Στοχασμοί 21/02/2017

Ο Χριστιανός και η πολιτική ζωή

Μήπως είναι λοιπόν παράδοξο να ομιλούμε για πολιτική Θεολογία την ώρα που η Θεολογία υπερβαίνει τη πολιτική και τα κόμματα;

Αποφάσισα να μεταφράσω το παρακάτω κείμενο του φιλοσόφου και καθηγητή απ’ τη Βουλγαρία Καλίν Γιανάκιεφ επειδή περιγράφει αδρά και χαρακτηριστικά τη θέση, που θα πρέπει να λαμβάνει η Εκκλησία σε ζητήματα πολιτικής. Πιστεύω πως ο διάλογος με ορθόδοξους Χριστιανούς στοχαστές, οι οποίοι προέρχονται από γειτονικές χώρες είναι ιδιαίτερα σημαντικός για να κατανοήσουμε προβλήματα, τα οποία ταλανίζουν και την ελληνική κοινωνική πραγματικότητα. Στην περίπτωση αυτή εξετάζεται η σχέση Εκκλησίας και πολιτικής, μια σχέση η οποία υφίσταται εφόσον η Εκκλησία δρα ἐν τῷ κόσμῳ δίχως να προέρχεται ἐκ τοῦ κόσμου  . Είναι επίσης σημαντικό να αναρωτηθούμε αν είναι δυνατή η δημιουργία μας συγκεκριμένης πολιτικής Θεολογίας, η οποία θα καθορίζει τις σχέσεις Εκκλησίας-Κράτους, Εκκλησίας-Έθνους, Εκκλησίας-Κοινωνίας. Πρόκειται για το στοίχημα της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην εποχή της νεωτερικότητας, μια εποχή με μεγάλες προκλήσεις αλλά και ακόμη μεγαλύτερες ευκαιρίες, που μπορούν να καταστήσουν την Εκκλησία αναγεννητικό παράγοντα εντός της κοινωνίας.

Ο διάλογος αυτός έχει ξεκινήσει και δεν πρόκειται να σταματήσει επ' ουδενί λόγω, όσο και αν κάποιοι ορθόδοξοι εξτρεμιστές βάλλουν εναντίον οποιασδήποτε προσπάθειας πολιτισμένου και γόνιμου διαλόγου, εκσφενδονίζοντας ανυπόστατες κατηγορίες περί αίρεσης και εκμεταλλευόμενοι τους ιερούς κανόνες της Εκκλησίας, μετατρέποντας τους σε απαράβατους δρακόντειους νόμους, οι οποίοι πρέπει να επισύρουν τη καταδίκη στους δήθεν παραβάτες τους. Η Θεολογία μου εξάπτει το ενδιαφέρον, όχι γιατί είμαι Θεολόγος (αν και δεν νομίζω ότι το είμαι Θεολόγος είναι σωστός όρος, επειδή πιστεύω ότι ο δρόμος προς τη Θεολογία είναι συνεχής και όχι στατικός) αλλά είμαι άνθρωπος και αντιλαμβάνομαι ότι δεν μπορώ να ζήσω χωρίς να πιστεύω κάτι που υπερβαίνει την άχαρη ζωή και τη καθημερινή πεζότητα. Η δική μου περίπτωση όμως είναι ανίατη, διότι δεν πιστεύω απλά κάτι που υπερβαίνει τη δική μου πραγματικότητα αλλά έχω αφιερώσει τη ζωή μου στην εξέταση του υπερβατικού και του υπερ-ούσιου, έχω εμπλακεί δηλαδή σε έναν αγώνα, ο οποίος δεν τελειώνει σε αυτή τη ζωή αλλά συνεχίζεται και στην επόμενη.

Μήπως είναι λοιπόν παράδοξο να ομιλούμε για πολιτική Θεολογία την ώρα που η Θεολογία υπερβαίνει τη πολιτική και τα κόμματα – τουλάχιστον έτσι θα έπρεπε να είναι– αλλά ταυτόχρονα οφείλει να παρεμβαίνει και να ελέγχει, να επηρεάζει και να διαλέγεται ; Ακόμα και αν παραδεχθούμε τη παραδοξότητα του όρου αυτού, δεν μπορούμε να αρνηθούμε την αναγκαιότητα του στη σημερινή πραγματικότητα. Ο Χριστιανός οφείλει εν λόγω και έργω να δρα στη κοινωνία και τη πολιτική, δεν μπορεί να μένει σιωπηλός μπροστά στην αδικία και την ανομία, απ’ όπου και αν αυτές προέρχονται και εκφράζονται. Νομίζω λοιπόν πως το παρακάτω κείμενο δίνει αρκετά παραδείγματα για την ενδεδειγμένη πρακτική της Εκκλησίας στη πολιτική ζωή και είναι διδακτικό ακόμη και για τα ελληνικά δρώμενα.


Όχι σπανίως στις μέρες μας  και μάλιστα θα έλεγα πολύ συχνά –αλλοίμονο – διαδίδεται η άποψη μεταξύ των ορθοδόξων χριστιανών ότι ένας πραγματικός χριστιανός δεν πρέπει να ασχολείται με τη πολιτική και αν το κάνει, αυτός ο άνθρωπος δεν είναι αληθινός ορθόδοξος αλλά ¨πολιτικάντης¨, καριερίστας. Εκτός του ότι αυτό είναι ψέμα (διότι, ζώντας εντός της ¨πόλεως¨, ο άνθρωπος δεν μπορεί να μη σχετίζεται με το γίγνεσθαι  της πόλεως και με τις πράξεις που το επηρεάζουν) υπάρχει ακόμα ένα είδος επιδεικτικής αλαζονείας σ’ αυτή την άποψη: υποτίθεται δηλαδή ότι  η πολιτική είναι ¨βρώμικη¨ και ιδιοτελής εργασία, ενώ εμείς οι πιστοί διαμένουμε στον  ¨μέλλοντα αιώνα¨ και ο ¨παρών¨ αιών δεν πρέπει να μας ενδιαφέρει. Ναι, η εκκλησία είναι η ζωή εν αγίω Πνεύματι, η συνεχής πρόγευση του ¨μέλλοντος αιώνος¨, αλλά οι χριστιανοί ζουν σ’ αυτή την ζωή και στον ¨παρόντα κόσμο¨ και σε τούτον τον παρόντα  κόσμο έχουν κληθεί ως μάρτυρες της αλήθειας και ως αγωνιζόμενοι εναντίον της αδικίας. Όπως προκύπτει και τα δύο αυτά γεγονότα συμβαίνουν εντός της ¨πόλεως¨ τουτέστιν στη σφαίρα της πολιτικής.

Οι άγιοι πατέρες δεν αποτάσσονταν μετά βδελυγμίας τη πολιτική προβάλλοντας ως ενδεδειγμένη απόκριση απέναντι των πολιτικών πραγμάτων μια δήθεν ¨υψηλή πνευματικότητα¨ (κάτι που ασφαλώς πρέπει συνεχώς να το επαναφέρουμε στη μνήμη μας). Για να γίνει πιο σαφές αυτή η σχέση πολιτικής-χριστιανισμού θα διηγηθώ δύο ιστορίες απ’ τον βίο του αγ. Ιωάννη του Χρυσοστόμου , ενός απ’ τους πιο σπουδαίους πατέρες του Χριστιανισμού σε Ανατολή και Δύση.

Στο βίο του ως αρχιεπίσκοπος της βασιλευούσης του έλαχε ο δύσκολος κλήρος να ζήσει στον καιρό του ασυνήθιστα ισχυρού (ως πολιτικού και ως ανθρώπου) αυτοκράτορος Αρκαδίου και της τρομερά ματαιοδόξου και ανηλεούς βασιλίσσης Ευδοξίας. Συνέβη δε τότε το εξής περιστατικό: στην Κωνσταντινούπολη κατέφθασε ο πλούσιος επαρχιώτης ευγενής Θεοδώριχος. Η διψασμένη για πλούτη βασίλισσα αποφάσισε να επινοήσει μια ψεύτικη κατηγορία εναντίον του, ούτως ώστε να δημεύσει τη περιουσία του. Παρόλα αυτά ο Θεοδώριχος ήταν ένας άψογα ειλικρινής και πιστός άνθρωπος και παρά τις προσπάθειες της Ευδοκίας δεν στάθηκε δυνατό να τον δυσφημήσει και να επιτύχει η σκευωρία εναντίον του. Τότε η Ευδοκία κάλεσε τον Θεοδώριχο στο παλάτι ζητώντας του με απόλυτο τρόπο να της δοθεί ως δάνειο μια τεράστια ποσότητα χρημάτων δήθεν για τις ¨ανάγκες του κράτους¨ ενώ του υποσχέθηκε με ασάφεια ότι ¨κάποτε θα του το επιστρέψει¨ , με άλλα λόγια έθεσε τον αξιωματούχο σε μια κρατική κομπίνα. Έκπληκτος όμως ο Θεοδώριχος εστράφη για βοήθεια προς τον Ιωάννη Χρυσόστομο και τι νομίζετε ότι έκανε ο άγιος ; Του απάντησε ότι ¨δεν ασχολείται με τα πολιτικά¨ ; Τον συμβούλεψε ¨να εναποθέσει τις φροντίδες του στο κύριο και να προσεύχεται¨ ; Του υποσχέθηκε άραγε ότι θα προσεύχεται γι’ αυτόν και έμεινε στα ιδιαίτερα διαμερίσματα του άπραγος ;  Όχι, αντιθέτως ο άγιος πήγε αμέσως να συναντήσει πρόσωπο με πρόσωπο τη βασίλισσα και της ζήτησε να αφήσει τον Θεοδώριχο ήσυχο. Αυτό σημαίνει ότι παρενέβη σ’ ένα ¨πολιτικό θέμα¨ και μάλιστα το έλυσε με επιτυχία, διότι η βασίλισσα αναγκάστηκε να αναστείλει τις επιδιώξεις της.

Το δεύτερο περιστατικό συνέβη μετά από λίγο διάστημα. Ο έπαρχος της Αλεξανδρείας Παυλίκιος, ο οποίος ήταν ένας σκληρός και δεσποτικός άνθρωπος, υφήρπαξε τη περιουσία μιας ευγενούς χήρας, η οποία ανήρχετο σε πεντακόσιες λίτρες χρυσού. Για τη γυναίκα αυτό σήμαινε ότι έπρεπε να πουλήσει κυριολεκτικά τα παιδιά της ως σκλάβους, ούτως ώστε να επιβιώσουν (τέτοια ήταν εκείνη την εποχή η κοινωνική πραγματικότητα). Γι’ αυτόν το λόγο η χήρα αποφάσισε να ταξιδέψει στη βασιλεύουσα και να στραφεί στην βασίλισσα, ούτως ώστε να αποδοθεί δικαιοσύνη. Η τελευταία σκέφτηκε πως αυτό θα ήταν μια νέα ευκαιρία για να πλουτίσει (¨παράνομη συναλλαγή¨). Διέταξε τον έπαρχο να εμφανιστεί μπροστά της και του επέβαλλε τεράστιο πρόστιμο για τη συντελεσθείσα πράξη εναντίον της χήρας, στην οποία επέστρεψε τελικά μόνο είκοσι λίτρες χρυσού, ενώ τα υπόλοιπα τα κράτησε για τον εαυτό της – δηλαδή για το ¨κράτος¨.  Εξαπατηθείσα λοιπόν και απ’ το βασιλικό δικαστήριο,  η δυστυχής στράφηκε προς τον Ιωάννη το Χρυσόστομο (προφανώς δεν ήξερε, ότι ο σωστός Χριστιανός δεν είναι ¨πολιτικάντης¨). Ο άγιος ασφαλώς μπορούσε να τη βοηθήσει χρησιμοποιώντας τα μέσα της Εκκλησίας και κατ’ αυτόν τον τρόπο το γεγονός θα παρέμενε απαρατήρητο δίχως επακόλουθο σκάνδαλο, το οποίο θα μπορούσε να εμπλέξει και τη βασίλισσα (σκάνδαλο δηλαδή με τις πολιτικές αρχές). Όμως ο  Ιωάννης επιθυμούσε να αποδώσει δικαιοσύνη. Κάλεσε λοιπόν τον Παυλίκιο στο κτίριο της τότε αρχιεπισκοπής Κωνσταντινουπόλεως, τον κλείδωσε εκεί και του ανακοίνωσε ότι δεν πρόκειται να τον αφήσει ελεύθερο έως ότου επιστρέψει αυτά που χρωστούσε στη χήρα. Η Ευδοξία έμαθε τα καθέκαστα, ότι δηλαδή ο άγιος Ιωάννης κατακρατεί τον έπαρχο και θύμωσε τρομερά, επειδή αντιλήφθηκε ότι η απάτη της καταστήθηκε γνωστή στον αρχιεπίσκοπο. Αντί να μετανοήσει, επιτέθηκε στον Ιωάννη επιπλήττοντας τον – μια ξεχωριστή συνήθεια της κοσμικής εξουσίας – ότι ασχολείται με θέματα του κράτους (δηλαδή με πολιτικά ζητήματα).

Ο άγιος δεν φοβήθηκε και δεν δίστασε να αποκριθεί στην Ευδοξία, λέγοντας της ότι δεν πρόκειται να ελευθερώσει τον Παυλίκιο. Της έγραψε μάλιστα ότι «εάν θέλει η βασίλισσα να αφήσω τον έπαρχο, ας στείλει τις πεντακόσιες λίτρες χρυσού, τις οποίες χρωστάει στη χώρα. Άλλωστε αυτό δεν θα είναι διόλου δύσκολο για την βασίλισσα εφόσον έλαβε απ’ τον Παυλίκιο περισσότερα». Αυτή ήταν η δηκτική απάντηση του Ιωάννη στις απαιτήσεις της Ευδοξίας. Μολαταύτα η εξοργισμένη βασίλισσα του συνέστησε να σταματήσει να αντιτίθεται στη βούληση της και να μην ασχολείται με κοσμικά ζητήματα. Τότε λοιπόν ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος της έγραψε ορισμένα λόγια, τα οποία αξίζει να τ’ ανακαλούν όλοι, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι ο χριστιανός δεν πρέπει να ασχολείται με την πολιτική. «Η βασίλισσα επιθυμεί να μοιάζω με νεκρό και να μην παρατηρώ τις συντελεσθείσες αδικίες · να μην ακούω τους στεναγμούς των προσβεβλημένων, τους γογγυσμούς των παραπονεμένων · να μην ξεμπροστιάζω τους αμαρτάνοντες. Όμως καθώς εγώ είμαι επίσκοπος και το έργο μου είναι η φροντίδα των ψυχών, είμαι υποχρεωμένος να εξετάζω τα πάντα με άγρυπνο μάτι, να ακούω τα αιτήματα όλων, όλους να διδάσκω, να τους νουθετώ και να τους αποκαλύπτω…Ας θυμώνει λοιπόν η βασίλισσα, όπως επιθυμεί, διότι εγώ δεν θα σταματήσω να λέω την αλήθεια.»


Διηγήθηκα αυτές τις δύο ιστορίες απ’ τη ζωή του αγίου πατρός, ακριβώς επειδή δεν συνδέονται άμεσα με τα ¨συμφέροντα¨ της Εκκλησίας. Πιο συγκεκριμένα πρόκειται για αντιδράσεις αναφορικά με την αδικία της κρατικής πολιτικής. Στην πραγματικότητα, είτε θέλει είτε όχι, η Εκκλησία δεν μπορεί να μην παρεμβαίνει στη πολιτική ζωή. Ακόμα και η σιωπή της Εκκλησίας σε ορισμένες περιπτώσεις που αφορούν τη κοινωνική ζωή είναι μια πολιτική πράξη – σωστή ή λάθος.

Όταν για παράδειγμα μια τοπική εκκλησία στέλνει επιστολή, στην οποία ανακηρύττει καλώντας το κράτος να μην δέχεται στη χώρα πρόσφυγες, διότι μπορεί να απειλήσουν τη δική της ¨δεξαμενή γονιδίων¨, τότε αυτή η εκκλησία ενεργεί πολιτικά. Σ’ αυτή τη περίπτωση η απόφαση της εκκλησίας μπορεί να είναι δημοφιλής ως προς το λαό (διότι και ο λαός που ανήκει στην τοπική εκκλησία στη πλειοψηφία του είναι κυριευμένος απ’ τη φοβία ότι η ¨δεξαμενή γονιδίων¨ απειλείται), όμως είναι μια λανθασμένη εκκλησιαστικά πολιτική πράξη. Επειδή η Εκκλησία δεν φροντίζει για τη ¨δεξαμενή γονιδίων¨,  αλλά για τους πάσχοντες, όπως αναφέρει και  κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας στην εκτενή δέηση μετά τη μικρά είσοδο ο στίχος του ψαλμού «Ο κύριος προστατεύει αυτούς που βρίσκονται μέσα στη χώρα ξένοι.»

Όταν πάλι ένας εκπρόσωπος του Πατριαρχείου  άλλης τοπικής εκκλησίας (ο Βσέβολοντ Τσάπλιν, πρώην εκπρόσωπος του Πατριαρχείου της Μόσχας) εμφανίζεται στο πλευρό του τοπικού (νομίζω Τσετσένου) μουσουλμάνου σατράπη, ο οποίος καθιστά σύζυγο του μια δεκαεξάχρονη κοπέλα δίχως τη συγκατάθεση της, διότι αυτό συμβαίνει σύμφωνα με τις ¨παραδόσεις¨ των μουσουλμάνων, ακόμα και αυτό είναι μια εξωφρενική πολιτική πράξη. Πράξη μάλιστα απολύτως διαφανής, διότι υπαγορεύεται από την ανάγκη να διατηρηθεί αφοσιωμένος στην εξουσία ένας τοπικός δερβέναγας.

Όταν τέλος μια τοπική Εκκλησία σιωπά (επειδή είμαι σίγουρος ότι σιωπά) όταν το κράτος -  εν προκειμένω η Ρωσική Ομοσπονδία – αποποινικοποιεί την ενδοοικογενειακή βία, ταυτίζοντας την με πταίσμα (ακριβώς όπως το να κάνεις θόρυβο στις ώρες κοινής ησυχίας, ούτως ώστε να μην ασχολείται με τις πολύπλοκες δικαστικές υποσχέσεις που σχετίζονται με την αφαίρεση των γονικών δικαιωμάτων, και αυτό επίσης είναι μια εξωφρενική πολιτική πράξη, ειδικότερα αν περιβάλλεται απ’ την ίδια τοπική εκκλησία, η οποία μας ξεκουφαίνει τα αυτιά στα διάφορα φόρουμ για το πώς η Δύση νομιμοποιεί τους γάμους ατόμων του ίδιου φύλου. Ωστόσο, γι’ αυτό αξίζει να γραφτεί κάτι το ιδιαίτερο.

Τέλος διερωτώμαι: ¨πολιτικάντης¨ ήταν ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, παρεμβαίνοντας στη σύγκρουση ανάμεσα σε έναν ευγενή της επαρχίας και στο παλάτι στην ύστερη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία (σε κάτι που μπορεί να παρομοιαστεί σήμερα με τη σύγκρουση μεταξύ ενός δημάρχου μεγάλης πόλης και ενός υπουργού), στη σύγκρουση μεταξύ ενός επάρχου (ένα είδος κυβερνήτη) και της βασιλίσσης (μιας αντιπροέδρου ενός κόμματος, για να μιλήσουμε αναλογικά) ;

Φυσικά εγώ δεν υποστηρίζω την πολιτικοποίηση των Χριστιανών (κυρίως των κληρικών), η οποία είναι πασιφανής στις γραπτές συγκρούσεις στα κοινωνικά δίκτυα, αλλά δεν μπορώ να δεχτώ τη πολιτική δέσμευση του Χριστιανού ειδικά σε ένα κράτος, που από καιρό δεν περιβάλλεται από φωτοστέφανο, να θεωρείται ¨πολιτικαντισμός¨. Σωστό είναι να ακολουθείται η αγιοπατερική πρόταση: ¨είμαι υποχρεωμένος να τα εξετάζω όλα με άγρυπνο μάτι.¨ Νομίζω πως αυτό δεν ισχύει μόνο για τους επισκόπους.

Εγγραφή στο newsletter του PoliticalDoubts.

YOUR OPINION

Το ΚΑΣ αποφάσισε να μην διατεθεί το μνημείο του Παρθενώνα για εκδήλωση οίκου μόδας:

Συμφωνώ. Η προστασία των μνημείων θα πρέπει να είναι απόλυτη
70.2%
Μάλλον διαφωνώ. Θα μπορούσαν να τεθούν αυστηρότεροι όροι.
8.7%
Διαφωνώ με την απόφαση. Δεν μπορεί να χάνονται ευκαιρίες προβολής της χώρας
14.9%
Συμφωνώ να μην διατεθεί ο Παρθενώνας. Δεν θα είχα αντίρρηση αν επρόκειτο για άλλον αρχαιολογικό χώρο
6.1%
Η ψηφοφορία για αυτό το δημοψήφισμα έχει λήξει

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση