Στοχασμοί 22/09/2016

Καβάφης και Χάινε

Στον «Λοεγκρίν» και την «Υποψία» του Καβάφη υπάρχει γενικευμένα το σύνολο των τραυματικών εμπειριών του κομμουνιστικού κινήματος στον 20ό αιώνα.

Στην κοινωνική κριτική του Καβάφη η ειρωνεία πάντα συνυφαίνεται με μια έμμεση θετική προτροπή, για υπερνίκηση της αδράνειας και της υποταγής. Μας βοηθά έτσι να διανύσουμε την απόσταση που χωρίζει την αφελή, εύπιστη και παθητική στάση από τη συνειδητή και αποδοτική πράξη.

Ίσως το κορυφαίο ειρωνικό ποίημά του, που έχει πολλά να μας πει σε αυτή τη συνάφεια, είναι ο «Λοεγκρίν». Σε αυτό ο Καβάφης συνεχίζει και ολοκληρώνει της καλύτερες παραδόσεις της επαναστατικής κριτικής του ρομαντισμού, με τρόπο που φέρνει έντονα στο νου το «Γερμανία. Ένα χριστουγεννιάτικο παραμύθι» του Χάινε. Στο καταληκτικό μέρος της μελέτης μας, θα θίξουμε τα ζητήματα που θέτει εκεί, μέσα από μια σύγκριση με την παράλληλη προβληματική του Χάινε, για να ολοκληρώσουμε την αποτίμησή μας του καβαφικού έργου.

Ο «Λοεγκρίν» του Καβάφη είναι μια ειρωνική παρωδία πάνω στην ομώνυμη όπερα του Βάγκνερ. Στην όπερα, ο μεσαιωνικός ιππότης Λοεγκρίν –συχνότερα προφέρεται Λόενγκριν αλλά διατηρούμε τον καβαφικό όρο– εμφανίζεται ως από μηχανής θεός για να σώσει το κρατίδιο της Βραβάνδης και την κόρη του παλιού, νεκρού πλέον βασιλιά του, την Έλσα, που κατηγορείται από τον επιστάτη Τελραμόνδο ότι δολοφόνησε το μικρό αδελφό της. Η Έλσα εξομολογείται στο βασιλιά Χάινριχ, επισκέπτη στο βασίλειο, το όραμά της ότι ένας ιππότης θα έρθει να τη σώσει από τις άδικες κατηγορίες και ο δίκαιος βασιλιάς διατάζει να ηχήσουν οι σάλπιγγες για να φανεί ο Λοεγκρίν. Στο τρίτο σάλπισμα παρουσιάζεται πράγματι ο Λοεγκρίν, βγαίνοντας από μια βάρκα που σέρνει ένας κύκνος. Μετά από πολλές περιπέτειες αποδεικνύεται ότι υπαίτια για την εξαφάνιση του αδελφού της Έλσας είναι η κακιά μάγισσα γυναίκα του επιστάτη, η Όρτρουντ, που τον είχε μεταμορφώσει με τα μάγια της σε κύκνο. Ο επιστάτης και η γυναίκα του σκοτώνονται, ο αδελφός της Έλσας λυτρώνεται από τα μάγια, αλλά χάνεται η Έλσα που μετά το γάμο της με τον Λοεγκρίν είχε παραβεί τον όρκο της να μη τον ρωτήσει ποτέ ποιος είναι.

Η όπερα του Βάγκνερ αξιοποιεί ένα ρομαντικό θρύλο για να υμνήσει και να αποθεώσει την ορμητική καπιταλιστική ανάπτυξη της Γερμανίας. Θα υπάρξουν στο δρόμο μερικές θυσίες και απώλειες, αλλά κατά βάση στο τέλος θα πάνε όλα κατ’ ευχή. Και όλα αυτά επειδή οι ευγενείς άρχοντες αυτής της γης φροντίζουν για το καλό των αδικημένων (της Έλσας, στην όπερα) και θα εμφανιστούν πάντα εκεί που πρέπει και την ώρα που πρέπει, για να συγυρίσουν τους κακούς. Αυτό που εμείς πρέπει να κάνουμε είναι να τους έχουμε τυφλή εμπιστοσύνη και να τους ακολουθούμε χωρίς αμφιβολίες, αφού αν η Έλσα είχε κρατήσει τον όρκο της να μη ρωτήσει τον Λοεγκρίν για την καταγωγή του θα σωζόταν – να τι μας λέει μέσες-άκρες ο Βάγκνερ.

Ο Καβάφης επιλέγει τη σκηνή της εμφάνισης του Λοεγκρίν, για να δώσει ένα εντελώς άλλο νόημα στην ιστορία, αντιστρέφοντάς τη σε μια ανελέητη κριτική της μοναρχίας, ως αρχής του ενός, αλλά και κάθε κυριαρχίας και ιεραρχικής δομής. Στόχος του είναι να καταδείξει δραστικά το γεγονός ότι οι από μηχανής θεοί δεν είναι λύση και δεν μπορεί να ελπίζουμε σε αυτούς, αφού στην πραγματική ζωή δεν εμφανίζονται ποτέ.

Στο πρώτο μέρος του ποιήματος έχουμε μια παρωδιακά σατιρική αναπαράσταση της στιγμής της κλήσης του Λοεγκρίν, όπου μετά από πολλές δραματικές εκκλήσεις και παρακάλια της Έλσας στο βασιλιά να επαναλάβει τα σαλπίσματα, στο τέλος εμφανίζεται επιτέλους στο βάθος του ορίζοντα κάτι λευκό, που θα μπορούσε πιθανά να είναι ο κύκνος:

«Λυπάται ο καλός ο βασιλεύς την Έλσα

και προς τον Aυλικό τον Κήρυκα γυρίζει.

Καλεί ο Κήρυξ, και οι σάλπιγγες ηχούνε.

A βασιλέα, σε παρακαλώ ακόμη,

ακόμη μια φορά ο Κήρυξ να καλέσει.

Ο Κήρυξ πάλι προσκαλεί.

Σε ικετεύω,

πέφτω στα πόδια σου. Λυπήσου με, λυπήσου.

Είναι μακριά, πολύ μακριά και δεν ακούει.

Για τελευταία μια φορά ο Κήρυξ τώρα

ας προσκαλέσει. Ίσως θα φανεί.

Ο Κήρυξ

εκ νέου προσκαλεί.

Και νά, σαν κάτι

άσπρο εις τον ορίζοντα εφανερώθη.

Εφάνηκεν, εφάνηκεν – είναι ο κύκνος».

Το νόημα της περιπαικτικής αφήγησης αποσαφηνίζεται στο επόμενο, καταληκτικό μέρος του ποιήματος, όπου η παρωδία δίνει τη θέση της στην πιο αιχμηρή ειρωνεία:

«A δυστυχία μας, α δυστυχία, όταν

λυπάτ’ ο βασιλεύς και προς τον Κήρυκά του

στρέφει μηχανικώς, χωρίς πολλήν ελπίδα.

Κι ο Κήρυξ προσκαλεί κ’ οι σάλπιγγες ηχούνε.

Και πάλι προσκαλεί κ’ οι σάλπιγγες ηχούνε·

και πάλι προσκαλεί κ’ οι σάλπιγγες ηχούνε·

αλλά ο Λοεγκρίν δεν έρχεται ποτέ του.

Και όμως απαράβατη θα εφυλάττετο η πίστις».

Ο Χάινε αξιοποιεί και αυτός, στο ποίημά του «Γερμανία, ένα χειμωνιάτικο παραμύθι», ένα ρομαντικό θρύλο, το θρύλο του βασιλιά Μπαρμπαρόσα που ενέπνευσε τη γερμανική αντίδραση ως τους ναζί, για να απογυμνώσει παρόμοια το ρομαντικό ιδανικό. Ο ποιητής ξυπνά τον γενναίο Μπαρμπαρόσα, που κοιμάται στη σπηλιά του Κιφχόιζερ με τους ιππότες του, και τον καλεί να σώσει τη διαιρεμένη Γερμανία, την οποία οδηγούν στην καταστροφή οι ανάξιοι ηγεμόνες της. Στην αρχή ενθουσιάζεται με τις πολεμικές προετοιμασίες, την επιβλητική λάμψη των πανοπλιών και το παράστημα του βασιλιά:

«Τ’ όμορφο λάβαρο αρπάει κι αμέσως

– Στ’ άλογα! Στ’ άλογα! φωνάζει

… Βροντάν οι πανοπλίες κι ο κάθε ιππότης

Στο κόκκινο άτι του που χλιμιντράει

… Α! οι φονιάδες τάχα ασφαλισμένοι

Θαρρούν πως είναι στα ψηλά τους κάστρα

Μ’ απ’ τη θηλιά κανείς δε θα γλιτώσει.

Η οργή του Μπαρμπαρόσα φτάνει ως τ’ άστρα».

Στην πορεία όμως η ρομαντική μαγεία διαλύεται, καθώς ο ποιητής παραβάλλει όσα βλέπει με τα παραμύθια που του έλεγε όταν ήταν μικρός η γιαγιά του. Το αποκορύφωμα έρχεται όταν ο Χάινε αποκαλύπτει στον γενναίο βασιλιά την καρατόμηση του Λουδοβίκου και της Μαρίας Αντουανέτας στη Γαλλία, ένα γεγονός αντιπροσωπευτικό του δημοκρατικού, αντιμοναρχικού πνεύματος της εποχής, για να δεχτεί την επίθεσή του ότι διαπράττει εσχάτη προδοσία. Τότε του πετά κατάμουτρα τις κρυφές του σκέψεις για τους βασιλιάδες και τις ελέω Θεού εξουσίες τους:

«Κυρ - Μπαρμπαρόσα, του ’πα ευθύς, εσύ ’σαι

ήρωας μονάχα των παραμυθιών.

Άντε κοιμήσου πάλι! Εμείς θα βρούμε

δίχως εσέ το δρόμο των σπαθιών.

Οι δημοκράτες θα μας κοροϊδεύουν

σαν δουν πως βάλαμε επικεφαλής

φαντάσματα με σκήπτρα και κορώνες

θε να μας σούρουν όσα είν’ τα μαλλιά της κεφαλής

… Καλύτερα να μείνεις εκεί που ’σουν

στου γέρικου Κιφχόιζερ τη σπηλιά.

Θαρρώ πως αν καλοξετάσουμε το πράμα

δε χρειαζόμαστε κανένα Βασιλιά».

Και οι δυο αμφισβητούν ότι είναι δυνατό να προκύψει ένα απελευθερωτικό αποτέλεσμα από την υποταγή στην αυθεντία, αφού η αποδοχή ως δεδομένης της αυθεντίας έχει αποκλείσει εξαρχής την πραγματική απελευθέρωση
Οι παρωδίες του Καβάφη και του Χάινε ακολουθούν ξεκάθαρα παράλληλους δρόμους. Και οι δυο αμφισβητούν ότι είναι δυνατό να προκύψει ένα απελευθερωτικό αποτέλεσμα από την υποταγή στην αυθεντία, αφού η αποδοχή ως δεδομένης της αυθεντίας έχει αποκλείσει εξαρχής την πραγματική απελευθέρωση. Και οι δυο χρησιμοποιούν την ειρωνεία για να διαλύσουν το μύθο με τον οποίο έχει περιβληθεί η αυθεντία για να καλύψει και να συσκοτίσει τον ανελεύθερο χαρακτήρα της. Αλλά υπάρχουν και σημαντικές διαφορές. Ο Χάινε φτάνει στο στόχο του από μια διαδρομή που φαίνεται στην αρχή να εξυψώνει λυρικά τον αντιδραστικό ρομαντισμό, την αντίληψη ότι για να πολεμήσουμε τις φαυλότητες του παρόντος πρέπει να γυρίσουμε σε ένα παλιότερο, παραδεισένιο στάδιο δικαίου και αγνότητας, που στην πραγματικότητα δεν υπήρξε ποτέ. Μόνο μέσα από τη συστηματική ανάπτυξη του ρομαντικού ιδανικού όπως το ενσαρκώνει ο Μπαρμπαρόσα, αποδιαρθρώνεται και γίνεται φανερή η παραφωνία του. Στον Καβάφη αντίθετα, δεν υπάρχει καμιά, έστω και προσποιητή, εξιδανίκευση. Η Έλσα, η ενσάρκωση του αθώου και του αδικημένου στον Βάγκνερ, εμφανίζεται εξαρχής στην καβαφική παρωδία σαν αυτό που πραγματικά είναι: μια δειλή, που δεν έχει το θάρρος να πάρει την τύχη της στα χέρια της και που εκλιπαρεί δουλικά το βασιλιά να τη λυπηθεί και να καλέσει σε βοήθεια το σωτήρα της, τον Λοεγκρίν.

Αυτή η διαφορά δεν είναι τυχαία, ούτε ανάγεται στην υποκειμενική διαφορά ανάμεσα στο λυρικό ταμπεραμέντο του Χάινε και τον «εγκεφαλικό» ρεαλισμό του Καβάφη, αν και αυτή βεβαίως παίζει ένα ρόλο. Πολύ περισσότερο πρόκειται για τη διαφορά των συνθηκών και των καθηκόντων με τα οποία ήταν αντιμέτωποι οι δυο ποιητές. Ο Χάινε είχε απέναντί του τους μεσαιωνικούς πρίγκιπες και βασιλιάδες, την ιστορικά κλασική μορφή της απολυταρχίας, την οποία δικαιολογημένα μισούσε και ξεσκέπαζε ως εμπόδιο στο άνοιγμα του δρόμου για την αστική αναγέννηση της Γερμανίας. Αλλά στο βαθμό που οι βασιλικοί θρόνοι ήταν ακόμη παρόντες και οι παραδόσεις τους διατηρούσαν ρίζες στη λαϊκή συνείδηση, ήταν υποχρεωμένος να αναμετρηθεί μαζί τους ως κάτι ζωντανό. Ο Καβάφης αντίθετα γράφει σε μια εποχή που η μεσαιωνική απολυταρχία είναι πλέον βασικά παρελθόν, αλλά μια νέα απολυταρχία έχει πάρει τη θέση της, η αυταρχική εξουσία της ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης, ενώ από την άλλη ωριμάζουν οι συνθήκες για την πραγματική κοινωνική απελευθέρωση. Ο δικός του αντίπαλος δεν είναι έτσι η παλιά μορφή της απολυταρχίας αλλά κάθε μορφή κυριαρχίας γενικά. Αυτό τον ωθεί από την αρχή να δώσει ένα διαφορετικό τόνο, τέτοιον που θα επιτρέψει στη συνέχεια να γενικεύσει ιστορικά το ζήτημα.

Με αυτό το περιστατικό συνδέεται μια άλλη διαφορά, στον τρόπο που τοποθετούν οι δυο ποιητές τον εαυτό τους μέσα στη σύγχρονή τους πραγματικότητα και, ως αποτέλεσμα, και στα συγκεκριμένα ποιήματα. Ο Χάινε ενσαρκώνει την πρωτοπορία της εποχής, τους ριζοσπάστες διανοούμενους, που έχουν συνειδητοποιήσει την αναγκαιότητα της αστικής επανάστασης. Ως εκπρόσωπος αυτών κυρίως, και όχι ακόμη του λαού, που δεν έχει αφυπνιστεί, ταξιδεύει φανταστικά στη Γερμανία και εμφανίζεται στο όνειρό του μπροστά στον Μπαρμπαρόσα για να του βροντοφωνάξει στο τέλος ότι «δεν χρειαζόμαστε κανένα βασιλιά». Και αυτό το βροντοφωνάζει όχι τόσο στον νεκρό από καιρό Μπαρμπαρόσα, αλλά στους ισχυρούς και τους βασιλιάδες της τότε Γερμανίας, που φρόντισαν να απαγορεύσουν πάραυτα την κυκλοφορία του ποιήματος και να εκδώσουν ένα ένταλμα για τη σύλληψή του. Ο Καβάφης αντίθετα, στον «Λοεγκρίν», ταυτίζεται άμεσα με τους κοινούς ανθρώπους. Μιλώντας σας ένας από αυτούς, στο δεύτερο μέρος συμπυκνώνει τα διδάγματα της ιστορικής κατάστασης, της σύγχρονής του, αλλά και κάθε κατάστασης που εμπεριέχει σχέσεις ανισότητας και καταπίεσης. Σε αυτή τη συμπύκνωση, ο στόχος του δεν είναι να κατακεραυνώσει την άμοιρη βαγκνερική ηρωίδα, την Έλσα, αλλά να δείξει σε ποιες δουλικές στάσεις αντιστοιχεί το πρότυπό της στην πραγματική ζωή, αν του αφαιρεθεί το μυθικό φωτοστέφανο.

Ο «Λοεγκρίν» του Καβάφη είναι έτσι μια καταλυτική, καθολική κριτική όχι μόνο κάθε αυταρχικής εξουσίας, αλλά και της τυφλής πίστης σε μια αρχή ή ένα ιδανικό, ακόμη και αν το τελευταίο είναι ή υποτίθεται πως είναι απελευθερωτικό. Και αυτό γιατί η τυφλή πίστη δεν υπηρετεί πραγματικά το ιδανικό, αφού στην ουσία νομιμοποιεί μια λογική φυγής από την πραγματικότητα και μια παθητική στάση απέναντι στη ζωή. Μια τέτοια πίστη, δεν μπορεί να έχει κανένα απελευθερωτικό περιεχόμενο, ακόμη και όταν παρουσιάζεται ως πίστη στο ιδανικό της απελευθέρωσης, για τον πολύ απλό λόγο ότι είναι κενή. Στην πράξη, ο φορέας της εναποθέτει την απελευθέρωσή του στους άλλους, παραιτείται από το δικό του μερίδιο στο έργο και εξακολουθεί να μένει δέσμιος μιας υποτακτικής νοοτροπίας.

Δεν πρέπει να είμαστε σαν την Έλσα, δεν πρέπει να περιμένουμε την απελευθέρωσή μας από έξω, από σωτήρες, γιατί τότε δεν θα έρθει ποτέ. Τότε θα καλούμε κάθε φορά σε σωτηρία, ή θα καλούν εκείνοι στους οποίους το έχουμε αναθέσει για λογαριασμό μας, αλλά απλά και μόνο θα καλούν, θα καλούν και θα καλούν. Πρέπει να γινόμαστε οι ίδιοι, όχι σαν εγώ αλλά σαν εμείς, οι αυτουργοί της απελευθέρωσης – να τι μας λέει στον έξοχο «Λοεγκρίν» του ο Καβάφης.

Το ποίημα εκπέμπει ένα διαχρονικό «μήνυμα». Ταυτόχρονα όμως αν το προεκτείνουμε στην εμπειρία του 20ού αιώνα λαβαίνει ένα συγκεκριμένο νόημα, που δεν είναι άλλο από την κριτική του σταλινισμού. Πράγματι, αρκεί να αντικαταστήσουμε τον βασιλιά με τον Στάλιν και τους σταλινικούς αρχηγούς, τον αυλικό με τους διάφορους Ζντάνοφ και τους καθ’ ημάς Βάσους Γεωργίου και τον Λοεγκρίν με τη διαρκώς εξαγγελλόμενη επανάσταση, και θα έχουμε μια πιστή απόδοση των καταστάσεων και των λογικών που καλλιέργησε στο κομμουνιστικό κίνημα ο σταλινισμός. Η αναλογία υπογραμμίζεται παραπέρα από τον τελευταίο στίχο για την πίστη που θα φυλασσόταν αλώβητη, αφού η επίκληση της «ακλόνητης πίστης» τους ήταν σήμα κατατεθέν των σταλινικών αρχηγών και των λακέδων τους.

Από την άλλη μεριά, η Έλσα μπορεί να παραβληθεί με εκείνους τους αγωνιστές που ακόμη μένουν δέσμιοι των σταλινικών λογικών και δεν καταλαβαίνουν τη ζωτική ανάγκη για μια ριζική ρήξη με αυτές και τους φορείς τους, ως προϋπόθεση για κάθε πραγματικό βήμα παραπέρα.

Το άλλο έξοχο ποίημα του Καβάφη για τον Λοεγκρίν, «Η υποψία», προσθέτει εδώ μια σημαντική νότα. Σε αντίθεση με την όπερα του Βάγκνερ, όπου ο Λοεγκρίν κατατροπώνει τον Τελραμόνδο στη μονομαχία τους, ο Καβάφης βάζει τον Τελραμόνδο να νικά τον Λοεγκρίν και τους «καλούς» να αρνούνται πεισματικά να παραδεχτούν το γεγονός:

«Και ποιος θα ομιλήσει το χειρότερο.

(Aυτό καλύτερα να μη ελέγονταν).

Ποιος θα ’λθει να μας πει (Μη τον ακούσομεν.

Μη τον ακούσομεν. Θα τον ηπάτησαν)

την άδικη κατηγορία· κ’ έπειτα

το κάλεσμα, το ξανακάλεσμα του Κήρυκος,

τον ένδοξο τον ερχομό του Λοεγκρίν –

κύκνο, και μαγικό σπαθί, και άγιο Γκραλ –

και επί τέλους την μονομαχίαν του,

εις την οποίαν τον ενίκησεν ο Τελραμόνδος».

Πέρα από άλλες συνηχήσεις, το δεύτερο αυτό ποίημα παραπέμπει σε ένα ακόμη σήμα κατατεθέν του σταλινισμού, τη διαρκώς αυξανόμενη απόσπαση από την πραγματικότητα, ως το σημείο τελικά να βαπτίζονται οι ήττες νίκες. Με τον τρόπο αυτό η ηγεσία Ζαχαριάδη ανακήρυσσε σε νίκες καταστροφικές επιλογές της όπως η αποχή από τις εκλογές το 1946, κάνοντας λόγο για ύπαρξη επαναστατικής κατάστασης το 1950, όταν το κίνημα είχε συντριβεί από τα λάθη της. Στο τέλος ο ηρωισμός μετατρεπόταν σε ένα πλήρες κακέκτυπο του πραγματικού ηρωισμού, την «ηρωική» άρνηση παραδοχής της πραγματικότητας. Και ως «απατημένοι» στιγματίζονταν και καταδιώκονταν όσοι είχαν το θάρρος να πουν την αλήθεια, αρνούμενοι να συναινέσουν στη γενικευμένη αυταπάτη.

Στον «Λοεγκρίν» και την «Υποψία» του Καβάφη υπάρχει γενικευμένα το σύνολο των τραυματικών εμπειριών του κομμουνιστικού κινήματος στον 20ό αιώνα.

*Ο Χρήστος Κεφαλής είναι μέλος της ΣΕ του περιοδικού «Μαρξιστική Σκέψη». Το κείμενο αυτό είναι ένα απόσπασμα από το υπό έκδοση βιβλίο του «Μαρξιστικές Ματιές στον Σύγχρονο Κόσμο». Το βιβλίο περιλαμβάνει εννιά άρθρα του δημοσιευμένα στα 2012-16 στη «Μαρξιστική Σκέψη», πάνω σε μια ποικιλία θεμάτων: παγκοσμιοποίηση, εθνικό ζήτημα, η κατάρρευση της ΕΣΣΔ, οι εξελίξεις στην Κίνα, φασισμός, ο φιλοσοφικός ιρασιοναλισμός, η ποίηση του Καβάφη, κ.ά. Κυκλοφορεί σύντομα από τις εκδόσεις Τόπος.

Εγγραφή στο newsletter του PoliticalDoubts.

YOUR OPINION

Το ΚΑΣ αποφάσισε να μην διατεθεί το μνημείο του Παρθενώνα για εκδήλωση οίκου μόδας:

Συμφωνώ. Η προστασία των μνημείων θα πρέπει να είναι απόλυτη
70.2%
Μάλλον διαφωνώ. Θα μπορούσαν να τεθούν αυστηρότεροι όροι.
8.7%
Διαφωνώ με την απόφαση. Δεν μπορεί να χάνονται ευκαιρίες προβολής της χώρας
14.9%
Συμφωνώ να μην διατεθεί ο Παρθενώνας. Δεν θα είχα αντίρρηση αν επρόκειτο για άλλον αρχαιολογικό χώρο
6.1%
Η ψηφοφορία για αυτό το δημοψήφισμα έχει λήξει

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση