Στοχασμοί 28/02/2017

Περί ημετέρων και αλλοτρίων

Σ’ αυτή την προοπτική αντιλαμβάνομαι και εγώ το ακόλουθο κείμενο του Γιανάκιεφ, το οποίο παρουσιάζει την άγνοια όλων αυτών, που πέφτουν στον πειρασμό της μετατροπής της Εκκλησίας σε οργάνωση με συγκεκριμένους στόχους, η οποία καταντάει να υπηρετεί κρατικούς και εθνικιστικούς σκοπούς φορώντας την προβιά της θρησκευτικότητας

Το ακόλουθο κείμενο του Καλίν Γιανάκιεφ αποτελεί μια καυστική κριτική ενάντια σε όσους εμφανίζονται ως ¨υπερ-ορθόδοξοι¨ και πανέτοιμοι να υπερασπιστούν τα ιερά και τα όσια της πίστεως εναντίον των ¨φιλελευθέρων¨ διανοητών και όσων ¨φλερτάρουν¨ με τους ¨αιρετικούς¨. Είναι γνωστό ότι η πόλωση «πουλάει»  και ότι η Εκκλησία προσφέρεται για πολιτική εκμετάλλευση από τη στιγμή που ενστερνίζεται την νοοτροπία της κοινωνικής χρησιμότητας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η Εκκλησία καθίσταται εξάρτημα του κρατικού βίου και μεταβάλλεται σε θεσμό κοινωνικής ωφελιμότητας, πανέτοιμο να κηρύξει σε όλους τις κοινωνικές συμβατικότητες και την τήρηση των ορθών για τη κοινωνία φρονημάτων. Ουσιαστικά πρόκειται για ανθρώπους που υποκαθιστούν την Εκκλησία ως γεγονός ζωής, αλήθειας και υπαρκτικής γνησιότητας, με συλλογισμούς, ιδεολογίες και πεποιθήσεις, ούτως ώστε να εξασφαλίσουν για τους εαυτούς τους μια εγγυημένη βεβαιότητα και να περιχαρακωθούν απ’ τον έξω κόσμο, τον οποίον φοβούνται. Το γράμμα της διατύπωσης καθίσταται είδωλο, ούτως ώστε να εξασφαλίζεται η ψυχολογική σιγουριά κατοχής της αλήθειας και του σεβασμού της πιστότητας. Η Παράδοση και οι Πατέρες της Εκκλησίας μεταμορφώνονται σε νεκρό γράμμα, νοσταλγική επανάληψη και άκριτη αποδοχή και συνέχιση του παρελθόντος, ενώ η Εκκλησία καταντάει να εκπροσωπεί μια ορισμένη κοινωνικού τύπου ηθικολογία που χρησιμεύει στο εκάστοτε ιδεολογικό στήριγμα του κρατικού και κοινωνικοπολιτικού συντηρητισμού.

Σ’ αυτή την προοπτική αντιλαμβάνομαι και εγώ το ακόλουθο κείμενο του Γιανάκιεφ, το οποίο παρουσιάζει την άγνοια όλων αυτών, που πέφτουν στον πειρασμό της μετατροπής της Εκκλησίας σε οργάνωση με συγκεκριμένους στόχους, η οποία καταντάει να υπηρετεί κρατικούς και εθνικιστικούς σκοπούς φορώντας την προβιά της θρησκευτικότητας. Ο πειρασμός αυτός λαμβάνει πολλές φορές τη μορφή ανυστερόβουλων «αφιερώσεων» και μεγαλοστομιών για υψηλά ιδανικά και ιδέες, ενώ χρησιμεύει ως καλύπτρα του ασυνείδητου εγωκεντρισμού του ανθρώπου. Η πραγματική ζωή όμως και η εμπειρία του βίου αχρηστεύει τις περισσότερες ιδεολογίες και εξευτελίζει τις έννοιες που έχουμε  κατασκευάσει για να νοιώθουμε ασφαλείς εντός ενός κόσμου που καραδοκεί το άγνωστο, ενώ το εκκλησιαστικό γεγονός καλεί τον κάθε άνθρωπο σε έναν τρόπο υπάρξεως, ο οποίος οδηγεί τον  σε μια διαρκή υπέρβαση του εαυτού, σε μια συνεχή μεταμόρφωση και ανανέωση των κάθε λογής δεδομένων μορφών έκφρασης και δημιουργίας.  

Τον τελευταίο καιρό παρατηρώ έναν κοινό τόπο διά του οποίου οι εκκλησιαστικοί μας ζηλωτές έχουν αρχίσει να ¨ξεμπροστιάζουν΄ τους εχθρούς της ¨συντηρητικής ορθοδοξίας¨: τους ¨φονταμενταλιστές του φιλελευθερισμού¨ ,  τους ¨κρυφούς οικουμενιστές¨ (ή όπως αλλιώς ονομάζουν αυτοί όσους δεν στηλιτεύουν την Πανορθόδοξη Σύνοδο της Κρήτης, όσους δεν αισθάνονται υγιή φόβο για τους υποστηρικτές της ¨θεωρίας των κλάδων¨  και όσους δεν καθιστούν κυρίαρχο στοιχείο του εκκλησιαστικού τους βίου την καταδίκη ως αιρετικών όσων Χριστιανών βρίσκονται εκτός Ορθοδοξίας) [1]. Σύμφωνα με αυτούς τους ανθρώπους, οι παραπάνω αντικαθιστούν την αγάπη (την οποία ούτως ή άλλως μας την έχει ορίσει ο Κύριος Ιησούς Χριστός) με ένα είδος ¨πονηρής κολακείας¨ όντας αγαπητοί και ευγενικοί προς τους ετεροδόξους και επικριτικοί προς ορισμένους ορθοδόξους. Με άλλα λόγια - ¨μισούν τους δικούς τους αλλά αγαπούν τους ξένους.¨

Θα αποφύγω να σχολιάσω αναφορικά με την αγάπη και το μίσος, διότι τα συναισθήματα μας είναι κάτι το ιδιαίτερα προσωπικό και δύσκολα μπορούν να εκτιμηθούν και να καθοριστούν απ’ όσους βρίσκονται έξωθεν. Πρέπει να σημειωθεί πάντως ότι  η απροθυμία προς το διασυρμό άλλων, η λεπτότητα προς τους χαρακτηρισμούς και πιο απλά οι καλοί τρόποι δεν σημαίνουν πάντα ¨αγάπη¨ ακολούθως και η κριτική, ακόμη και η έλλειψη ανοχής προς την ¨υπεροχή¨ μεταξύ των ¨δικών μας¨ δεν σημαίνει ¨μίσος¨.

Εμένα πάντως με ενοχλούν οι χαρακτηρισμοί ¨ημέτεροι¨ και ¨αλλότριοι¨ . Η κατηγορία ότι ¨μισούν τους δικούς τους, αγαπούν τους ξένους¨ (σε ανθρώπους όπως η αφεντιά μου) εμπεριέχει και την υποκρυπτόμενη οδηγία ότι το φυσιολογικό θα ήταν να μην αγαπάς τους ¨ξένους¨ , ενώ προσωπικά μου φαίνεται λανθασμένο αν μισείς τον οποιονδήποτε. Ένας αληθινός ορθόδοξος ( και όχι ¨φιλελεύθερος φονταμενταλιστής¨ ή ¨κρυφός οικουμενιστής¨) θα ήταν φυσιολογικό να μην αγαπά τους ¨ξένους¨ (διότι είναι ¨ξένοι¨) – ας αγαπιούνται μεταξύ τους, αφού είναι ¨ξένοι¨ για εμάς. Απ’ την άλλη πλευρά είσαι υποχρεωμένος να αγαπάς τους ¨δικούς σου¨ - οτιδήποτε και αν πράττουν, επειδή είναι…¨οι δικοί σου¨.

Από τότε που ο ζηλωτισμός  άρχισε να μεταβάλλεται σε πρότυπο της χριστιανικής συμπεριφοράς και των σχέσεων στη χώρα μας, ένας τυποποιημένος υπεραπλουστευτισμός άρχισε να καθίσταται αποδεκτός ως κάτι το πλήρως φυσιολογικό. Αν κα νομίζω πως αυτού του είδους η υπεραπλούστευση και η τυποποίηση της συμπεριφοράς είναι πολύ πιο συγγενής με τον φαρισαϊκό φανατισμό, παρά με το Χριστιανισμό. Επιπλέον αυτού του είδους η συμπεριφορά συγγενεύει και με τη κομματική-πολιτική νοοτροπία, παρά με την εκκλησιαστική και είναι ίδιον του εθνοπατριαρχισμού παρά χαρακτηριστικό της ευγενικότερης και κατά κανόνα προσωποκρατικής κουλτούρας του ανεπτυγμένου ευρωπαίου.

Πράγματι, ποιος μου είναι ¨αλλότριος¨; Ο ρωμαιοκαθολικός ή ο προτεστάντης; Ναι, εξαιτίας αναμφιβόλων ομολογιακών και δογματικο-κανονικών διαφορών δεν θα μοιραζόμουν το Άγιο Ποτήριο της Ευχαριστίας μαζί του, δεν θα τολμούσα να καθίσω στην Τράπεζα του Κυρίου μαζί του και υπό αυτή την έννοια δεν μπορώ να βαδίσω μαζί του τον δρόμο της προσωπικής μου σωτηρίας. Ωστόσο βαδίζω σ’ αυτόν τον κόσμο (στον οποίο μου δόθηκε η ευκαιρία να προγευτώ το την βασιλεία, η οποία ¨οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου¨. Παράλληλα στον ¨κόσμο τοῦτο¨  αρνούμαι να συναναστρέφομαι τους ανθρώπους κατηγοριοποιώντας τους. Ο ρωμαιοκαθολικός μου είναι ¨αλλότριος¨ αλλά ένας ρωμαιοκαθολικός δεν είναι απλά ρωμαιοκαθολικός, αλλά είναι πάντοτε ένας συγκεκριμένος ρωμαιοκαθολικός. Σύμφωνα με αυτή την παραδοχή ποιος μου είναι ¨ξένος¨ ; Μήπως μου είναι ξένος ο Ρομάνο Γκουαρντίνι, στου οποίου το εξαιρετικό βιβλίο Ο Κύριος έμαθα για τον Χριστιανισμό και εμβάθυνα στο Ευαγγέλιο σε μια εποχή κατά την οποία ο Χριστιανισμός (και ως εκ τούτου και η Ορθοδοξία)  εξισώνονταν με ψυχική ασθένεια ; Μήπως αλλότριος μου είναι ο Γκαμπριέλ Μαρσέλ ; Του οποίου η ¨φιλοσοφία του μυστηρίου¨ καλλιέργησε τη σκέψη μου, που έως τότε είχε βομβαρδιστεί απ’ τις ανοησίες του Μαρξ, του Ένγκελς και του Λένιν. Ξένος πρέπει να μου είναι ο Ζακ Μαριτέν επειδή ομολόγησε το Σύμβολο της Πίστεως με το filioque ; Όλοι αυτοί πρέπει να μου είναι ¨αλλότριοι¨ σ’ αυτόν τον κόσμο ; Πρέπει εγώ (ένας επαρχιώτης μαθητής απ’ την τότε κομμουνιστική Βουλγαρία)  να τον ¨ξεσκεπάσω¨ εξαιτίας του filioque και να τον τοποθετήσω αποκλειστικά στην κατηγορία των αιρετικών ; Μήπως πρέπει τον εξαιρετικά ειλικρινή και βαθύ στοχαστή ¨αγγλικανό¨ Κ.Σ Λιούις πρέπει να τον θεωρώ ¨αλλότριο¨ ; Ως προς τι μου είναι αλλότριος ο Γκ. Κ. Τσέστερτον ; Τι είδους υπεραπλουστεύσεις και ανοησίες πρέπει να καταπιώ, για να τους θεωρήσω ¨αιρετικούς¨ ; Γιατί δεν μου αφήνουν αυτό, το οποίο και να είχα την ευκαιρία δεν θα το έκανα μαζί τους – δεν θα δεχόμουν να μοιραστώ την Ευχαριστιακή Κοινωνία μαζί τους. Γιατί πρέπει να με πείσουν να ¨μην τους αγαπώ¨,  επειδή δήθεν μου είναι ¨αλλότριοι¨ ;

Αντιστρόφως: ο Ορθόδοξος πρέπει να είναι ¨ημέτερος¨…Δεν πρέπει να τολμήσω να μην τον ¨αγαπώ¨. Αυτός ανήκει στην ¨κατηγορία¨μου,  είναι ημέτερος. Άρα είναι δικός μου  - και όχι ξένος – αυτός ο ¨ιεροδιοικητής που έγραψε δύο ογκώδης τόμους με κατηγορίες προς τα ¨αδέρφια¨ του ; Από κι ως που είναι ¨δικός μου¨ αυτός ο ορθόδοξος ; Πως είναι δικός μου ο κατσουφιασμένος ζηλωτής, ο οποίος με σταματάει και χαιρέκακα με χαιρετά, μόνο για να με πληροφορήσει ότι σήμερα είναι ¨του αγίου τάδε¨ με το παλαιό, δηλαδή κατ’ αυτόν με το ¨αγιοπατερικό¨ ημερολόγιο ; Γιατί είναι ¨δικός μου¨ ο απόλυτα άσπλαχνος ιερέας απ’ αυτή την νοτιοανατολική επαρχία, ο οποίος ανήγγειλε ότι θα έβγαζε το ράσο του, μόνο για να μπορέσει να ¨δείρει τους καταραμένους ομοφυλόφιλους¨; Γιατί να είναι δική μου η συλλέγουσα υπογραφές εναντίον της ταπεινότητός ¨αγωνίστρια¨,  η οποία ποτέ δεν με έχει αντικρίσει πρόσωπο με πρόσωπο ; Πρέπει να ¨αγαπώ¨ έναν  αρχιερέα, ο οποίος συμμετέχει σε χειροτονίες ¨ναϊτών ιπποτών¨, διότι είναι ¨ημέτερος¨; Πρέπει να ¨αγαπώ¨ έναν πνευματικό, για τον οποίο έγκυρα γνωρίζω ότι ονομάζει την επέμβαση του Πουτινικού στρατού στο Ντονμπάς ¨ιερό πόλεμο¨ ;

Επαναλαμβάνω: αυτό είναι τόσο απλοϊκό, όσο απλοϊκή ήταν η έκκληση ορισμένων ¨πολιτικών¨ να ¨κάτσουμε στ’ αυγά¨ μας αναφορικά με την κυρία Ιρίνα Μπόκοβα, γιατί αυτή είναι ¨δική μας¨ (Βουλγάρα), ενώ η άλλη υποψήφια είναι ¨ξένη¨ (Κροάτισσα) [2]. Αρνούμαι να υπερασπίσω τέτοιου είδους πατριαρχισμό, ο οποίος δεν έχει τίποτα κοινό με τον Χριστιανισμό. Σ’ αυτόν τον κόσμο – το λέω εντελώς ανοιχτά και ανένδοτα – αγαπώ (και δεν μπορώ να μην αγαπώ)  τέτοιους ¨καθολικούς¨ σαν τον Ρ. Γκουαρντίνι, τον Γκ Μαρσέλ, τον Εμ. Μουρνιέ, τέτοιους ¨προτεστάντες¨ όπως ο Κ.Σ. Λιούις και ο Πώλ Τίλλιχ (και ας με πονάει το γεγονός ότι δεν ανήκουμε στο ίδιο Σώμα του Χριστού). Στην ομάδα των ¨ημέτερων¨ σ’ αυτόν τον κόσμο για εμένα βρίσκονται ορθόδοξοι όπως ο Αλ. Σμέμαν, o Νικ. Αφανάσιεφ, ο επίσκοπος Κάλλιστος Γουέαρ, καθολικοί όπως ο Γκ. Κ. Τσέστερτον και η μητέρα Τερέζα, προτεστάντες όπως ο Κ.Σ Λιούις και ο Χρίστο Κουλίτσεφ (για να αναφέρω έναν Βούλγαρο) – και όχι επειδή κάποιοι είναι Ρώσοι και κάποιοι άλλοι ¨δυτικοί¨ αλλά διότι απλά δεν μου είναι ¨αλλότριοι¨ [3]. ¨Αλλότριοι¨ για εμένα είναι πάντως οι αρχιερείς-πράκτορες της Κρατικής Ασφάλειας, οι νταήδες που φορούν ράσα, οι σκοτεινοί ζηλωτές που μισούν τη δύση – και όχι επειδή δεν είναι ¨ορθόδοξοι¨ ή επειδή  δεν είναι ¨Βούλγαροι¨ αλλά επειδή απλά δεν είναι ¨δικοί μου¨ [4].

Αναφορικά με αυτούς, που κάποιοι θέλουν να μου επιβάλλουν να τους βλέπω σαν ¨αλλότριους¨, προσεύχομαι για να σωθούν παρά το filioque και τον ¨παπισμό¨ τους και για τους άλλους, οι οποίοι επιμένουν ότι είναι ¨ημέτεροι¨ προσεύχομαι να βάλουν μυαλό, αυτό είναι  δική μου δουλειά και για τα συναισθήματα μου δεν μπορούν να μου υπαγορεύσουν τίποτα. Διότι αυτά δεν υπόκεινται σε πειθαρχική κατηγοριοποίηση.

Τέλος, θα ήθελα να πω το εξής: οι περισσότεροι απ’ τους ζηλωτές, που χρησιμοποιούν την έκφραση ¨αγάπη¨ και ¨μίσος¨, πράγματα τα οποία σύμφωνα με αυτούς θα έπρεπε να διανέμονται ¨σωστά¨, είναι νέοι άνθρωποι (προσφάτως ενταγμένοι στην Εκκλησία) που δεν έχουν τις δικές μου παραστάσεις. Τον καιρό, κατά τον οποίο έγινα Χριστιανός και εντάχθηκα στην Εκκλησία, η αντιχριστιανική ιδεολογία ήταν αρκετά δυνατή, με συνέπεια να δημιουργήσει μια χριστιανική ¨αδελφοσύνη¨ μεταξύ όσων είχαν τη ¨τρέλα¨ να πιστεύουν σε έναν υπερβατικό Θεό και έναν ενσαρκωμένο Σωτήρα, απεσταλμένο απ’ Αυτόν. Όλοι αυτοί ήταν ¨ημέτεροι¨ ανεξάρτητα απ’ το αν ανήκαν σε διαφορετικές ομολογίες. Αντιθέτως ¨αλλότριοι¨ ήταν όλοι οι άλλοι, όλοι αυτοί  που υπηρετούσαν εκείνη την αντιχριστιανική ιδεολογία, ανεξάρτητα απ’ το αν ήταν συνηθισμένοι πολιτοφύλακες ή χειροτονημένοι ¨ιεροδιοκητές¨ της Ορθοδοξής μας Εκκλησίας. Αυτή η κατάσταση δεν με απέτρεψε καθόλου απ’ το να γίνω ορθόδοξος και συνεπώς να μην αποδέχομαι το filioque και τον ¨παπισμό¨, παρά την ¨αδελφοσύνη¨, αλλά και να δέχομαι τον βαθμό των αρχιερέων-πληροφοριοδοτών, παρά τα σκάνδαλα. Το να μου ζητούν τώρα πια κάτι παραπάνω – δηλαδή να μισώ τους ξένους και να αγαπώ τους δικούς μου, κατανεμημένους σε ¨κατηγορίες¨ ανάλογα με τα πάθη της ημέρας των  νεώτερων από εμένα μου φαίνεται υπερβολικό. Επίσης υπερβολικό μου φαίνεται η ορθόδοξη ταυτότητα να εκφράζεται διαμέσου αναθεμάτων εναντίων των ¨αιρετικών¨, με φοβίες εναντίων των ¨οικουμενιστών¨  των φιλελεύθερων, του οικουμενικού Πατριάρχη κτλ) και αντιθέτως: με επιείκεια και  ¨ευγένεια¨ προς τα σκοτεινά και εμποτισμένα με μίσος  και κακεντρέχεια όντα.

[1]Η θεωρία των κλάδων είναι μια εκκλησιολογική θέση, η οποία υποστηρίζει ότι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία συμπεριλαμβάνει μια ποικιλία χριστιανικών ομολογιών και δογμάτων, τα οποία είτε βρίσκονται σε κοινωνία μεταξύ τους είτε όχι. Οι Αγγλικανοί θιασώτες της θεωρίας συνήθως υποστηρίζουν ότι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία αποτελείται από την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, την Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία και τις Εκκλησίες της Αγγλικανικής Κοινωνίας, άλλοι υποστηρικτές της θεωρίας συμπεριλαμβάνουν και τις Προχαλκηδόνιες Εκκλησίες (Κόπτες), την Ασσυριακή Εκκλησία της Ανατολής, τους Παλαιοκαθολικούς και τις Λουθηρανικές Εκκλησίες. Η θεωρία των κλάδων περιλαμβάνει την ιδέα μιας αοράτου Χριστιανικής Εκκλησίας, η οποία συνενώνει όλες τις άλλες Εκκλησίες. Στο Oxford Dictionary of the Christian Church δίδεται ο ακόλουθος ορισμός περί της θεωρίας των κλάδων: Πρόκειται για τη θεωρία, η οποία υποστηρίζει ότι αν και εντός της Εκκλησίας έχουν συντελεσθεί σχίσματα, με αποτέλεσμα τον σχηματισμό ξεχωριστών ομολογιών και δογμάτων, τα οποία δεν τελούν εν κοινωνία το ένα με το άλλο, αυτές οι ομάδες ή ομολογίες παραμένουν ¨κλάδοι¨ της μίας Εκκλησίας του Χριστού, δεδομένου βέβαια ότι συνεχίζουν να διατηρούν την πίστη της μίας αδιαιρέτου Εκκλησίας και την αποστολική διαδοχή των Επισκόπων. Σύμφωνα με πολλούς Αγγλικανούς Θεολόγους, αυτή είναι η κατάσταση της Εκκλησίας την παρούσα εποχή, στην οποία υπάρχουν τρεις κύριοι κλάδοι: η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, η Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία και η Αγγλικανική Εκκλησία. Η θεωρία αυτή παρουσιάσθηκε και αναπτύχθηκε υπό την Κίνηση της Οξφόρδης και εκθέτεται επίσης στο έργο του Αγγλικανού Θεολόγου William Palmer A Treatise on the Church of Christ (1838). Ενδιαφέρουσες πληροφορίες για την Κίνηση της Οξφόρδης εκθέτονται και στην παρακάτω ιστοσελίδα http://oodegr.com/oode/orthod/praktikes/dytiko_typiko_1.htm. Ο Ρώσος Ορθόδοξος Θεολόγος Παύλος Ευδοκίμωφ έχει επίσης σχολιάσει την Θεωρία των Κλάδων γράφοντας τα εξής: Κάθε Εκκλησία στη δική της μορφή, παρουσιάζει, σύμφωνα με το ξεχωριστό της τοπικό πνεύμα, μια ειδικότερη εκδοχή της μοναδικής αποκαλύψεως. Για παράδειγμα, η ρωμαϊκή Χριστιανοσύνη χαρακτηρίζεται απ’ την υιική αγάπη και την υπακοή, την οποία εκφράζει προς την πατρική εξουσία υποστασιοποιημένη στο πρώτο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος: η Εκκλησία βρίσκεται εκεί για να διδάσκει και να υπακούει. Για τις Μεταρρυθμισμένες Εκκλησίες το ζωτικό στοιχείο είναι ο μυστηριακός σεβασμός για τον Λόγο· το χρέος της Εκκλησίας είναι να ακροάζεται και να αναμορφώνεται. Η Ορθόδοξη Εκκλησία φυλάσσει σαν θησαυρό την ελευθερία των παιδιών του Θεού, η οποία ανθεί εντός της λειτουργικής κοινωνίας, ενώ η Εκκλησία υμνεί την αγάπη του Θεού για το ανθρώπινο είδος. Paul Evdokimov, Orthodoxy, (New York, New City Press): σ. 342.

[2]Η Ιρίνα Μπόκοβα είναι Βουλγάρα πολιτικός και γενική διευθύντρια της UNESCO. Διετέλεσε δύο περιόδους βουλευτής στο Βουλγαρικό κοινοβούλιο, ως υφυπουργός και αργότερα προσωρινή υπουργός εξωτερικών στην κυβέρνηση Ζαν Βίντενοβ. Επίσης ήταν η πρέσβειρα της Βουλγαρίας στη Γαλλία και το Μονακό και μόνιμη αντιπρόσωπος της Βουλγαρίας στην UNESCO. Εκτός από αυτό ήταν προσωπική αντιπρόσωπος του Βούλγαρου προέδρου στον Διεθνή Οργανισμό Γαλλοφωνίας (2005-2009). Ενδιαφέρον προκαλεί το παρελθόν και η καταγωγή της Μπόκοβα, η οποία γεννήθηκε το 1952 στη Σόφια της Βουλγαρίας. Ο πατέρας της Γκεόργκι Μπόκοβ, ήταν κομμουνιστής και αρχισυντάκτης της κυβερνητικής εφημερίδας Rabotnichesko Delo (Εργατική δράση). Η Μπόκοβα σπούδασε στο Κρατικό Ινστιτούτο της Διεθνών Σχέσεων της Μόσχας, το οποίο ήταν υπό τον έλεγχο της KGB. Σ’ αυτή την σχολή εκπαιδεύονταν οι μελλοντικοί γραφειοκράτες του Ανατολικού Μπλοκ, οι οποίοι αργότερα ανελάμβαναν υπηρεσία ως πράκτορες ή διπλωμάτες. Αργότερα μάλιστα η Μπόκοβα εργάστηκε στο Υπουργείο Εξωτερικών της Βουλγαρίας απ’ το 1977 και κατάφερε να φτάσει στο βαθμό του υφυπουργού 1996. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι αν και τα Βουλγαρικά ΜΜΕ ήταν υπέρ της η εκλογή της στη θέση του Γενικού Διευθυντή της UNESCO είχε εγείρει ερωτήματα αλλά και δέχθηκε αρκετές κριτικές,  επειδή ήταν κόρη ενός μέλους της ολοκληρωτικής κομμουνιστικής ελίτ της Βουλγαρίας. Ειδικότερα ο γεννημένος στη Γερμανία Βούλγαρος συγγραφέας Ιλία Τρογιάνοφ είχε δηλώσει στην εφημερίδα Frankfurter Allgemeine Zeitung ότι η εκλογή της Μπόκοβα σε αυτή τη θέση είναι σκάνδαλο. Απ’ την άλλη πλευρά η εφημερίδα New York Times απεκάλυψε το παρελθόν αλλά παράλληλα υποστήριζε την υποψηφιότητα της λόγω του ότι ¨είχε παίξει δραστήριο ρόλο στην πολιτική μετατροπή της Βουλγαρίας από σοβιετικό δορυφόρο σε μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Αυτό είναι ένα σημαντικό πλεονέκτημα για έναν οργανισμό, ο οποίος είχε σφυροκοπηθει ανελέητα στο παρελθόν από διάφορες ιδεολογικές καταιγίδες¨. Τον Ιούνιο του 2014, η βουλγαρική κυβέρνηση πρότεινε την Ιρίνα Μπόκοβα ως επίσημη υποψήφιο της χώρας για τη θέση του γενικού γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών. Η νέα κυβέρνηση της Βουλγαρίας επιβεβαίωσε την υποψηφιότητα τον Ιανουάριο του 2015. Στις 9 Φεβρουαρίου του 2016, το υπουργείο εξωτερικών της Βουλγαρίας ανακοίνωσε ότι είχε υποβάλλει την υποψηφιότητα της για τα Ηνωμένα Έθνη. Παρόλα αυτά μετά από πέντε ανεπίσημες ψηφοφορίες στο συνέδριο ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, στις οποίες η Μπόκοβα ήρθε μεταξύ της τρίτης και της έκτης θέσης, η βουλγαρική κυβέρνηση ανακοίνωσε στις 28 Σεπτεμβρίου του 2016 την υποψηφιότητα της Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα διευθύνοντος συμβούλου της Παγκοσμίου Τραπέζης. Εφόσον όμως οι κανόνες περί υποψηφιοτήτων για Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών δεν παρέχουν την επιλογή αντικατάστασης του υποψηφίου, εκτός αν ο ίδιος δηλώσει ότι αποχωρεί, κάτι το οποίο η Μπόκοβα έχει γνωστοποιήσει ότι δεν πρόκειται να το κάνει, απ’ τον Σεπτέμβριο του 2016 υπάρχουν δύο Βούλγαροι υποψήφιοι, με την Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα να θεωρείται η μοναδική επίσημη υποψήφιος της Βουλγαρίας.

[3]Ο Χρίστο Κουλίτσεφ είναι μια εμβληματική προσωπικότητα στην ιστορία της Βουλγαρίας, ένας αληθινός μάρτυρας της Χριστιανικής πίστεως, ο οποίος υπέστη τη δίωξη του κομμουνιστικού καθεστώτος λόγω των πεποιθήσεών του. Ο Κουλίτσεφ γεννήθηκε στις 16 Ιουλίου του 1930 στο χωριό Ρόζοβο στη κοινότητα του Μπραντσίγκοβο, στη περιοχή του Πάζαρντζικ στη νότια Βουλγαρία. Απ’ το 1948 ήταν πάστορας, τελείωσε Σλαβική Φιλολογία στο πανεπιστήμιο της Σόφιας  ¨Αγ. Κλήμης της Αχρίδος¨ το 1952. Αργότερα εργάστηκε ως δάσκαλος αλλά απολύθηκε λόγω της χριστιανικής του πίστεως. Μετά εργάστηκε ως οικοδόμος και έπειτα απολύθηκε και από εκεί και στάλθηκε στη φυλακή. Αφού εξέτησε την ποινή του εγκαταστάθηκε υποχρεωτικά στο χωριό Νοζάρεβο της βορειοανατολικής Βουλγαρίας, στην περιοχή της Σιλίστρας. Απ’ το 1983 διετέλεσε πάστορας της Πρώτης ευαγγελικής Εκκλησίας της Ένωσης των Ευαγγελικών Εκκλησιών στη Βουλγαρία. Το 1994 αναγορεύθηκε επίτιμος διδάκτορας της Θεολογίας απ’ το πανεπιστήμιο Nord Park του Σικάγο. Είναι ιδρυτής του Βουλγαρικού Σωματείου για την πολιτική πρωτοβουλία ¨Δικαιοσύνη¨.

[4]Η Κρατική Ασφάλεια ή επιτροπή για την κρατική ασφάλεια (Komitet ya dǎržavna sigurnost) ήταν το όνομα των μυστικών υπηρεσιών της Βουλγαρίας κατά τη διάρκεια του κομμουνιστικού καθεστώτος. Η οργάνωση αυτή είναι υπεύθυνη για πολλές εγκληματικές μυστικές δραστηριότητες, όπως η δημιουργία ειδικής μονάδος για την δολοφονία Βουλγάρων αντιφρονούντων, οι οποίοι ζούσαν στο εξωτερικό. Επίσης ήταν υπεύθυνη για τον εκβουλγαρισμό των Τούρκων στη Βουλγαρία κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980 και την δολοφονία του Γκεόργκι Μαρκόφ στο Λονδίνο το 1978. Επιπλέον θεωρείται ότι οι μυστικές υπηρεσίες ήλεγχαν το λαθρεμπόριο όπλων, ναρκωτικών, αλκοόλ, τσιγάρων, χρυσού, ασημιού και αντικών έως το 1989 αλλά και τη σύνδεση μελών των μυστικών της Κρατικής Ασφάλειας με το οργανωμένο έγκλημα μετά τη πτώση του κομμουνισμού.

Εγγραφή στο newsletter του PoliticalDoubts.

YOUR OPINION

Το ΚΑΣ αποφάσισε να μην διατεθεί το μνημείο του Παρθενώνα για εκδήλωση οίκου μόδας:

Συμφωνώ. Η προστασία των μνημείων θα πρέπει να είναι απόλυτη
70.2%
Μάλλον διαφωνώ. Θα μπορούσαν να τεθούν αυστηρότεροι όροι.
8.7%
Διαφωνώ με την απόφαση. Δεν μπορεί να χάνονται ευκαιρίες προβολής της χώρας
14.9%
Συμφωνώ να μην διατεθεί ο Παρθενώνας. Δεν θα είχα αντίρρηση αν επρόκειτο για άλλον αρχαιολογικό χώρο
6.1%
Η ψηφοφορία για αυτό το δημοψήφισμα έχει λήξει

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση