Στοχασμοί 15/01/2017

Τα λάθη του Μαρξ και τα δικά μας λάθη

Μια απάντηση στον Νίκο Κοσμαδάκη

Πριν λίγο καιρό έτυχε να δω ένα ενδιαφέρον κείμενο του Νίκου Κοσμαδάκη στο Political Doubts, τιτλοφορούμενο «Το μεγαλύτερο λάθος του Μαρξ»[1]. Το ενδιαφέρον στο συγκεκριμένο κείμενο δεν είναι τόσο η πρωτοτυπία του· το λάθος που καταλογίζει ο αρθρογράφος στον Μαρξ του έχει καταλογιστεί και από άλλους κατά καιρούς. Το ενδιαφέρον είναι ότι, σε αντίθεση με πολλούς πολέμιους του Μαρξ, που καταπιάνονται κακόβουλα με το να ανακαλύπτουν τα λάθη του, μιλά με σεβασμό για τον μεγάλο διανοητή και αναγνωρίζει την αξία του. Αναφέρεται συγκεκριμένα στον Μαρξ και τον Ρουσώ ως τους δυο κορυφαίους στοχαστές που τον εμπνέουν, βάζοντας όμως σε πρώτη μοίρα τον Ρουσώ: «Ο Μαρξ στα μάτια μου είναι πολύ ψηλά. Τον ξεχωρίζω. Από τους θεωρητικούς της πολιτικής, τον έχω κατατάξει στη δεύτερη σειρά. Πρώτα, έχω βάλει τον Ρουσσώ, γιατί αποτέλεσε την πρώτη προσωπικότητα που έδωσε τις πρώτες κανονιστικές κατευθύνσεις για να προσδιορίσουμε την αληθινή ουσία της ριζοσπαστικής δημοκρατίας, που είναι το συμμετοχικό μοντέλο. Μεγάλος διανοητής και σπουδαία πνευματική φυσιογνωμία». Αυτό μας δίνει την αφορμή για μια καλόπιστη κριτική και συζήτηση των ζητημάτων που βάζει.

Το κύριο λάθος που καταλογίζει ο Κοσμαδάκης στον Μαρξ είναι η άγνοια της ανθρώπινης φύσης. Γράφει: «Πιστεύω πως το  μεγαλύτερο λάθος του Μαρξ ήταν πως παρερμήνευσε  την ανθρώπινη φύση και την ανθρώπινη ιδιοσυγκρασία… Δυστυχώς, ο Μαρξ παρέβλεψε την ανθρώπινη φύση. Θεώρησε πως η εξουσία ανακυκλώνεται εύκολα και πως ο άνθρωπος δε διακρίνεται από εγωισμό αλλά από μια αυθόρμητη αλληλεγγύη. Θεώρησε πως τα άτομα δεν είναι φιλόδοξα και πως ο θώκος της εξουσίας είναι για όλους. Αυτή η παρανόηση έμελλε να είναι και η κανονιστική ταφόπλακα του σοσιαλισμού στις μέρες μας».

Κατά τον ίδιο, η αισιοδοξία του Μαρξ διαψεύστηκε από την ιστορική εμπειρία, ιδιαίτερα την αποτυχία του σοσιαλιστικού πειράματος στην ΕΣΣΔ. Η εμπειρία αυτή έδειξε ότι ο εγωισμός είναι ένα αναπαλλοτρίωτο γνώρισμα της ανθρώπινης φύσης, κάτι που φάνηκε στην εξουσιαστική πρακτική τόσο του Λένιν όσο και, περισσότερο, του Στάλιν. Η πρόβλεψη ότι η προλεταριακή δικτατορία θα είναι ένα σημείο μετάβασης προς μια κοινωνία ισότητας και αλληλεγγύης δεν επαληθεύτηκε.

Θα θίξουμε συνοπτικά αργότερα τις συναγωγές αυτές. Εδώ μας ενδιαφέρει ο αφετηριακός ισχυρισμός που τίθεται στη βάση τους, ότι ο Μαρξ αγνόησε το ζήτημα του ανθρώπινου εγωισμού. Είναι άραγε δυνατό ένας στοχαστής του επιπέδου του Μαρξ να μη σκέφτηκε ποτέ αυτό το απλό ζήτημα και να έπεσε έξω επειδή του διέφυγε μια εντελώς στοιχειώδης αλήθεια σχετικά με τη φύση των ανθρώπων;

Ο προσεκτικός μελετητής του έργου του Μαρξ θα δει ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Ο Μαρξ, όπως και ο Λένιν, άλλωστε, θίγει συχνά αυτό το θέμα, τόσο με την πιο γενική του μορφή της ανθρώπινης φύσης –γιατί ο εγωισμός είναι μόνο μια από τις ποιότητες αυτής της φύσης– όσο και αναφερόμενος ειδικά στον εγωισμό. Στις αναφορές του δίνει μια σαφή απάντηση και στον ισχυρισμό του Κοσμαδάκη, που μπορεί να είναι σωστή ή λαθεμένη, βάσιμη ή αβάσιμη, πρέπει όμως να παρουσιάζεται και να κατανοείται με ακρίβεια.

Ο Μαρξ αποδίδει κεντρική θέση στο ζήτημα της ανθρώπινης φύσης ήδη στο πρώτο κομμουνιστικό γραπτό του, τα Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα του 1844, και επανέρχεται σε αυτό σε επόμενα γραπτά του της ίδιας περιόδου και μεταγενέστερα, ακόμη και στο ίδιο το Κεφάλαιο. Μια αναλυτική παρουσίαση των σχετικών απόψεών του θα απαιτούσε ολόκληρη μελέτη. Εδώ θα σταθούμε μόνο στα κύρια σημεία τους.

Η κεντρική ιδέα του Μαρξ είναι ότι η ανθρώπινη φύση δεν αποτελεί κάτι δεδομένο, μια απαράλλακτη σταθερά, αλλά μεταβάλλεται ιστορικά μέσω της εργασίας. Στα Χειρόγραφα του 1844 αναγνωρίζει την εργασία ως ουσία του ανθρώπου και δείχνει πως αυτό που αποκαλούμε υποκειμενικότητα διαμορφώνεται αποφασιστικά από την εργασία. Αυτό φυσικά δεν υπονοεί ότι τα υποκειμενικά γνωρίσματα των ανθρώπων είναι ταυτόσημα, ότι ατομικές ποιότητες όπως ο αλτρουισμός, ο εγωισμός, το θάρρος, η ιδιοτέλεια, κ.λπ., είναι ισότιμα μοιρασμένες στον καθένα και ότι οι συνθήκες και μόνο καθορίζουν, με την ώθηση που παρέχουν, αν θα εκδηλωθεί η μια ή η άλλη. Όλοι γνωρίζουμε πως δεν είναι έτσι, οι κλίσεις των ατόμων διαφέρουν και ανάλογα με την κλίση τους άτομα ευρισκόμενα στις ίδιες συνθήκες αντιδρούν διαφορετικά. Αλλά ο Μαρξ υποστηρίζει ότι ο τύπος των αποκρίσεων καθορίζεται από τις ιστορικές συνθήκες, που επίσης διαμορφώνουν πρότυπα συμπεριφοράς και λογικής, τα οποία κατ’ αρχήν δεν εξαρτώνται από τις υποκειμενικές κλίσεις και στον ένα ή τον άλλο βαθμό επιβάλλονται σε αυτές.

Ένα ενδιαφέρον παράδειγμα δίνει η κριτική που θα ασκήσει αργότερα ο Μαρξ στους χυδαίους αστούς οικονομολόγους του καιρού του, οι οποίοι αποκαλούσαν αρχαίους στοχαστές όπως ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης «εργάτες του πνεύματος», θέλοντας να δείξουν έτσι ότι η διανοητική εργασία είναι εξίσου σημαντική με τη σωματική και να εξυψώσουν τη δική τους φτωχή «διανοητική παραγωγή». Ο Μαρξ τους αντιτείνει ότι αυτή η αντίληψη του «εργάτη του πνεύματος» μπορεί να έχει πέραση μόνο στην εποχή του καπιταλισμού, όταν η εργασία αναγνωρίζεται ως η πηγή του πλούτου και καθιερώνεται η τυπική νομική ισοτιμία των ανθρώπων. Στην Αρχαιότητα, όπου κυριαρχούσε η δουλεία, η σωματική εργασία θεωρούνταν μια παρακατιανή ασχολία των δούλων και στοχαστές όπως ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης θα το θεωρούσαν ντροπή και προσβολή να τους αποκαλέσει κάποιος «εργάτες του πνεύματος». Ο Αριστοτέλης έλεγε πως ο άνθρωπος είναι «ζώο πολιτικό», όχι ότι είναι «εργαζόμενο ζώο». Αυτή είναι μια αντίληψη της ανθρώπινης φύσης που επιβαλλόταν από τα ίδια τα πράγματα, τις κοινωνικές συνθήκες, και όσο υπήρχαν αυτές οι συνθήκες γινόταν αποδεκτή από τους ανθρώπους, χωρίς οι υποκειμενικές τους κλίσεις να παίζουν ιδιαίτερο ρόλο σε αυτό. Και όταν αργότερα η αντίληψη αυτή άλλαξε, και η σημασία της εργασίας αναγνωρίστηκε από τον Άνταμ Σμιθ και τον Χέγκελ, αυτό δεν συνδεόταν με τις διαφορές στις ατομικές κλίσεις τους, αλλά με τις αλλαγές στην κοινωνική ζωή που επέφερε ο καπιταλισμός.

Μια κομβική υπόθεση του Μαρξ είναι ότι η εργασία, ως βάση συνολικά της ανθρώπινης δραστηριότητας, της επιστήμης και του πολιτισμού, αποτελεί και το μορφοποιητικό παράγοντα του ανθρώπινου ψυχισμού, κάτι που αν δεν λάβει υπόψη κανείς αναπόφευκτα θα ξεπέσει σε κοινοτυπίες σε μια συζήτηση της ανθρώπινης φύσης:

«Η εργασία», γράφει στο Κεφάλαιο, «είναι εν πρώτοις μια διαδικασία ανάμεσα στον άνθρωπο και στη φύση, μια διαδικασία στην οποία ο άνθρωπος διαμεσολαβεί, ρυθμίζει και ελέγχει το μεταβολισμό του με τη φύση μέσω της δικής του πράξης. Αντιπαρατίθεται ως μια φυσική δύναμη στο φυσικό υλικό. Κινητοποιεί τις φυσικές δυνάμεις που ανήκουν στη σωματικότητά του, τα μπράτσα και τα πόδια, το κεφάλι και τα χέρια, για να ιδιοποιηθεί το φυσικό υλικό σε μια μορφή που είναι χρήσιμη για το βίο του. Επιδρώντας με αυτή την κίνηση στην εξωτερική φύση και μεταβάλλοντάς τη, μεταβάλλει ταυτόχρονα και τη δική του φύση. Αφυπνίζει τις δυνάμεις της φύσης από τη νάρκη τους και υποτάσσει το παιχνίδι των δυνάμεών της στη δική του κυριαρχία»[2].

Από την άλλη μεριά, ο Μαρξ θεωρεί πως σε μια ταξική κοινωνία όπως ο καπιταλισμός οι κρίσεις για την ανθρώπινη φύση δεν είναι αξιολογικά ουδέτερες. Όταν, π.χ., λέμε ότι «η ανθρώπινη φύση είναι εγωιστική» δεν δηλώνουμε ένα αντικειμενικό γεγονός, όπως ότι «το Έβερεστ είναι η υψηλότερη κορυφή της Γης». Στην πραγματικότητα, πολλές φορές χωρίς να το καταλαβαίνουμε, παίρνουμε το ανθρώπινο πρότυπο που κυριαρχεί στο παρόν κοινωνικό σύστημα, το αναγορεύουμε σε κάτι αιώνιο και το εκλαμβάνουμε σαν μέτρο όχι μόνο του παρελθόντος αλλά και του μέλλοντος, αποκλείοντας την ιστορική αλλαγή.

Στο Κεφάλαιο, ο Μαρξ το τονίζει αυτό ρητά όταν αναφέρεται στις ιδέες του Μπένθαμ, ενός από τους χυδαίους αστούς ιδεολόγους της περιόδου, ο οποίος πίστευε ότι είχε βρει ένα καθολικό μέτρο για την ανθρώπινη πράξη στην έννοια της χρησιμότητας. Ο Μαρξ αντιτείνει ότι η αντίληψη του Μπένθαμ για τη χρησιμότητα καθοριζόταν από ένα καθορισμένο πρότυπο που έθετε άρρητα στην αφετηρία· το πρότυπο του μικροαστού, του Άγγλου μαγαζάτορα. Ό,τι είναι χρήσιμο γι’ αυτόν τον μικροαστό, για τον Μπένθαμ ήταν και το γενικά χρήσιμο:

«Όταν… θέλει κανείς να μάθει τι είναι ωφέλιμο για ένα σκύλο, τότε θα πρέπει να εξιχνιάσει τη φύση του σκύλου… Αν εφαρμοστεί στον άνθρωπο, αν θέλει κανείς να κρίνει την ανθρώπινη πράξη, την κίνηση τις σχέσεις, κ.λπ., σύμφωνα με την αρχή της ωφελιμότητας, πρόκειται εν πρώτοις για την ανθρώπινη φύση γενικά και κατόπιν για την ανθρώπινη φύση όπως είναι  ιστορικά τροποποιημένη σε κάθε περίοδο. Ο Μπένθαμ δεν κάνει καμιά τσιριμόνια. Με την αφελέστερη πεζότητα υποθέτει το σύγχρονο μικροαστό, ιδιαίτερα τον Άγγλο μικροαστό, ως τον κανονικό άνθρωπο. Ό,τι είναι ωφέλιμο σε αυτόν τον παράξενο κανονικό άνθρωπο και στον κόσμο του είναι ωφέλιμο καθ’ εαυτό και γενικά. Με αυτό το μέτρο κρίνει ακολούθως το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον»[3].

Ο Μαρξ αναφέρεται αρκετές φορές στο ζήτημα του εγωισμού, ιδιαίτερα στη Γερμανική Ιδεολογία, όταν εξετάζει τις απόψεις του Μαξ Στίρνερ. Ο Στίρνερ, ένας από τους νέους χεγκελιανούς, τους επιγόνους του Χέγκελ που έμειναν προσκολλημένοι στην αστική άποψη και απέτυχαν να εξελιχθούν προς το σοσιαλισμό, είχε αναγάγει τον εγωισμό σε καθοριστικό κίνητρο και εξήγηση της ανθρώπινης πράξης. Ανέπτυξε τις ιδέες του στο βιβλίο του Ο Μοναδικός και το Δικό του, που αποτελεί μια από τις βίβλους του αναρχισμού.

Η κριτική του Μαρξ διατυπώνεται με μορφή πολεμικής και γι’ αυτό δεν προσφέρεται για κατά λέξη παράθεση, θα συνοψίσουμε όμως τα κύρια σημεία της.

Ο Μαρξ αντιτείνει στον Στίρνερ ότι με το να τοποθετεί τον εγωισμό στην αφετηρία υιοθετεί την άποψη του ιδιοκτήτη, του μικροαστού ο οποίος ξεκινά σε κάθε ενέργειά του από το στενό ατομικό του συμφέρον. Φυσικά, αναγνωρίζει ο Μαρξ, οι περισσότεροι άνθρωποι ξεκινούν από αυτή την αφετηρία. Ωστόσο, μέσα στην ίδια την κοινωνική ζωή, τα συμφέροντα χάνουν το στενά ατομικό τους χαρακτήρα, αθροιζόμενα σε συμφέροντα ομάδων και τάξεων. «Τα προσωπικά συμφέροντα πάντα αναπτύσσονται, ενάντια στη θέληση των ατόμων σε ταξικά συμφέροντα, σε κοινά συμφέροντα που αποκτούν ανεξάρτητη ύπαρξη σε σχέση με τα ατομικά πρόσωπα»[4]. Αυτά τα συμφέροντα, ενώ περιέχουν το στοιχείο του εγωισμού στο επίπεδο του κάθε ατόμου, δεν μπορούν να εξισωθούν μεταξύ τους γι’ αυτό το λόγο. Υπάρχουν ομαδικά συμφέροντα που είναι προοδευτικά γιατί ωθούν την εξέλιξη προς τα εμπρός και άλλα που είναι αντιδραστικά γιατί επιχειρούν να διαιωνίσουν την υφιστάμενη κοινωνική οργάνωση ενώ πλέον έχει καταστεί μη βιώσιμη.

Κατά δεύτερο λόγο, ο Μαρξ επιμένει ότι η αντίθεση ανάμεσα στο γενικό συμφέρον και το ατομικό, και ανάμεσα στις ποιότητες που τους αντιστοιχούν, τον αλτρουισμό και τον εγωισμό, είναι μια αναγκαία αντίθεση της κοινωνικής ζωής, η οποία παροξύνεται από το καπιταλιστικό σύστημα, αλλά δεν μπορεί γενικά να εξαλειφθεί. Και οι δυο αυτές ποιότητες θα συνυπάρχουν επίσης σε μια σοσιαλιστική κοινωνία, ο σοσιαλισμός δεν συνίσταται στην εξάλειψη της μιας σε βάρος της άλλης, του εγωισμού σε βάρος του αλτρουισμού, αλλά στην αλλαγή της μεταξύ τους σχέσης. Το να εστιάζει κανείς στο θέμα του ανθρώπινου εγωισμού και να απορρίπτει τη δυνατότητα της κοινωνικής προόδου ή του σοσιαλισμού με ένα τέτοιο επιχείρημα είναι μια φτωχή και μεταφυσική άποψη:

«Τα άτομα πάντα ξεκινούσαν από τον εαυτό τους και δεν μπορούσαν να κάνουν αλλιώς… συνεπώς και οι δυο όψεις που επισημαίνει [ο Στίρνερ] είναι όψεις στην προσωπική ανάπτυξη των ατόμων· και οι δυο προκαλούνται εξίσου από τις εμπειρικές συνθήκες κάτω από τις οποίες ζουν τα άτομα, και οι δυο είναι εκφράσεις μιας και της αυτής προσωπικής ανάπτυξης των ανθρώπων και βρίσκονται συνεπώς σε φαινομενική αντίθεση μεταξύ τους. Όσον αφορά τη θέση –καθοριζόμενη από τις ιδιαίτερες συνθήκες της ανάπτυξης και από τον καταμερισμό της εργασίας– η οποία πέφτει στη μοίρα του δοσμένου ατόμου, αν αντιπροσωπεύει σε μεγαλύτερη έκταση τη μια ή την άλλη όψη της αντίθεσης, αν φαίνεται περισσότερο ως εγωιστής ή ως ανιδιοτελής – αυτό ήταν ένα πολύ δευτερεύον ζήτημα, το οποίο θα μπορούσε να αποκτήσει κάποιο ενδιαφέρον μόνο αν εγειρόταν σε ορισμένες εποχές της ιστορίας σε σχέση με ορισμένα άτομα»[5].

Το τελευταίο επιχείρημα του Μαρξ απαντά στο ερώτημα αν ο εγωισμός μπορεί να είναι ο τελικά καθοριστικός παράγοντας στην ιστορική εξέλιξη, από τον οποίο εξαρτάται το μέλλον του ανθρώπινου είδους. Η απάντηση του Μαρξ είναι ότι μπορεί να επιδρά στο ένα ή το άλλο ατομικό γεγονός, αλλά όχι, τουλάχιστον καθοριστικά, στην συνολική τάση της ιστορίας. Ακριβώς επειδή αυτές οι ποιότητες συνυπάρχουν σε όλους τους ανθρώπους, στον ένα γέρνοντας περισσότερο προς τη μια και στον άλλο προς την άλλη, στη συνολική εξέλιξη εξουδετερώνονται αμοιβαία και το αποτέλεσμα καθορίζεται σε τελική ανάλυση από αντικειμενικούς παράγοντες, τις οικονομικές ωθήσεις που παρεμβαίνουν, και όχι τις υποκειμενικές κλίσεις του ενός ή του άλλου ατόμου (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι τελευταίες, και οι ατομικές δράσεις γενικά, είναι αμελητέες).

Τέλος, είναι ένα συστατικό στοιχείο της αντίληψης του Μαρξ ότι δεν μπορεί να αντιμετωπίζουμε τον εγωισμό σαν κάτι εξ ορισμού αρνητικό και τον αλτρουισμό σαν κάτι εξ ορισμού θετικό, που αποκλείονται αμοιβαία. Το να βλέπει κανείς έτσι τα πράγματα φανερώνει μια μεταφυσική, δογματική θεώρηση. Ο εγωισμός μπορεί επίσης να επιδρά θετικά ως κίνητρο, το πρόβλημα δεν βρίσκεται στον εγωισμό γενικά αλλά στον υπέρμετρο, ιδιοτελή, στενά ατομικιστικό εγωισμό, που ενδυναμώνει η καπιταλιστική λογική του κέρδους.

Τέτοια είναι και η θέση του Λένιν. Ο τελευταίος παραθέτει ένα απόσπασμα από τον Φόιερμπαχ, τον κορυφαίο φιλοσοφικό εκπρόσωπο του υλισμού στη Γερμανία που επηρέασε ισχυρά τους Μαρξ και Ένγκελς, για το ότι «υπάρχει όχι μόνο ο μοναχικός είτε ο ατομικός εγωισμός, αλλά επίσης και ο εγωισμός ο κοινωνικός, ο εγωισμός ο οικογενειακός, ο συνεταιρικός, ο κοινοτικός, ο πατριωτικός… Πού αρχίζει η ιστορία στη νέα εποχή; Παντού μόνο εκεί όπου η καταπιεζόμενη μάζα είτε η πλειοψηφία προβάλλει το δικό της νόμιμο εγωισμό ενάντια στον αποκλειστικό εγωισμό του έθνους ή της κάστας… Έτσι και ο εγωισμός της καταπιεζόμενης ως τώρα πλειοψηφίας της ανθρωπότητας πρέπει να πραγματοποιήσει και θα πραγματοποιήσει το δικαίωμά του και θα αρχίσει τη νέα εποχή της ιστορίας», σχολιάζοντας πως αυτή είναι κατ’ αρχήν η μαρξιστική άποψη, η άποψη του «ιστορικού υλισμού»[6].

Τα παραπάνω πρέπει να είναι αρκετή απόδειξη ότι ο Μαρξ και οι μαρξιστές γενικά δεν αγνοούν το ζήτημα του ανθρώπινου εγωισμού, ούτε στέκονται αμήχανοι εμπρός του.

Η θέση του Κοσμαδάκη πως η Οκτωβριανή Επανάσταση απέτυχε λόγω του ανθρώπινου εγωισμού, ιδιαίτερα του εγωισμού των ηγετών, του Λένιν και του Στάλιν, που δεν ήθελαν να παραιτηθούν από την εξουσία, είναι το λιγότερο προβληματική. Από τη σκοπιά του μαρξισμού πρέπει να εστιάσει κανείς πρώτα στους αντικειμενικούς ιστορικούς παράγοντες, όπως το γεγονός ότι η επανάσταση επικράτησε μια χώρα όπου δεν ήταν ακόμη ώριμες οι υλικές προϋποθέσεις για το σοσιαλισμό, κάνοντας την παραπέρα προώθηση δυσχερή. Μια τέτοια ανάλυση θα φέρει επίσης στο προσκήνιο το ρόλο των τάξεων, ιδιαίτερα της γραφειοκρατίας, του μικροαστικού στοιχείου, που εξέφρασε ο Στάλιν, διαστρέφοντας τις σοσιαλιστικές αντιλήψεις, σε αντίθεση με τη θεωρία και την πρακτική του Λένιν, που στεκόταν αδιάλειπτα στο έδαφος της εργατικής οπτικής του μαρξισμού.

Μια τέτοια ανάλυση όμως θα μας πήγαινε πολύ μακριά. Γι’ αυτό θα αρκεστούμε σε μια ακόμη παρατήρηση, αναφορική με το ζήτημα της προλεταριακής δικτατορίας, που επίσης θέτει ο αρθρογράφος. Στη μαρξιστική θεώρηση, ο βασικός λόγος που καθιστά αναγκαία αυτή τη μεταβατική εξουσία στην περίοδο του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού συνδέεται ακριβώς με το γεγονός ότι η πορεία προς τη σοσιαλιστική κοινωνία δεν είναι ευθύγραμμη, ότι οι άνθρωποι που την επιφέρουν έχουν διαπλαστεί στις συνθήκες του καπιταλισμού και δεν μπορεί να αλλάξουν από τη μια μέρα στην άλλη. Αλλά αυτό όμως δεν σημαίνει, βέβαια, ότι είναι και αδύνατη.

Μια τελευταία παρατήρηση πάνω στην αντιπαραβολή των Ρουσώ και Μαρξ που φέρνει ο Κοσμαδάκης. Όταν διατυπώνουμε μια θέση, όπως ότι «ο Ρουσώ είναι πιο πάνω από τον Μαρξ», πρέπει να σκεφτόμαστε και τις πρακτικές συνέπειές της. Δεν αρκεί να στεκόμαστε στις θεωρητικές όψεις της, όσο σημαντικές και αν είναι.

Ο Ρουσώ ήταν ο ιδεολόγος της Γαλλικής Επανάστασης, της αστικής δημοκρατικής επανάστασης που παραμέρισε τη φεουδαρχία. Εξέφραζε τα δημοκρατικά ιδανικά της αστικής τάξης όταν ήταν επαναστατική. Γι’ αυτό τον εκτιμούσαν ιδιαίτερα οι κλασικοί του μαρξισμού, ενώ αργότερα έγινε ένα ανάθεμα για τους απολογητές, όταν η αστική τάξη πέρασε στην αντίδραση. Ο Μαρξ ήταν ο ιδεολόγος της σοσιαλιστικής, εργατικής επανάστασης, που πρεσβεύει όχι μόνο μια πολιτική, δημοκρατική αλλαγή (η οποία αποτελεί μέρος της) αλλά μια συνολική αλλαγή και μετασχηματισμό της κοινωνίας πάνω σε νέες βάσεις.

Το να λέμε, λοιπόν, ότι ο Ρουσώ είναι πιο πάνω από τον Μαρξ σημαίνει να λέμε ότι ο αγώνας για το σοσιαλισμό είναι μάταιος, ότι πρέπει να περιοριστούμε στον αγώνα για τη δημοκρατία και μόνο αυτός μπορεί ίσως να φέρει κάποιο αποτέλεσμα (λέμε ίσως, γιατί το ίδιο επιχείρημα του εγωισμού που φέρνει ο Κοσμαδάκης ενάντια στον Μαρξ θα μπορούσε να επιστρατευτεί και ενάντια στον Ρουσώ). Κάτι τέτοιο φυσικά προβάλει λιγότερες απαιτήσεις – ολοφάνερα είναι πιο εύκολο να αγωνίζεται κανείς για τη μια ή την άλλη δημοκρατική αλλαγή από το να αλλάξει συθέμελα την κοινωνία. Σημαίνει όμως αυτό ότι είναι και σωστό;

Στις πρόσφατες δεκαετίες είχαμε μεγάλα δημοκρατικά κινήματα, όπως το κίνημα των Αγανακτισμένων, η Αραβική Άνοιξη και η τσαβική επανάσταση. Ο κοινός τους παρανομαστής, παρά τις ουσιώδεις διαφορές τους, ήταν ότι περιορίστηκαν σε δημοκρατικές διεκδικήσεις. Σε κανένα από αυτά δεν τέθηκε, και πολύ περισσότερο δεν εκπληρώθηκε, το ζήτημα της απαλλοτρίωσης του κεφαλαίου, που αποτελεί κατά τον Μαρξ, την ουσία του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού.

Φυσικά το ότι τα πρώτα κινήματα του 21ου αιώνα έμειναν σε αυτό το στενό δημοκρατικό πλαίσιο είχε αντικειμενικές αιτίες: η απαξίωση του σοσιαλισμού μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ, η έλλειψη πολιτικής εμπειρίας της νέας γενιάς, η μη επίλυση των δημοκρατικών προβλημάτων στον αραβικό κόσμο, που δεν είχε ποτέ γνωρίσει το δικό του 1789 και 1905. Η ουσία όμως είναι ότι όλα αυτά τα κινήματα, που υποκινήθηκαν από τις αντιφάσεις και τις οξυνόμενες ανισότητες της παγκοσμιοποίησης, όντας μια προσπάθεια των λαών να ανοίξουν ένα διαφορετικό δρόμο, απέτυχαν. Συνηγορεί αυτό υπέρ της άποψης ότι ο αγώνας για τη δημοκρατία μόνο μπορεί να προσφέρει μια πραγματική ιστορική διέξοδο;

Δεν πρόκειται για ένα ερώτημα φιλολογικού χαρακτήρα. Η ανάδειξη του Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ, η κυοφορούμενη συμμαχία του με τη Ρωσία του Πούτιν στη Συρία και αλλού, η συνεχιζόμενη βαθιά κρίση στην ΕΕ και η άνοδος του λεπενισμού, η όξυνση των αντιθέσεων ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, κοκ, προμηνύουν μια νέα αντιδραστική επίθεση σε παγκόσμιο επίπεδο, κατά πολύ χειρότερη και πιο βάρβαρη από όσα γνωρίσαμε μέχρι τώρα από το νεοφιλελευθερισμό. Τα συμπεράσματα που θα βγουν λοιπόν από τα πρώτα κινήματα του 21ου αιώνα έχουν μεγάλη σημασία. Και η απάντηση στο ερώτημα «Ρουσώ ή Μαρξ» είναι ένα από αυτά.

Η προσπάθεια να βρεθούν τα λάθη του Μαρξ είναι τόσο παλιά όσο και ο ίδιος ο μαρξισμός. Αποτελεί μέρος της προσπάθειας του αστικού κατεστημένου να καταρρίψει τις θεωρίες του Μαρξ και να διαψεύσει την ιστορική του πρόγνωση.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Μαρξ ήταν αλάθητος ή ότι η κριτική και η διερεύνηση των υποθέσεών του είναι κάτι αρνητικό ή μάταιο. Η αναζήτηση όμως του «μεγάλου λάθους» του, που διαψεύδει εκ θεμελίων τη θεωρία του, ακόμη και όταν γίνεται με τις καλύτερες προθέσεις, όπως στην περίπτωση του Κοσμαδάκη, καταλήγει αδιάλειπτα σε μια μη παραγωγική ενασχόληση. Είναι γενικά απλοϊκό να φανταζόμαστε πως μπορούμε να κάνουμε «ματ σε μια κίνηση» τον Μαρξ με αντιρρήσεις του στιλ, «Ξέχασε να πάρει υπόψη τον ανθρώπινο εγωισμό».

Η εποχή μας απαιτεί να ασχολούμαστε λιγότερο με τα λάθη του Μαρξ και περισσότερο με τα δικά μας λάθη.

*Ο Χρήστος Κεφαλής είναι μέλος της ΣΕ της Μαρξιστικής Σκέψης. Πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Τόπος το βιβλίο του Μαρξιστικές Ματιές στον Σύγχρονο Κόσμο.

Σημειώσεις

[1] Ν. Κοσμαδάκης, «Το μεγαλύτερο λάθος του Μαρξ», 16/8/2016, http://www.politicaldoubts.com/reflections/item/1094-to-megalytero-lathos-tou-marks.

[2] Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, εκδ. ΚΨΜ, Αθήνα 2016, σελ. 153-154.

[3] Κ. Μαρξ, στο ίδιο, σελ. 572.

[4] Κ. Μαρξ - Φ. Ένγκελς, Η Γερμανική Ιδεολογία, https://www.marxists.org/archive/marx/works/1845/german-ideology/ch03f.htm.

[5] Κ. Μαρξ - Φ. Ένγκελς, στο ίδιο.

[6] Λένιν, Άπαντα, τόμ. 29, σελ. 57-58.

Εγγραφή στο newsletter του PoliticalDoubts.

YOUR OPINION

Το ΚΑΣ αποφάσισε να μην διατεθεί το μνημείο του Παρθενώνα για εκδήλωση οίκου μόδας:

Συμφωνώ. Η προστασία των μνημείων θα πρέπει να είναι απόλυτη
70.2%
Μάλλον διαφωνώ. Θα μπορούσαν να τεθούν αυστηρότεροι όροι.
8.7%
Διαφωνώ με την απόφαση. Δεν μπορεί να χάνονται ευκαιρίες προβολής της χώρας
14.9%
Συμφωνώ να μην διατεθεί ο Παρθενώνας. Δεν θα είχα αντίρρηση αν επρόκειτο για άλλον αρχαιολογικό χώρο
6.1%
Η ψηφοφορία για αυτό το δημοψήφισμα έχει λήξει

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση