ρωσικού μαρξισμού, ασκώντας με τις εργασίες του ισχυρή επίδραση στον Λένιν. Αν και αρχικά, στη δεκαετία του 1870, είχε ενταχθεί στους επαναστατικούς ομίλους των ναρόντνικων και υποστήριζε τις ιδέες του Τσερνισέφσκι, γρήγορα αντιλήφθηκε το αδιέξοδο της λαϊκιστικής ιδεολογίας και άρχισε να στρέφεται προς το μαρξισμό. Στην Ελβετία, όπου ταξίδεψε στα 1880, μελέτησε τη μαρξιστική πολιτική οικονομία και στα 1883, μαζί με τους Βέρα Ζασούλιτς, Πάβελ Αξελρόντ, Βασίλι Ιγκνάτοφ και Λέο Ντόιτς, ίδρυσε την Ομάδα Απελευθέρωση της Εργασίας. Την ίδια χρονιά, ο Πλεχάνοφ δημοσίευσε την μπροσούρα του Ο Σοσιαλισμός και ο Πολιτικός Αγώνας, ενώ στα 1885 είδε το φως το βιβλίο του Οι Διαφορές μας, όπου ξεκαθάρισε τους λογαριασμούς με το λαϊκισμό.

Στο Οι Διαφορές μας, ένα έργο ορόσημο του ρωσικού μαρξισμού, δόθηκε για πρώτη φορά μια μαρξιστική ανάλυση της ρωσικής κοινωνίας. Ο Πλεχάνοφ, προβαίνοντας σε μια συνοπτική έκθεση των ιδεών των Χέρτσεν και Τσερνισέφσκι, αλλά και των Μπακούνιν και Τκατσόφ, βασικών εκπροσώπων αντίστοιχα του ρωσικού αναρχισμού και γιακωβινισμού, έδειξε ότι οι νεότεροι ναρόντνικοι, οι υποκειμενιστές κοινωνιολόγοι Τιχομίροφ και Μιχαϊλόφσκι, επαναλάμβαναν τα λάθη και τις αδυναμίες τους, που είχε ξεπεράσει η μαρξιστική, υλιστική αντίληψη της ιστορίας. Η κύρια πλευρά του έργου, ωστόσο, ήταν η τεκμηρίωση της καπιταλιστικής ανάπτυξης της Ρωσίας, την οποία αρνούνταν οι ναρόντνικοι δημοσιολόγοι.

Η άποψη ότι η Ρωσία μπορούσε ενδεχόμενα να παρακάμψει τον καπιταλισμό, αποφεύγοντας τα δεινά του, μέσα από ένα σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της αγροτικής κοινότητας, είχε βέβαια διατυπωθεί καιρό πριν από τους Ρώσους επαναστάτες δημοκράτες. Ήδη το 1854 ο Χέρτσεν έθετε το ερώτημα για το αν «πρέπει η Ρωσία να περάσει μέσα από όλες τις φάσεις της ευρωπαϊκής ανάπτυξης, ή η ζωή της θα προχωρήσει σύμφωνα με άλλους νόμους». Ο ίδιος το απαντούσε αρνητικά, θεωρώντας ότι δεν υπήρχε καμιά ανάγκη «για τέτοιες επαναλήψεις»1. Αλλά και οι Μαρξ και Ένγκελς, στην αλληλογραφία τους με Ρώσους επαναστάτες της εποχής, το άφηναν αναπάντητο, θεωρώντας ότι μια νικηφόρα ευρωπαϊκή επανάσταση θα επέτρεπε ενδεχόμενα στη Ρωσία να ακολουθήσει ένα σοσιαλιστικό προσανατολισμό, πριν ο ρωσικός καπιταλισμός πιάσει βαθιές ρίζες.

Ο Πλεχάνοφ έδειξε ότι το ερώτημα είχε πλέον απαντηθεί και απαντιόταν καθημερινά από τη ζωή, καθώς ο καπιταλισμός γινόταν αυξανόμενα, στις ρωσικές πόλεις και την ύπαιθρο, ο κυρίαρχος τρόπος παραγωγής. «Αν», υπογράμμιζε, «…ρωτήσουμε τους εαυτούς μας για άλλη μια φορά: Θα περάσει η Ρωσία μέσα από το σχολείο του καπιταλισμού; θα απαντήσουμε χωρίς κανένα δισταγμό: Γιατί δεν θα πρέπει να τελειώσει το σχολείο στο οποίο έχει ήδη μπει; Όλες οι νεότατες, και συνεπώς με τη μεγαλύτερη επιρροή, τάσεις της κοινωνικής ζωής, και όλα τα πιο σημαντικά γεγονότα στα πεδία της παραγωγής και της ανταλλαγής έχουν μια σημασία που δεν μπορεί ούτε να τεθεί σε αμφιβολία ούτε να αμφισβητηθεί: όχι μόνο ξεκαθαρίζουν το δρόμο για τον καπιταλισμό, είναι τα ίδια αναγκαίες και εξαιρετικά σημαντικές στιγμές στην ανάπτυξή του»2.

Το συμπέρασμα του Πλεχάνοφ ήταν ότι ωρίμαζαν οι συνθήκες για τη δημιουργία και στη Ρωσία, όπως είχε γίνει καιρό πριν σε πολλές χώρες της Δυτικής Ευρώπης, ενός εργατικού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, το οποίο, μακριά από το να στρέψει τις πλάτες στους αγρότες, θα τους τραβούσε στον αγώνα για το σοσιαλισμό: «Το πρόγραμμά μας… δεν θυσιάζει την ύπαιθρο στα συμφέροντα της πόλης, δεν αγνοεί τους αγρότες για χάρη των βιομηχανικών εργατών. Θέτει στον εαυτό του το καθήκον να οργανώσει τις κοινωνικο-επαναστατικές δυνάμεις της πόλης για να τραβήξει την ύπαιθρο στο κανάλι της παγκόσμιας ιστορικής κίνησης»3.

Στην επόμενη δεκαετία, ως την εμφάνιση των πρώτων έργων του Λένιν, ο Πλεχάνοφ παρουσίασε αρκετές εργασίες που όχι μόνο γνώρισαν στο ρωσικό κοινό τη μαρξιστική θεωρία, αλλά και περιείχαν όχι λίγα στοιχεία δημιουργικής ανάπτυξης και εφαρμογής της σε διάφορα πεδία. Στα 1891 δημοσιεύθηκε το δοκίμιό του Για την 60ή Επέτειο του Θανάτου του Χέγκελ, δίνοντας μια πρώτη εκτίμηση της σημασίας της χεγκελιανής διαλεκτικής –μια κομβική διάσταση του μαρξισμού που θα απασχολούσε στη συνέχεια μόνιμα τον Πλεχάνοφ και τον Λένιν– και το 1895 είδε το φως Η Ανάπτυξη της Μονιστικής Αντίληψης της Ιστορίας.

Στο τελευταίο, ένα από τα σημαντικότερα, έργο του, ο Πλεχάνοφ συζήτησε και τεκμηρίωσε με πλούσιο υλικό τις βάσεις του ιστορικού υλισμού. Εξετάζοντας διαδοχικά το γαλλικό υλισμό, τους Γάλλους ιστορικούς της Παλινόρθωσης, τους ουτοπικούς σοσιαλιστές και τη γερμανική ιδεαλιστική φιλοσοφία, υποστήριξε ότι όλα τα προηγούμενα ρεύματα της ανθρώπινης σκέψης, ακόμη και τα πιο προηγμένα και προοδευτικά, είχαν μείνει δέσμια μιας δυϊστικής αντίληψης, μη όντας ικανά να συνδέσουν τα πολιτικά γεγονότα και την πάλη των ιδεών με την κίνηση της οικονομίας. Μονάχα ο μαρξισμός, αναγνωρίζοντας τη σημασία της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και το ρόλο της ταξικής πάλης, μπόρεσε να απαλλαγεί από το δυϊσμό και τις αλληλένδετες με αυτόν ιδεαλιστικές πλάνες.

Το Η Ανάπτυξη της Μονιστικής Αντίληψης της Ιστορίας, δημοσιευμένο με το ψευδώνυμο Μπέλτοφ για να παρακαμφθεί η τσαρική λογοκρισία, προκάλεσε ζωηρή αίσθηση στους μαρξιστές της εποχής. Ο ίδιος ο Ένγκελς, με τον οποίο διατηρούσε αλληλογραφία και είχε συναντηθεί ο Πλεχάνοφ, το επαίνεσε θερμά. Αλλά και ο Λένιν θα διαπίστωνε αργότερα πως το βιβλίο «έχει βοηθήσει να εκπαιδευτεί μια ολόκληρη γενιά Ρώσων μαρξιστών»4.

Το 1896 δημοσιεύθηκαν και τα Δοκίμια για την Ιστορία του Υλισμού. Εκεί ο Πλεχάνοφ παρουσίασε τη φιλοσοφία των κορυφαίων Γάλλων υλιστών του 18ου αιώνα, του Ελβέτιου και του ντ’Ολμπάχ, την οποία υπεράσπισε από τις επιθέσεις του Φ.Ά. Λάνγκε και άλλων ιδεαλιστών νεοκαντιανών φιλοσόφων της εποχής. Ταυτόχρονα, υπογράμμισε ότι ο μαρξιστικός υλισμός δεν περιορίζεται στο πεδίο της φύσης, όπως εκείνος των Γάλλων υλιστών, αλλά επεκτείνεται στην εξήγηση της ιστορίας, μέσω της υλιστικής οικειοποίησης της χεγκελιανής διαλεκτικής. Ακολούθησαν, στα 1897, σημαντικές μελέτες για τους Ρώσους επαναστάτες δημοκράτες, Τσερνισέφσκι, Μπελίνσκι, κ.ά., στις οποίες καταπιάστηκε κυρίως με τις θεωρίες τους για την αισθητική και τη λογοτεχνία.

Στη δεκαετία του 1890, όταν ο Λένιν εμφανίζεται στο προσκήνιο και δημοσιεύει τις πρώτες εργασίες του, υπήρχε έτσι ήδη, χάρη στη δουλειά του Πλεχάνοφ, μια μαρξιστική παράδοση στη Ρωσία. Μια παράδοση, επιπρόσθετα, η οποία, αν και υστερούσε ποσοτικά, στον όγκο και την ευρύτητα της θεματολογίας, ήταν τουλάχιστον εφάμιλλη σε ποιότητα με το έργο των μαθητών και συνεχιστών του Μαρξ στη Δύση, με επιφανέστερο ανάμεσά τους τον Κάουτσκι.

Ο Λένιν έφτασε στο μαρξισμό ακολουθώντας ένα δικό του δρόμο. Η εκτέλεση του μεγαλύτερου αδελφού του Αλέξανδρου, που συμμετείχε σε ένα μυστικό ναρόντνικο όμιλο, στα 1887 από το τσαρικό καθεστώς έδωσε μια ισχυρή ώθηση στη ριζοσπαστικοποίηση του έφηβου Λένιν. Σύντομα, όταν η οικογένειά του μετακινήθηκε στη Σαμάρα το 1889, στράφηκε στο μαρξισμό, μελετώντας τις εργασίες του Πλεχάνοφ, του οποίου αποδέχτηκε τη βασική θέση ότι στη Ρωσία αναπτυσσόταν ο καπιταλισμός και αυτό έφερνε στο προσκήνιο την εργατική τάξη ως ηγέτη του αγώνα όλων των καταπιεσμένων.

Αλλά θα ήταν λάθος να αποδώσει κανείς τη στροφή του Λένιν στο μαρξισμό σε προσωπικά κίνητρα, που παρουσιάζονται μάλιστα από την αστική απολογητική συχνά σαν κίνητρα εκδίκησης. Κατόπιν όλων, πολλοί εκείνα τα χρόνια είδαν συγγενείς τους να εκτελούνται από το τσαρικό καθεστώς, αλλά κανείς τους δεν έγινε Λένιν. Επιπρόσθετα, η σκληρή κριτική που άσκησε ο Λένιν στο ναροντνικισμό από τις πρώτες εργασίες του, παρά την ένταξη του αδελφού του στο ναρόντνικο ρεύμα, δείχνει ότι η λογική και όχι ο συναισθηματισμός καθόριζαν αποφασιστικά τη στάση του. Σε αυτό το σημείο, ο Λένιν συνέπιπτε με τον Πλεχάνοφ, που καυτηρίαζε επίσης επίμονα το μικροαστικό συναισθηματισμό των ναρόντνικων.

Ο Α. Ελευθερόπουλος, ένας προοδευτικός Έλληνας κοινωνιολόγος του οποίου τις διαλέξεις στη Ζυρίχη παρακολούθησαν ο Λένιν και ο Πλεχάνοφ5, προέ- βηκε αργότερα σε μια πυκνή εκτίμηση της άποψής τους. Ο Πλεχάνοφ, σύμφωνα με τον Ελευθερόπουλο, ήταν περισσότερο ένας δάσκαλος του μαρξισμού· ο Λένιν, από τη μεριά του, ήταν ένας επαναστάτης, ένας μαρξιστής της πράξης.

Αυτή η κρίση του Ελευθερόπουλου, η οποία έχει επαναληφθεί έκτοτε ποικιλότροπα, συλλαμβάνει πράγματι μια βασική διαφορά ανάμεσα στον Πλεχάνοφ και τον Λένιν. Αρκεί να συγκρίνει κανείς το πρώτο έργο του Λένιν, Τι Είναι οι “Φίλοι του Λαού” και πώς Πολεμούν τους Σοσιαλδημοκράτες; (1894), μια πολεμική στους ναρόντνικους όπως οι πρώτες εργασίες του Πλεχάνοφ, για να αντιληφθεί πόσο πιο ισχυρό ήταν στον Λένιν το πνεύμα της επανάστασης. Παρά τη σύμπτωση της επιχειρηματολογίας τους, η ανάλυση του Λένιν είναι πολύ πιο στιβαρή, ρίχνοντας βαθύτερο φως στο μικροαστικό περιεχόμενο του ναροντνικισμού. Και ο Λένιν, σε αντίθεση με το φιλολογικό επίλογο του Πλεχάνοφ, σε μια εποχή που το εργατικό κίνημα στη Ρωσία έκανε δειλά τα πρώτα του βήματα, δεν διστάζει να διακηρύσσει ανοικτά την προοπτική της σοσιαλιστικής επανάστασης:

«Ο μεγάλος καπιταλισμός κόβει αναγκαστικά κάθε σύνδεση του εργάτη με την παλιά κοινωνία, με ένα ορισμένο τόπο και με ένα ορισμένο εκμεταλλευτή, τον συνενώνει, τον αναγκάζει να σκέφτεται και τον τοποθετεί σε συνθήκες που του δίνουν τη δυνατότητα να αρχίσει την οργανωμένη πάλη. Και ακριβώς στην τάξη των εργατών στρέφουν οι σοσιαλδημοκράτες όλη την προσοχή τους και όλη τη δραστηριότητά τους. Όταν οι πρωτοπόροι εκπρόσωποι της τάξης αυτής αφομοιώσουν τις ιδέες του επιστημονικού σοσιαλισμού, την ιδέα του ιστορικού ρόλου του Ρώσου εργάτη, όταν οι ιδέες αυτές διαδοθούν πλατιά, και μέσα στους εργάτες δημιουργηθούν στέρεες οργανώσεις, που να μετατρέψουν το σημερινό μεμονωμένο οικονομικό πόλεμο των εργατών σε συνειδητή ταξική πάλη, τότε ο Ρώσος εργάτης, μπαίνοντας επικεφαλής όλων των δημοκρατικών στοιχείων, θα γκρεμίσει την απολυταρχία και θα οδηγήσει το ρωσικό προλεταριάτο (δίπλα στο προλεταριάτο όλων των χωρών) από τον ίσιο δρόμο της ανοικτής πολιτικής πάλης, στη νικηφόρα κομμουνιστική επανάσταση»6.

Αλλά θα ήταν παρακινδυνευμένο να εντοπίσει κανείς εδώ την κύρια διαφορά ανάμεσα στον Λένιν και τον Πλεχάνοφ· κατόπιν όλων, δεν ήταν λίγοι εκείνοι που διακήρυξαν με αποφασιστικότητα την επανάσταση, αλλά κανείς τους δεν στάθηκε ικανός να την καθοδηγήσει. Γι’ αυτό θα ήταν επίσης απλουστευτικό να αρκεστούμε στη γενική διάκριση ανάμεσα στο δάσκαλο και τον πρακτικό επαναστάτη που φέρνει ο Ελευθερόπουλος, χωρίς παραπέρα διευκρίνιση. Γιατί η πράξη στον Λένιν ήταν πάντα το αποκορύφωμα μιας θεωρητικής ανάλυσης, έτσι που δεν ήταν απλά ένας θιασώτης της πράξης, ή έστω ενός τύπου πράξης ανταποκρινόμενου στις ρωσικές συνθήκες, αλλά της ιστορικά σωστής και θεμελιωμένης πράξης.

Η ανωτερότητα του Λένιν, απέναντι στον Πλεχάνοφ και τους άλλους μαρξιστές της εποχής του, μπορεί έτσι να εντοπιστεί και να κατανοηθεί καλύτερα στο επίπεδο της μεθόδου. Πρόκειται για το ζήτημα της συγκεκριμενοποίησης των προοπτικών, του περάσματος από το γενικό στο συγκεκριμένο, της κατανόησης της ουσίας της κάθε ιστορικής στιγμής και φάσης του κινήματος όπως απορρέει από τα αντικειμενικά γνωρίσματα της καπιταλιστικής ανάπτυξης, μέσα από αυτό που ο Λένιν αποκαλούσε «συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης». Και αυτό παραπέμπει τελικά στη διαλεκτική του ανωτερότητα, στη βαθύτερη κατανόησή του της συνολικής διαδικασίας της εξέλιξης.

Ο Πλεχάνοφ είχε ασφαλώς μια επαρκή αίσθηση ότι το πέρασμα από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο είναι ένα κομβικό γνώρισμα της μαρξιστικής διαλεκτικής. Το επισημαίνει οξυμένα, όταν, αναφερόμενος στον αφορισμό του Χέρτσεν «η διαλεκτική είναι η άλγεβρα της επανάστασης» –έναν προσφιλή του αφορισμό, που τον επικαλούνταν συχνά στις επιχειρηματολογίες του– σημειώνει ότι οι διατυπώσεις του Χέγκελ, σε αντίθεση με εκείνες του Μαρξ, έμειναν καθαρά αλγεβρικές, «εντελώς χωρίς εφαρμογή στα φλέγοντα προβλήματα της πρακτικής ζωής»7. Και στο Οι Διαφορές μας υποδεικνύει ότι ενώ επαναστάτες δημοκράτες όπως ο Τσερνισέφσκι είχαν μια αρκετά προωθημένη για την εποχή τους σκέψη, οι ναρόντνικοι μαθητές τους δεν αντιλήφθηκαν το πέρασμα «από την άλγεβρα στην αριθμητική, από γενικά, αφηρημένα επιχειρήματα γύρω από δυνατές μεταβάσεις ορισμένων κοινωνικών μορφών σε άλλες, στη λεπτομερή μελέτη των σύγχρονων συνθηκών»8, συνθηκών που θα καθόριζαν και τις τύχες της ρωσικής κοινότητας.

Αλλά ενώ είναι αλήθεια ότι ο Πλεχάνοφ, απέναντι στους ναρόντνικους, ανέδειξε τη συγκεκριμένη διάσταση της εξέλιξης, εξετάζοντας τα πραγματικά γεγονότα της καπιταλιστικής ανάπτυξης στη Ρωσία, παρανοεί το ρόλο του, όταν θεωρεί πώς εκπλήρωνε τη μετάβαση στο συγκεκριμένο. Γιατί αυτό που έκανε ο Πλεχάνοφ στην ιστορία του ρωσικού μαρξισμού, εκπληρώνοντας ένα όχι ασήμαντο έργο, ήταν να αντικαταστήσει την ελλιπή, στοιχειώδη άλγεβρα του Χέρτσεν και του Τσερνισέφσκι, με μια επαρκή, επιστημονική άλγεβρα, και να υποδείξει την κατεύθυνση για το πέρασμα από την άλγεβρα στην αριθμητική. Το προσόν του Πλεχάνοφ ως θεωρητικού ήταν να εντοπίζει τα αντικειμενικά κοινωνικά αίτια, να υποδεικνύει τα αναγκαία αποτελέσματα της δράσης τους και να ανιχνεύει τις γενικές προοπτικές της εξέλιξης. Οι καλύτερες σελίδες του αναφέρονται σε προβλήματα του ιστορικού υλισμού σχετικά με τη διασάφηση του τελικά αποφασιστικού ρόλου του οικονομικού παράγοντα και τους τρόπους που οι προγενέστερες προοδευτικές φιλοσοφίες έπεφταν άμεσα ή έμμεσα στην ιδεαλιστική πλάνη γιατί αποτύχαιναν να συλλάβουν αυτή τη διαλεκτική, αλλά και πώς η αδυναμία τους παγιωνόταν στη συνέχεια από τους εκχυδαϊστές τους, είτε επρόκειτο για τους ναρόντνικους, είτε για τους νέους χεγκελιανούς. Αλλά από τον Πλεχάνοφ έλειπε η ισχυρή αίσθηση του δυναμισμού της εξέλιξης, της αντιφατικής, περίπλοκης διαπλοκής των ποικίλων αιτίων και καθορισμών που παράγει τα συγκρουσιακά και αλματικά στοιχεία της. Ήταν αυτό που τον έκανε περισσότερο ένα δάσκαλο του μαρξισμού.

Αν τώρα πούμε ότι το πρακτικό στοιχείο ήταν η ισχυρή, υπέρτερη πλευρά του Λένιν, και ότι ο δικός του ρόλος ήταν ότι εκπλήρωσε το πέρασμα από την άλγεβρα στην αριθμητική, για το οποίο δεν είχε τα φόντα ο Πλεχάνοφ, τότε θα πέσουμε πολύ έξω, γιατί η θεώρηση του Λένιν περιείχε πολύ περισσότερα από αυτό. Στην πραγματικότητα, το πέρασμα από την άλγεβρα στην αριθμητική, η αναγνώριση των αποκρυσταλλώσεων και των απότομων αναδιατάξεων που συντελούνται στην πορεία της εξέλιξης, ήταν το στοιχείο όχι του Λένιν, αλλά του Τρότσκι9. Ο Τρότσκι διέθετε μια αξιοσημείωτη ικανότητα, βασιζόμενη μάλλον στη διαίσθηση παρά σε μια συστηματική προσέγγιση, να διακρίνει αυτές τις ανακατατάξεις και να εντοπίζει τη δυναμική τους, γεγονός που συνδέεται στενά με τον περίοπτο ρόλο του στην Οκτωβριανή Επανάσταση, όντας εμφανές και στις διεισδυτικές αναλύσεις του των επαναστατικών γεγονότων. Υστερούσε, όμως, συγκριτικά στην αντίθετη πορεία, της γενίκευσης της συγκεκριμένης εμπειρίας και της εξαγωγής αλγεβρικών τύπων, που αποτελούν χρήσιμα εργαλεία ανάλυσης σε μια ποικιλία από περιστάσεις. Η στενή πολεμική του στην αντίληψη του Λένιν για τη «δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς», την οποία μεμφόταν για το γενικό, αφηρημένο της χαρακτήρα, αποτελεί ένα παράδειγμα, που θα συζητήσουμε αργότερα.

Η αντίληψη του Λένιν ήταν πολύ πιο πλούσια, συνενώνοντας τα δυο στοιχεία που εξέφραζαν διακριτά ο Πλεχάνοφ και ο Τρότσκι. Και όχι μόνο αυτά. Η συστηματικότητα, η ενότητα της ανάλυσης και της σύνθεσης, που ενσάρκωσαν ως στιγμές ο Γκράμσι και ο Λούκατς, αποτελούσαν επίσης μέρος της. Το στοιχείο του Λένιν ήταν να παραβάλλει διαρκώς τη θεωρία με την πράξη, να εξάγει και να αξιοποιεί γενικεύσεις στη μελέτη της επαναστατικής εμπειρίας, αλλά και να εμπλουτίζει και να τροποποιεί αυτές τις γενικεύσεις με βάση τη νέα εμπειρία, μη επιτρέποντάς τους να αποστεωθούν σε έτοιμα, δογματικά σχήματα. Αυτός είναι ο λόγος που δεν έχει νόημα να αντιπαραθέτει κανείς την πράξη και τη θεωρία του Λένιν ή να αποδίδει μια μονόπλευρη έμφαση στην πρώτη, παρότι η αναγνώριση της προτεραιότητας της πράξης, ως της πηγής κάθε γνήσιας θεωρίας, ήταν συστατικό μέρος της θεώρησής του.

Ένα τέτοιο ευρύ σύνολο ικανοτήτων δεν παρουσιάζεται σε άλλους μαρξιστές, παρά μόνο στους Μαρξ και Ένγκελς –στον Ένγκελς σε μικρότερο βαθμό– και μάλιστα με μια διαφορετική έμφαση. Ενώ η ολόπλευρη ενότητα της θεωρίας με την πράξη είναι το κοινό θεμέλιο της σκέψης τους, στους Μαρξ και Ένγκελς προεξάρχει η ανάπτυξη της θεωρίας, ενώ με τον Λένιν η έμφαση μετατοπίζεται στη μετατροπή της θεωρίας σε πράξη. Αλλά αυτή η μετατόπιση, που συνδέεται ασφαλώς με τη μετατροπή του αγώνα για το σοσιαλισμό από μια ευρεία ιστορική προοπτική σε ένα άμεσο καθήκον στην ιμπεριαλιστική εποχή, δεν σημαίνει ότι αυτό που παίρνεται ως σημείο εκκίνησης είναι μια έτοιμη θεωρία· απεναντίας, προϋποτίθεται η διαρκής αναδιατύπωση της θεωρίας, ώστε να γίνει ικανή να συλλάβει τα νέα οικονομικά και κοινωνικά φαινόμενα που έχουν αποφασιστική σημασία στην επιτυχή διεξαγωγή του αγώνα για το σοσιαλισμό.

Σημειώσεις

  1. Παρατίθεται από τον Πλεχάνοφ, στο «Οι Διαφορές μας», Selected Philosophical Works, Progress Publishers, Μόσχα 1977, τόμ. Ι, σελ. 129.
  2. Στο ίδιο, σελ. 279.
  3. Στο ίδιο, σελ. 355.
  4. Παρατίθεται στο Β. Φόμινα, «Ο ρόλος του Πλεχάνοφ στην υπεράσπιση και θεμελίωση της μαρξιστικής φιλοσοφίας», στο ίδιο, σελ. 16.
  5. Ο Πλεχάνοφ έδωσε μια αποτίμηση του έργου του Ελευθερόπουλου, στο βιβλίο του Θεμελιώδη Προβλήματα του Μαρξισμού. Βλέπε Selected Philosophical Works, Progress Publishers, Μόσχα 1976, τόμ. ΙΙΙ, σελ. 162-166.
  6. Λένιν, «Τι είναι οι “Φίλοι του λαού” και πώς πολεμούν τους σοσιαλδημοκράτες;», Άπαντα, εκδ. ΣΕ, τόμ. 1, σελ. 310.
  7. Γκ. Πλεχάνοφ, «Θεμελιώδη προβλήματα του μαρξισμού», Selected Philosophical Works, τόμ. ΙΙΙ, σελ. 141. «Ο Χέρτσεν», παρατηρεί ο Πλεχάνοφ, «είχε δίκιο να λέει ότι η φιλοσοφία του Χέγκελ, που πολλοί θεωρούσαν κατά βάση συντηρητική, ήταν μια αυθεντική άλγεβρα της επανάστασης».
  8. Γκ. Πλεχάνοφ, ό.π., τόμ. Ι, σελ. 165.
  9. Η ισχυρή αίσθηση των ανακατατάξεων και των δυναμικών στοιχείων από τον Τρότσκι αποτυπώνεται στην αντίληψή του για τις καταστροφές, που δεν τη βρίσκουμε ολόπλευρα ανεπτυγμένη στον Λένιν, παρότι χρησιμοποιούσε τον όρο. Θα επανέλθουμε σε αυτό το θέμα συζητώντας το μεταβατικό πρόγραμμα.

*Ο Χρήστος Κεφαλής είναι συγγραφέας και μέλος της ΣΕ της Μαρξιστικής Σκέψης.

Εγγραφή στο newsletter του PoliticalDoubts.

YOUR OPINION

Το ΚΑΣ αποφάσισε να μην διατεθεί το μνημείο του Παρθενώνα για εκδήλωση οίκου μόδας:

Συμφωνώ. Η προστασία των μνημείων θα πρέπει να είναι απόλυτη
70.2%
Μάλλον διαφωνώ. Θα μπορούσαν να τεθούν αυστηρότεροι όροι.
8.7%
Διαφωνώ με την απόφαση. Δεν μπορεί να χάνονται ευκαιρίες προβολής της χώρας
14.9%
Συμφωνώ να μην διατεθεί ο Παρθενώνας. Δεν θα είχα αντίρρηση αν επρόκειτο για άλλον αρχαιολογικό χώρο
6.1%
Η ψηφοφορία για αυτό το δημοψήφισμα έχει λήξει

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση