Στοχασμοί 31/01/2017

Μεταπολιτική από τα δεξιά

Χρειάζεται λοιπόν ένα νέο κίνημα ή απλά η αλλαγή της προσωπικής ζωής του καθενός μας;

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο ευρωπαϊκός πολιτισμός βρίσκεται αντιμέτωπος με μια υπαρξιακή κρίση. Οι περιφερειακές και οι εθνικές ταυτότητες έχουν εδώ και καιρό εξαλειφθεί, ενώ έχουν αντικατασταθεί ή καλύτερα συγχωνευθεί σε μία πανευρωπαϊκή ταυτότητα, η οποία διακρίνεται από μια εγωιστική λατρεία προς το καταναλωτισμό και την ηδονή. Αυτή η λατρεία έχει κατεδαφίσει κάθε κοινωνικό και πολιτιστικό θεμέλιο της Ευρώπης. Οτιδήποτε έχει σχέση με θρησκεία και παραδόσεις θεωρείται κοινότοπο, τετριμμένο και οπισθοδρομικό σε έναν κόσμο που ως ύψιστο δικαίωμα θεωρεί τις ατομικές προτιμήσεις του καθενός και τον υποχρεωτικό σεβασμό σε αυτές τις προτιμήσεις όσο παράλογες και κοινωνικά διαβρωτικές και αν είναι. Μάζες ξένων ανθρώπων μετακινούνται ασταμάτητα προς τη πατρίδα μας, έχοντας την απερίφραστη υποστήριξη των ελίτ και των ΜΜΕ ενημέρωσης , τα οποία διαρκώς φλυαρούν για τα δικαιώματα των ¨προσφύγων¨ δίχως να αναφέρουν το προφανές:  πως δηλαδή το κύμα των αλλόφυλων και αλλόθρησκων δεν πρόκειται για πρόσφυγες -  εκτός από έναν ελάχιστο αριθμό – αλλά κυρίως για παράνομους μετανάστες, οι οποίοι εισβάλλουν στη χώρα μας και στην Ευρώπη με την ανοχή των ιθυνόντων στις Βρυξέλλες και λόγω της φυγοπονίας των πολιτικών που κυβερνούν την Ελλάδα εδώ και δεκαετίες[1]. Δυστυχώς οι συμπολίτες μας αλλά και οι περισσότεροι πολίτες της Ευρώπης δεν κάνουν τίποτα για να αντισταθούν σ’  αυτή τη προοδευτική άλωση των πατρίδων τους. Οι περισσότεροι είτε αποδέχονται το αφήγημα των κυβερνήσεων τους και της Ευρωπαϊκής ένωσης, είτε δέχονται δίχως κριτική τη προπαγάνδα των ΜΜΕ, ένα άλλο μέρος απ’  αυτούς δεν έχουν το χρόνο να ασχοληθούν με αυτά τα ζητήματα, επειδή έχουν καταστεί ξένοι στις ίδιες τους τις πατρίδες, αντιμετωπίζοντας στωικά την οικονομική ανέχεια και τη μείωση των εισοδημάτων τους, ενώ ένα τρίτο μέρος απλά δεν ενδιαφέρονται, στέκονται αποχαυνωμένοι μπροστά στη τηλεόραση ή έχουν ως μοναδικό τους ιδανικό τις υλικές απολαύσεις και την ηδονή. Αυτοί που θέλουν να αντισταθούν – πολλές φορές όχι με κόσμιο τρόπο  – χαρακτηρίζονται νεοναζί, ακροδεξιοί, φασίστες από τα ΜΜΕ, τα οποία έχουν λάβει το ρόλο του Μεγάλου Ιεροεξεταστή και καταδικάζουν στη πυρά οποιονδήποτε δεν συμφωνεί με το αφήγημα της παγκοσμιοποίησης και της ολικής ισοπέδωσης κάθε πολιτισμού και κουλτούρας. Για να εντοπίσουμε τους λόγους πίσω απ’  αυτή τη κρίση πρέπει να σκάψουμε βαθιά, πρέπει να ανακαλύψουμε την αλήθεια πίσω απ’  τις κατασκευασμένες ¨αλήθειες¨ της κοινής γνώμης και του κατεστημένου, οι οποίες θεωρούνται δεδομένες · πρέπει να κοιτάξουμε πίσω απ’  τη κουρτίνα των συμβόλων, τον εθνομαζοχισμό, τη πολιτιστική διάλυση, την οικοφοβία, και τη προπαγάνδα των ΜΜΕ[2].

Τεράστιες προκλήσεις μας αναμένουν. Οι παραδοσιακές αξίες όπως η τιμή και η αξιοπρέπεια, η θέληση για αυτοθυσία και η κοινωνική συνοχή, η ταπεινότητα μπροστά στις θυσίες που έγιναν από τις παλαιότερες γενιές, και η θεώρηση της νέας γενιάς ως κρίκος σε μια αέναη αλυσίδα απ’  το απώτατο παρελθόν ως το μέλλον έχουν πλήρως υπονομευθεί. Η σημερινή νεολαία έχει χάσει κάθε έννοια της ιστορικής μνήμης και ταυτότητας, γι’  αυτό έχουν χάσει και τη πίστη τους στο μέλλον, όπως και σ’ οποιαδήποτε προοπτική. Οι περισσότεροι νέοι σήμερα ζουν για το τώρα, σε μια συνεχή καταδίωξη της άμεσης ικανοποίησης. Αντιθέτως οι γηραιότεροι Έλληνες και ευρωπαίοι έχουν ξεπερασμένες απόψεις για τη κοινωνία, δεν αντιλαμβάνονται τον κίνδυνο που πλησιάζει και νομίζουν ότι οι παλιές συνταγές θα λειτουργήσουν και τώρα. Η αλυσίδα της ιστορίας όμως έχει σπάσει και το παρόν δεν είναι πλέον η συνέχεια του παρελθόντος.

Η τεχνολογία και η επιστήμη ακόμα προοδεύουν. Αλλά δεδομένης της πολιτιστικής διάλυσης, της διανοητικής οκνηρίας και της δημογραφικής πτώσης, οι πιθανότητες για  μακροπρόθεσμη επιστημονική πρόοδο θα μειωθούν.  Ο πολιτισμός μας έχει παρακμάσει σταδιακά, προσεγγίζοντας όλα αυτά τα χρόνια μα υλιστική, ηδονιστική, καταναλωτική κουλτούρα – το αποτέλεσμα της εξάλειψης της πρωταρχικής κουλτούρας της Ευρώπης. Ζούμε σε μια αποκομμένη πραγματικότητα, στην οποία ο ηθικός σχετικισμός έχει καταστεί κανόνας, διαλύοντας όλες τις προγενέστερες παραδόσεις και αξίες, οι μύθοι και οι παλαιότεροι κανόνες έχουν αντικατασταθεί με παγκόσμιες αφηρημένες ιδέες και όρους  όπως ¨ανθρωπισμός¨ και ¨ανεκτικότητα¨.

Οι ιστορικές διεργασίες που άρχισαν με την Αναγέννηση και την ανάδυση του αστικού υλιστικού πολιτισμού, ο οποίος έφτασε στο αποκορύφωμα του στις φιλελεύθερες επαναστάσεις της Αμερικής και της Γαλλίας, και στην σταδιακή εξάλειψη της μοναρχίας και της αριστοκρατίας στην Αγγλία διά δημοκρατικών και φιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων, αυξήθηκαν με την ανάπτυξη του καπιταλισμού και τη βιομηχανοποίηση, και οδήγησαν στο δραματικό παράδειγμα της κομμουνιστικής επανάστασης στη Ρωσία. Εν τέλει η Ευρώπη οδηγήθηκε σε δύο Παγκοσμίους Πολέμους, οι οποίοι την άφησαν πολιτισμικά και υλικά αποδεκατισμένη.

Το τελευταίο στάδιο σε αυτή τη διαδικασία είναι η εισροή πολυάριθμων πληθυσμών μεταναστών από άλλους πολιτισμούς, οι οποίοι με τη σιωπηρή συγκατάθεση των Ευρωπαίων έχουν εγκατασταθεί πλέον στις χώρες μας δίχως να μπορούν αλλά δίχως και να θέλουν να ενσωματωθούν. Αυτές ο εθνικές ομάδες – δεδομένων των αριθμών τους πρέπει να μιλάμε για ομάδες μεταναστών και όχι για άτομα – αυξάνονται και επεκτείνονται, προς ζημία του δικού μας λαού. Οι Ευρωπαίοι δεν αντιδρούν, ούτε πολιτικά, ούτε πολιτισμικά, αλλά αφήνουν τα πάντα να συμβούν παθητικά και σιωπηρά. Οι λίγες πολιτικές αντιδράσεις οι οποίες συμβαίνουν στρέφονται ενάντια στα συμπτώματα – μετανάστευση, πολιτισμική μετακίνηση αποξένωση και αυξημένα ποσοστά εγκληματικότητας – και αποφεύγουν να χτυπήσουν το πρόβλημα, το βασικό αίτιο, την φανερή αλήθεια ότι οι μουσουλμανικοί πληθυσμοί δεν μπορούν να έρχονται κατά χιλιάδες στην Ευρώπη, ότι οι μουσουλμάνοι και οι ξένοι πρέπει να σταματήσουν να έρχονται στην Ευρώπη και να μείνουν στις χώρες και τις ηπείρους τους. 

Εφαρμόζοντας τη μεταπολιτική στη πράξη

Η μεταπολιτική είναι ένας πόλεμος κοινωνικής μεταμόρφωσης, στο επίπεδο  της κοσμοθεωρίας, της σκέψης και του πολιτισμού, οποιοσδήποτε πολιτικός αγώνας πρέπει πρώτα να προετοιμαστεί, ν’  αναγνωριστεί και να υποστηριχθεί από τη μεταπολιτική. Για να προσεγγίσουμε το σύνολο των προκλήσεων που αντιμετωπίζει η Ελλάδα και κατ’  επέκταση η Ευρώπη δεν είναι αρκετό να κοιτάξουμε προς τα πίσω, ή να αντιδράσουμε μόνο στα εξωτερικά σημάδια που οδηγούν στον αφανισμό της ευρωπαϊκής κουλτούρας και των εθνών της. Πρέπει να αντιληφθούμε το πλαίσιο και τα αίτια της κατάστασης στην οποία βρισκόμαστε, να τα αναλύσουμε και έπειτα να αντιδράσουμε – πολιτικά αλλά και πολιτισμικά – σύμφωνα με τα συμπεράσματα στα οποία έχουμε καταλήξει. Αυτό που χρειαζόμαστε είναι μεταπολιτική σκέψη και δράση. Η μεταπολιτική ανάλυση δεν σχετίζεται απλώς με το προφανές, με την επιφάνεια της καθημερινής πολιτικής αλλά εξετάζει ποιοι παράγοντες ελέγχουν και επηρεάζουν την ανάπτυξη της κοινωνίας στο σύνολο της κατά την διάρκεια μακρών περιόδων και σχετίζεται με τις υποκρυπτόμενες προϋποθέσεις και τη συνείδηση του μέσου πολίτη. Η μεταπολιτική εξετάζει τον πολιτισμό, την οικονομία, την ιστορία τόσο την εξωτερική όσο και την εσωτερική πολιτική – όχι απλά το κράτος, το κόμμα ή το έθνος. Πρέπει να καταλάβουμε την κοινωνία στο σύνολο της, να την αντιληφθούμε ως έναν ενιαίο οργανισμό, ούτως ώστε να τη μεταρρυθμίσουμε με έναν εποικοδομητικό και τελικό τρόπο.

Τις τελευταίες δεκαετίες, οι περισσότερες οργανώσεις που εργάζονται προς όφελος των λαών της Ευρώπης επέλεξαν γενικά να χρησιμοποιούν στρατηγικές, που έχουν ιστορικά επιτύχει, αλλά οι οποίες δεν λειτουργούν πλέον στο σύγχρονο πλαίσιο δράσης. Η απλή μίμηση των παλαιότερων πολιτικών και επαναστατικών νικών είναι καταδικασμένη να αποτύχει. Μόνο για μια φορά υπήρξε και θα υπάρχει ένας Καίσαρας ή ένας Ναπολέων. Πρέπει να διδαχθούμε απ’  την ιστορία όχι πώς να κατακτήσουμε δύναμη και επιρροή, αλλά για να κατανοήσουμε τι είναι η δύναμη, που πραγματικά βρίσκεται και πως διαμορφώνεται.

Η μεταπολιτική είναι η προϋπόθεση της πολιτικής -  η δυναμική της εξουσίας, όπως αυτή εκδηλώνεται στους δρόμους και στις οθόνες των υπολογιστών έως τη κυβέρνηση και το κοινοβούλιο · στα ΜΜΕ και στον τύπο, στον ακαδημαϊκό χώρο, στα πολιτιστικά ιδρύματα και στη κοινωνία των πολιτών καθώς και στην τέχνη και στη κουλτούρα. Με λίγα λόγια, σε όλους τους διαύλους, στους οποίους κυκλοφορούν αξίες που καθίστανται αντιληπτές σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η μεταπολιτική ανάλυση πρέπει να προηγείται της πολιτικής δράσης.

Ας στρέψουμε τη προσοχή μας στον μαρξιστή θεωρητικό Αντόνιο Γκράμσι, ο οποίος έπαιξε σημαντικό ρόλο στο κομμουνιστικό κίνημα της Ιταλίας πριν αλλά και κατά τη διάρκεια της εγκαθίδρυσης του φασιστικού καθεστώτος. Η προσπάθεια των κομμουνιστών να κατακτήσουν τα εργοστάσια και επομένως να τα πάρουν απ’  τα χέρια της αστικής τάξης στη βόρεια Ιταλία κατά τη διάρκεια 1919-1920 απέτυχε. Το 1926, τέσσερα χρόνια μετά την έλευση του Μουσολίνι στην εξουσία, ο Γκράμσι καταδικάστηκε σε φυλάκιση είκοσι ετών για την αντίθεση του προς το καθεστώς και παρέμεινε στη φυλακή έως τον θάνατο του το 1936. Κατά την παραμονή του στη φυλακή, ο Γκράμσι κρατούσε σημειώσεις, οι οποίες τώρα προσφέρουν πολλά μαθήματα στρατηγικής ύψιστης σημασίας και μεταθανάτια δημοσιεύτηκαν ως Τετράδια της Φυλακής[3].

Στο έργο του ο Γκράμσι υποστήριξε ότι το κράτος δεν περιορίζεται στον πολιτικό μηχανισμό. Στην πραγματικότητα αυτό λειτουργεί παράλληλα με έναν αστικό μηχανισμό. Με άλλα λόγια, κάθε πολιτική δομή εξουσίας ενισχύεται από μια αστική συναίνεση, η οποία πρόκειται για την κοινωνική και ψυχολογική υποστήριξη των μαζών. Αυτή η υποστήριξη εκφράζεται διά μέσου των παραδοχών στις οποίες βασίζεται ο πολιτισμός, η κοσμοθεωρία και  τα έθιμα ενός λαού. Οποιαδήποτε πολιτική ιδεολογία για να παραμείνει στην εξουσία, πρέπει να υποστηρίξει τον εαυτό της εγκαθιδρύοντας και διαδίδοντας αυτές τις πολιτισμικές προϋποθέσεις στις μάζες.

Στο τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, κατά τη διάρκεια μιας περιόδου που χαρακτηρίζεται από  μια τρομερή κρίση, η Ιταλία συγκλονίστηκε από βίαιες συγκρούσεις, οι οποίες είχαν να κάνουν με την εργασία, τις απαλλοτριώσεις της αγροτικής γης και την κατάρρευση πολλών παραδοσιακών θεσμών. Η αναταραχή έφτασε στο αποκορύφωμα της το Σεπτέμβριο του 1920, όταν συνδικαλιστές κατέλαβαν τα εργοστάσια της μεταλλουργικής βιομηχανίας στη βόρειο Ιταλία -  η οποία την εποχή εκείνη ήταν ο κρίσιμος τομέας της οικονομίας – και προσπάθησαν να συνεχίσουν την παραγωγή υπό τον έλεγχο των εργατών. Για ένα σύντομο χρονικό διάστημα φαινόταν ότι θα ακολουθήσουν το παράδειγμα των Ρώσων εργατών και ότι θα θεσπίσουν μια επαναστατική κυβέρνηση μεταβαίνοντας σε ένα καθεστώς σοβιετικού τύπου. Αλλά τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν κατ’  αυτόν τον τρόπο. Οι απεργίες καταλάγιασαν, τα αριστερά κόμματα ήταν κατακερματισμένα και δύο χρόνια αργότερα το φασιστικό κόμμα του Μουσολίνι κατέλαβε τον έλεγχο του κρατικού μηχανισμού.

Ενώ βρισκόταν στη φυλακή ο Γκράμσι μελέτησε τους λόγους για τους οποίους  η αριστερά - κατά τη διάρκεια μιας περιόδου, στην οποία οι κυβερνητικοί θεσμοί  βρίσκονταν σε αταξία και η άρχουσα τάξη δεν διέθετε τα απαραίτητα μέσα για να ασκήσει την εξουσία -  απέτυχε να συνεχίσει την επαναστατική εξέλιξη. Τελικά έφτασε στο συμπέρασμα ότι η εξήγηση πρέπει να βρεθεί στην ιδεολογία. Σε αντίθεση με άλλους μαρξιστές, είχε τη γνώμη ότι το κράτος στηριζόταν σε κάτι παραπάνω και όχι μόνο στην αστυνομία και στο δικαστικό σώμα. Ο Γκράμσι, ο οποίος γνώριζε γλωσσολογία, συνειδητοποίησε ότι το κυρίαρχο κοινωνικό στρώμα ήλεγχε τον δημόσιο λόγο και γι’  αυτό μπορούσε να ασκήσει εξουσία στον τρόπο, με τον οποίο χρησιμοποιούταν η γλώσσα, η οποία επέτρεπε στην εξουσία της κυρίαρχης τάξης να φαίνεται ως μια φυσική κατάσταση των πραγμάτων, ενώ οι αντίπαλοι της παρουσιάζονταν αλλόκοτοι και απειλητικοί[4]

Ο Γκράμσι κατέληξε σε παρόμοιο συμπέρασμα σχετικά με τη κουλτούρα, αντιλαμβανόμενος ότι η άσκηση της πολιτικής εξουσίας στηριζόταν στη συναίνεση και όχι στη δύναμη. Συνεπώς το κράτος κυβερνούσε, όχι επειδή οι άνθρωποι ζούσαν υπό τον φόβο των κατασταλτικών του δυνάμεων αλλά επειδή υιοθετούσε ιδέες – μια ιδεολογία η οποία διαπότιζε ολόκληρη τη κοινωνία – και η οποία νομιμοποιούσε τις κρατικές δραστηριότητες προσδίδοντας τους κανονικότητα.

Με βάση αυτή την ανάλυση, ο Γκράμσι κατανόησε γιατί οι κομμουνιστές είχαν αποτύχει να κατακτήσουν την πολιτική εξουσία στις αστικές δημοκρατίες. Ο λόγος ήταν ότι δεν κατείχαν τα πολιτιστικά μέσα για να το πράξουν. Κανείς δεν μπορεί να ανατρέψει ένα πολιτικό σύστημα δίχως να ελέγχει από πριν τους καθοριστικούς πολιτιστικούς παράγοντες, στους οποίους στηρίζεται θεμελιωδώς η πολιτική εξουσία. Πρέπει πρώτα κάποιος να κερδίσει τη συναίνεση του λαού με τη νομιμοποίηση συγκεκριμένων αφηρημένων ιδεών, ηθών, εθίμων, τρόπων  σκέψης, αξιακών συστημάτων, μέσω της τέχνης και της εκπαίδευσης.

Ο Ιταλός θεωρητικός περιέγραψε αυτή τη πράξη ως πόλεμο θέσεων – ένας πόλεμος στον οποίο οι ιδέες και οι αντιλήψεις ήταν οι κύριες γραμμές της διαίρεσης – η νίκη θα εξαρτηθεί απ’  την επιτυχία του επαναπροσδιορισμού των κυρίαρχων αξιών, με την ίδρυση εναλλακτικών θεσμών και την κατεδάφιση των προηγούμενων, με την παράλληλη υπονόμευση των υπαρχουσών αξιών του λαού με σκοπό την αλλοίωση τους. Συνεπώς μια πνευματική και πολιτιστική επανάσταση θεωρείται απαραίτητη προϋπόθεση για την πολιτική επανάσταση. Η κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας είναι μόνο το τελευταίο βήμα σε μια μακρά διαδικασία, μια διαδικασία, η οποία αρχίζει με τη μεταπολιτική[5].

Η μεταπολιτική, με απλά λόγια, επηρεάζει και διαμορφώνει τις κοσμοθεωρίες, τις μύχιες σκέψεις των ανθρώπων, και τις ίδιες τις έννοιες που χρησιμοποιούν για να ορίσουν και να εξηγήσουν τον κόσμο γύρω τους. Μόνο όταν οι μεταπολιτικές προσπάθειες επιτύχουν να αλλάξουν τη βάση και ο λαός νοιώσει ότι αυτή η αλλαγή είναι μια αυτονόητη ανάγκη, τότε η κατεστημένη πολιτική δύναμη -  η οποία θα βρίσκεται πλέον μετά τη πολιτιστική αλλαγή αποσυνδεδεμένη απ’  τη κοινή γνώμη και δίχως τη συναίνεση αυτής -  θα αρχίσει να καταρρέει, πριν τελικά ανατραπεί εντελώς και αντικατασταθεί με μια διαφορετική πολιτική εξουσία. Στη περίπτωση αυτή μπορούμε να ορίσουμε τη μεταπολιτική ως έναν πόλεμο κοινωνικού μετασχηματισμού, αλλαγής της σκέψης και της κουλτούρας. Η αριστερά και οι λιμπεραλιστές έχουν εδώ και καιρό μάθει να πολεμούν κατ’  αυτόν τον τρόπο, και μέχρι πρόσφατα δεν είχαν αντίπαλο σε αυτό το πεδίο. Παρόλα αυτά, αυτό το γεγονός αλλάζει και πιστεύω ότι όσοι διαθέτουμε απόψεις αντίθετες απ’ το κατεστημένο, όσοι θεωρούμε ακόμα τη παράδοση, το  έθνος, τη θρησκεία σημαντικές αντιλήψεις και ιδέες που δεν ανήκουν μόνο στη συντήρηση αλλά μπορούν να λειτουργήσουν και ως οδοδείκτες προς το μέλλον πρέπει να εμπλακούμε στη μεταπολιτική, είναι μια αναγκαιότητα που δεν έχουμε την πολυτέλεια να την αφήσουμε να πάει χαμένη.

Με αφετηρία τη θέση αυτή, μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε ότι μια πολιτική κίνηση, η οποία αποτυγχάνει να εμπλακεί στον μεταπολιτικό και πολιτισμικό αγώνα δεν θα μπορέσει να πραγματοποιήσει μακροπρόθεσμες αλλαγές στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Ο μεταπολιτικός αγώνας προηγείται του πολιτικού. Διαφορετικά ο πολιτικός αγώνας είναι καταδικασμένος να καταστεί μια δονκιχωτική απόπειρα εναντίον ανεμόμυλων. Η αποστολή όλων όσων παρατηρούν τη κατάρρευση της Ελλάδας και της Ευρώπης δεν είναι απλά να δημιουργήσουν ένα πολιτικό κίνημα, αλλά μια μεταπολιτική εμπροσθοφυλακή, η οποία θα γίνει το ζωτικό μέρος μιας ευρύτερης πρωτοβουλίας, η οποία θα θέσει τη χώρα στο σωστό δρόμο, αυτή είναι η κύρια αποστολή όσων έχουν αντίληψη της κατάστασης - θα έλεγα επίσης ότι είναι αποστολή της ευρωπαϊκής δεξιάς - αν δεν είχαν διαβρωθεί τα περισσότερα κόμματα, από ιδέες που είναι πιο κοντά στον πολιτιστικό μαρξισμό και όχι στη δεξιά. Αλήθεια ποιο δεξιό κόμμα προασπίζει τη θρησκεία και τις εθνικές παραδόσεις τώρα ; Οι δεξιοί από υπερασπιστές της παράδοσης κατάντησαν υπηρέτες του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού και του πολιτιστικού μαρξισμού. Η μεταπολιτική είναι ένα δυναμικό, πολυδιάστατο, μη-δογματικό μέσο, το οποίο μπορεί να μας βοηθήσει να εκφράσουμε τα σημαντικά ζητήματα που αντιμετωπίζουμε σήμερα, να αναπτύξουμε προοπτικές, οι οποίες θα υπονομεύουν και τελικά θα γκρεμίσουν την ομίχλη της πολιτικής ορθότητας, στην οποία βρίσκουμε τους εαυτούς μας, καθώς και τα αβάσιμα αισθήματα ενοχής, τα οποία αναδύονται σε κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο και τον οδηγούν στη πτώση. Αντιλαμβάνομαι πως αυτός ο αγώνας μπορεί να φανεί μοιραίος ίσως και δίχως νόημα σε μία εποχή, στην οποία όλα φαίνονται προδιαγεγραμμένα. Αυτός ο αγώνας μπορεί να φανεί ως μια τρέλα, αφού οι έκφυλοι και οι παρηκμασμένοι είναι τόσο πολλοί, χιλιάδες πανέτοιμοι να σπάσουν, να διαλύσουν, να καταστρέψουν να επιβάλλουν την ανωμαλία ως κανόνα, το λάθος ως σωστό, να αρνηθούν τις αιώνιες παραδοχές που μας κληρονομήσαμε από μια παράδοση αιώνων. Ακόμα και αν ο αγώνας είναι χαμένος, έχουμε χρέος να σταθούμε εδώ, δεν μπορούμε να πράξουμε τίποτε άλλο.

Χρειάζεται λοιπόν ένα νέο κίνημα ή απλά η αλλαγή της προσωπικής ζωής του καθενός μας; Χρειάζεται η συνεργασία ή η ατομική ακεραιότητα συνταιριασμένη με μια μοναχική βιοτική πορεία; Εδώ απαντώ: χρειάζονται και τα δύο. Η τιμιότητα και η ακεραιότητα, η συνέπεια λόγου και πράξης, είναι στοιχεία που μπορούν να οδηγήσουν όχι μόνο στην ενοποίηση όλων των ικανοτήτων του ανθρώπου αλλά και στη χαλύβδωση μιας ευρύτερης ένωσης ανθρώπων που ήδη θα κατέχουν αυτόν τον ενοποιημένο χαρακτήρα. Αυτός ο ενοποιημένος χαρακτήρας, ο άνθρωπος ως πραγματικά καθολικός άνθρωπος, ο άριστος, είναι ο προικισμένος με αρετές, διακρίνεται για το θάρρος του και την ετοιμότητα του να θυσιάσει το προσωπικό του συμφέρον για ένα ιδανικό που τον ξεπερνάει, είτε αυτό ονομάζεται Θεός, είτε επιστήμη, είτε πατρίδα, είτε οικογένεια, είτε παράδοση, είτε ένας συγκεκριμένος τρόπος ζωής. Αποστερούμε απ’ τις επόμενες γενιές και απ’ τη δική μας έναν τρόπο ζωής, ο οποίος έχει αξία. Οι επόμενες γενιές θα ζήσουν δίχως να έχουν ιδέα για το τι είναι ο Χριστιανισμός, η φιλοσοφία, η ηθική, η ιστορία. Θα γεννηθούν μέσα σε μια δυστοπική κοινωνία, στην οποία αυτό που θα έχει σημασία θα είναι μόνο η τεχνολογία, ο καταναλωτισμός, ο χυδαίος υλισμός και η ικανοποίηση των πιο πρόστυχων ενστίκτων του ανθρώπου. Αυτή τη κοινωνία δημιουργεί η Δύση, αυτή τη κοινωνία ασπάζεται, αυτή τη κοινωνία προετοιμάζει, αυτή τη κοινωνία παραδίδει αμαχητί σε όποιον έχει τη θέληση και τη δύναμη να ασελγήσει πάνω στο σώμα της. Στο σύγχρονο πολιτισμό τα πάντα τείνουν να καταπνίξουν τη παράδοση και την ηρωική αίσθηση της ζωής, οι κλασσικές αξίες θεωρούνται αναχρονιστικές, η πίστη στη πνευματική διάσταση της ζωής θεωρείται προκατάληψη, η θηλυκότητα των γυναικών θυσιάζεται στο όνομα της καριέρας και του οικονομισμού, η αρρενωπότητα των αντρών στραγγαλίζεται υπό ένα καθεστώς που θέλει να μετατρέψει τους πάντες σε χειραγωγήσιμα, εύπλαστα όντα, η ποικιλία των εθνών, των φυλών, της κουλτούρας πρέπει να υποκύψει κάτω απ’ τη μπότα της παγκοσμιοποίησης και των αφαιρετικών της αξιών, η δήθεν ενημέρωση δεν είναι τίποτε άλλο από μια πρόστυχη προπαγάνδα, η οποία προσφέρεται από πληρωμένα ανθρωπάρια για να καταστήσει τους ανθρώπους κοινούς σκλάβους της κοινής και τόσο πρόστυχης  γνώμης. Τα πάντα έχουν μηχανοποιηθεί, πνευματικά φτωχοποιηθεί και περιοριστεί σε μια συνετή και οργανωμένη ένωση όντων που είναι νοητικά άπορα και έχουν χάσει τον αυτοσεβασμό τους. Η σύνδεση μεταξύ της ελεύθερης δύναμης του ανθρώπου και των δυνάμεων της φύσης έχει πλέον διαταραχθεί, η καθημερινότητα απολιθώνει τα πάντα, πνίγει κάθε ανάσα, μολύνει κάθε πνευματική πηγή. Και σαν να μην έφτανε αυτό, λιπόψυχες ιδεολογίες περιφρονούν αυτές τις αξίες που σε άλλες εποχές ήταν το θεμέλιο για πιο ορθολογικές και δοξασμένες εποχές. Στις αρχαίες κοινωνίες η κορυφή της ιεραρχίας είχε καταληφθεί απ’ την κάστα των πολεμιστών της αριστοκρατίας, ενώ σήμερα, οι ειρηνιστικές-ανθρωπιστικές ουτοπίες απεικονίζουν τον πολεμιστή ως ένα είδος αναχρονισμού, ως μια επικίνδυνη και επιβλαβής οντότητα που κάποτε θα καταργηθεί στο όνομα της προόδου.

Γι’ αυτό η αντίσταση και η μεταπολιτική αντίδραση επιβάλλονται. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως καθετί πραγματικά σπουδαίο σε αυτό τον κόσμο δεν επιτεύχθηκε με ευκολία, τα επιτεύγματα οφείλονταν πάντα σε αποφασισμένες μειοψηφίες. Η αλλαγή που χρειαζόμαστε σήμερα δεν είναι όμως μια επανάσταση, αλλά μια παύση της παρακμής και ο επαναπροσδιορισμός μας σύμφωνα με τις πιο τίμιες παραδόσεις μας, σύμφωνα με την ιστορία και τις αξίες μας.

[1] Είναι αποκαλυπτικά όσα αναφέρει ο άγγλος φιλόσοφος Roger Scruton γι’  αυτό το ζήτημα. «Στην προσπάθεια της για να μας πείσει να αποδεχθούμε τα ρεύματα των μεταναστών, η κυβέρνηση επικαλείται τις παραδόσεις μας της φιλοξενίας, μας ζητά να αποδεχθούμε τους νεοφερμένους όχι ως ανταγωνιστές των εδαφών μας αλλά ως πρόσφυγες, στους οποίους χρωστάμε φιλάνθρωπη προστασία. Σε κάθε μεγάλη κρίση, η κυβέρνηση, επικαλείται την ιστορική μας ταυτότητα και την αναλλοίωτη αφοσίωση, ούτως ώστε να μας πείσει να αποδεχθούμε τις αλλαγές που απειλούν αυτά τα πολύτιμα αποκτήματα.» Roger Scruton, England and the Need for Nations , (London, Civitas, 2004): σ. 35.

[2] Μερικοί από τους παραπάνω όρους χρειάζονται κάποια αποσαφήνιση, ούτως ώστε ο αναγνώστης να γνωρίζει τι εννοούμε. Το να είναι κάποιος εθνομαζοχιστής σημαίνει να προσεγγίζει τη δική του εθνική ταυτότητα με ντροπή, καχυποψία ή περιφρόνηση. Στη σύγχρονη ευρωπαϊκή του μορφή ο εθνομαζοχισμός θεωρεί την εθνότητα από μια μανιχαϊστική, δυϊστική προοπτική, όπου η ανθρωπότητα διαχωρίζεται σε ¨λευκούς¨ και ¨έγχρωμους¨ ανθρώπους, με τους λευκούς να είναι ηθικά υποχρεωμένοι στους έγχρωμους. Μια αντίθετη άποψη σχετικά με τις σχέσεις εξουσίας και την ανοχή είναι ακατανόητη, επειδή η ιστορία και το κοινωνικό ιδεώδες γράφεται απ’  τους λευκούς εθνομαζοχιστές. Ο εθνομαζοχισμός κατασκευάζεται και εκφράζεται τόσο σε συλλογικό όσο και σε ατομικό επίπεδο, επισήμως καθώς και ανεπισήμως, ως μια συναισθηματική κατάσταση αλλά και στις γραμμές συλλογισμών που βασίζονται στην ιδεολογία. Ο παρόμοιος αμερικανικός όρος είναι η λεγόμενη “Λευκή Ενοχή” , “White Guilt”. Ο εθνομαζοχισμός καλλιεργείται κυρίως σε χώρες που έχουν επηρεαστεί απ’  τις ιδέες της Κριτικής Θεωρίας και του Πολιτιστικού Μαρξισμού. Τυχόν ελλείψεις και λάθη των μειονοτήτων εξηγούνται με βάση τη προγενέστερη συμπεριφορά των λαών της Ευρώπης. Διαμέσου μιας τεράστιας προπαγάνδας -  κυρίως από τα ΜΜΕ, αλλά και από διάφορα πολιτικά λόμπι -  οι ευρωπαϊκοί λαοί ασυνείδητα προετοιμάστηκαν να θεωρούν ως δική τους ευθύνη τα προβλήματα άλλων λαών, επειδή δήθεν βασίζονται σε ιστορικά γεγονότα που έχουν προκαλέσει οι ίδιοι, αν και συχνά τα λάθη των άλλων λαών είναι απλά το αποτέλεσμα των δικών τους σύγχρονων αποτυχιών  και δεν έχουν καμία σχέση με τη συμπεριφορά των ευρωπαίων ή των δυτικών προς αυτούς. Ο όρος οικοφοβία προέρχεται και αυτός απ’  τον Roger Scruton, ο οποίος τον ορίζει κατ’  αυτόν τον τρόπο «Αυτή η απόρριψη είναι το αποτέλεσμα μιας περίεργης νοοτροπίας, η οποία έχει αναδυθεί στον Δυτικό κόσμο από το τέλος του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου και έπειτα και είναι διαδεδομένη κυρίως στους διανοούμενους και τις πολιτικές ελίτ. Δεν υπάρχει κάποιος κατάλληλος όρος για να εκφράσει αυτή τη στάση, αν και τα συμπτώματα της καθίστανται εύκολα αναγνωρίσιμα: βασικά πρόκειται για τη στάση που προκύπτει σε οποιαδήποτε σύγκρουση με τους άλλους, αντί να υποστηρίζουμε τον εαυτό μας να υποστηρίζουμε τους αντιπάλους μας και να υποτιμούμε τα έθιμα, τον πολιτισμό και τους θεσμούς μας. Όντας το αντίθετο της ξενοφοβίας θα προτείνω να ονομάσουμε αυτή τη στάση οικοφοβία  , θεωρώντας τη στάση της άρνησης της πατρίδας. Η οικοφοβία είναι μια στάση ζωής, η οποία διακρίνει κυρίως τον εφηβικό νου και γρήγορα περνάει. Αλλά πολλοί – κυρίως διανοούμενοι – επιμένουν να έχουν αυτή τη στάση για όλη τους τη ζωή. Όπως ο George Orwell έχει σημειώσει οι αριστεροί διανοούμενοι είναι πολύ επιρρεπείς σ’  αυτήν και αυτό τους έχει καταστήσει πολλές φορές πράκτορες ξένων δυνάμεων.»  Roger Scruton, ό.π, σ. 36.

[3] Τα Τετράδια της Φυλακής (Quaderni del carcere) είναι ένα μνημειώδες έργο, το οποίο αποτελείται από 3.000 σελίδες ιστορίας και ανάλυσης. Αν και δεν είναι γραμμένο με συστηματικό τρόπο πρόκειται για μια πρωτότυπη συνεισφορά στη πολιτική θεωρία του 20ου αιώνα. Ο Γκράμσι επέστησε τη προσοχή του σε διάφορες πηγές – όχι μόνο σε Μαρξιστές – αλλά και σε στοχαστές όπως ο Niccolò Machiavelli, o Vilfredo Pareto, ο Georges Sorel και ο Benedetto Croce. Τα τετράδια του καλύπτουν μια τεράστια γκάμα θεμάτων, όπως την ιταλική ιστορία, τον εθνικισμό, την Γαλλική Επανάσταση, τον Φασισμό, τη κοινωνία των πολιτών, την θρησκεία και τη κουλτούρα.

[4] «Ο συλλογισμός του Γκράμσι πάνω στην ηγεμονία μπορεί να συνοψιστεί μ’  αυτό τον τρόπο: η κυρίαρχη τάξη εφαρμόζει την ηγεμονία της στο βαθμό που μπορεί να πραγματοποιήσει και να διατηρεί ένα ιστορικό συνασπισμό αντιφατικών κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων, τόσο στην οικονομική βάση όσο και στο πολιτικό και κρατικό εποικοδόμημα που έχουν για συνδετικό κρίκο την ιδεολογία. Η ηγεμονία λοιπόν είναι η στιγμή της πολιτικής ηγεσίας και, ταυτόχρονα και γι’  αυτό το λόγο, η ηγεσία στο χώρο των ιδεών, δηλαδή η πνευματική ηγεσία» Αντόνιο Γκράμσι, Οι διανοούμενοι, τ. Α΄ , (Αθήνα, Στοχαστής, 1972):

[5] Ο πόλεμος θέσεων χαρακτηρίζεται από μια τεράστια εντατικοποίηση των ηγεμονικών λειτουργιών που διαθέτει ακόμη η κυρίαρχη τάξη –ξεκινώντας από την άμεση κατασταλτική δραστηριότητα του κράτους, [και] μέσω της χειραγώγησης της συνείδησης στα συστήματα εκπαίδευσης, στα μέσα ενημέρωσης, στη βιομηχανία του θεάματος, φτάνει μέχρι τη δημαγωγική κατευθυντήρια γραμμή πολιτικών στοχεύσεων (για παράδειγμα, τον αντικομουνισμό, το ρατσισμό, την αποικιοκρατία)-, για τη διατήρηση των υπαρχόντων σχέσεων, την υπεράσπιση των μετώπων ενάντια στα ρήγματα [που δημιουργούνται]. Ο Γκράμσι έκανε λόγο για το ότι απέναντι σ΄ αυτά είναι αναγκαίες οι «εξαιρετικές ιδιότητες της υπομονής και της εφευρετικότητας», επειδή για την κυρίαρχη τάξη δεν πρόκειται μόνο για τη μορφοποίηση της συμπεριφοράς των κυριαρχούμενων ενάντια στα δικά της συμφέροντα, αλλά και ενάντια στη συνείδηση αυτών των συμφερόντων, στην επιβολή ενός μείγματος καταπίεσης και εξαπάτησης. Για να ειπωθεί έτσι, να αποσπαστεί από τις μάζες η συγκατάθεσή τους στις υπάρχουσες σχέσεις κυριαρχίας ενάντια στην αυθόρμητη δυσφορία τους και εν μέρει να επιβληθεί σ΄ αυτές «καλύτερη γνώση». Hans Hein Holz, Η Θεωρία του Γκράμσι για το κόμμα, http://orizondas.blogspot.gr/2014/12/2.html

Εγγραφή στο newsletter του PoliticalDoubts.

YOUR OPINION

Το ΚΑΣ αποφάσισε να μην διατεθεί το μνημείο του Παρθενώνα για εκδήλωση οίκου μόδας:

Συμφωνώ. Η προστασία των μνημείων θα πρέπει να είναι απόλυτη
70.2%
Μάλλον διαφωνώ. Θα μπορούσαν να τεθούν αυστηρότεροι όροι.
8.7%
Διαφωνώ με την απόφαση. Δεν μπορεί να χάνονται ευκαιρίες προβολής της χώρας
14.9%
Συμφωνώ να μην διατεθεί ο Παρθενώνας. Δεν θα είχα αντίρρηση αν επρόκειτο για άλλον αρχαιολογικό χώρο
6.1%
Η ψηφοφορία για αυτό το δημοψήφισμα έχει λήξει

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση