Στοχασμοί 05/05/2016

Προσμένοντας ‘ανορθόδοξα’ την Ανάσταση (μίας… «σταυρωμένης Ορθόδοξης» χώρας)

Ότι είναι μονάχα στο δικό μας χέρι να ξεκλειδώσουμε και να αλλάξουμε τη μοίρα μας. Όχι όμως από κάποιον εύκολο, έτοιμο στρωμένο δρόμο· αλλά από τον μελετημένα δύσκολο, τον απαιτητικό, τον δύσβατο.
  • Πρόλογος
  • Ποιο είναι το φιλοσοφικά χρήσιμο νόημα της Ανάστασης;
  • Ο ιστορικός ρόλος της Χριστιανικής και, δη της Ορθόδοξης, πίστης
  • Η θυσία του μέλλοντος προς χάριν ενός στατικού παρόντος
  • Φτάνοντας στο σήμερα
  • Γιατί τελικά η Ελλάδα δεν πρόκειται να αναστηθεί;
  • Για ποια Ανάσταση της Ελλάδος λοιπόν ευαγγελιζόμαστε;
  • Το κλειδί


Βρισκόμαστε ήδη στον απόηχο των ημερών του Πάσχα και του εορτασμού της Ανάστασης. Με αποκορύφωση στο θείο δράμα και την Ανάσταση, το λαμπρό Ιστορικό πέρασμα τού Ιησού είναι χαραγμένο ανεξίτηλα στην εξέλιξη του πολιτισμού μας, εμπεριέχοντας πολύ βαθείς συμβολισμούς και διδαχές που σχετίζονται με την ύπαρξη γενικότερα, αλλά και με την εσωτερική εξατομίκευση του ανθρώπου.


Οι συμβολισμοί αυτοί, γεμάτοι πλούσια πυκνά νοήματα, είναι ένας θησαυρός δυνητικών επιγνώσεων. Ανεξαρτήτως του ότι έχουν αποτελέσει τη βάση διαμόρφωσης μίας συγκεκριμένης θρησκείας, θα παραμένουν διαχρονικά γόνιμοι για όσο θα υπάρχουν άνθρωποι· αφορούν στην εσωτερική ζωή κάθε ανθρώπου, είτε ως πιστός ή οπαδός της συγκεκριμένης θρησκείας, είτε κάποιας άλλης, είτε και… καμίας.


Η Ελληνική κοινωνία περνάει μία πολύ βαθειά, παρατεταμένη και οδυνηρή εσωτερική κρίση. Δεν είναι λίγοι όσοι, στον απόηχο του εορτασμού της θρησκευτικής Ανάστασης, παραλληλίζοντας τη σκοτεινή ατμόσφαιρα του θείου δράματος με τον Γολγοθά της «σταυρωμένης» της πατρίδας μας, εκφράζοντας μάλιστα την ευχετήρια ελπίδα η φωτεινότητα της Ανάστασης να συντελεσθεί αντιστοίχως και για την πατρίδα μας.

Πόσο εφικτό όμως είναι αυτό;


_


-- Ποιο είναι το φιλοσοφικά χρήσιμο νόημα της Ανάστασης;


Δυστυχώς, οι ευχές από μόνες τους είναι αδύνατον να επηρεάσουν την εξέλιξη της πραγματικότητας.

Υπό τις παρούσες εσωτερικές συνθήκες λειτουργίας της κοινωνίας μας, είναι μάταιο κανείς να εύχεται ελπίζοντας την αντίστοιχη Ανάσταση της χώρας. Διότι η Ανάσταση, όπως συμβαίνει και στο συμβολισμό της Χριστικής Ανάστασης, δεν πραγματοποιείται από εξωτερικές δυνάμεις· δεν την χαρίζει κάποιος άλλος ως δώρο στον αναστήσαντα. Πόσω δε μάλλον, είναι αδύνατον αυτή να προκύψει τυχαία.


Η «ανάσταση» είναι το τελικό αποτέλεσμα μίας εσωτερικής διαδικασίας βαθειάς αυτοκάθαρσης που πραγματοποιείται αποκλειστικά μέσω της συνειδητής, επίπονης και προσηλωμένης εργασίας από το ίδιο το υποκείμενο.


Η Ελληνική κοινωνία έχει παγιδευτεί σε μία φθίνουσα πορεία θανάτου της. Όχι όμως ενός ηθελημένου θανάτου του αποτυχημένου δομικού της σώματος που θα μπορούσε να επιφέρει την αναγέννηση, αλλά ενός παρακμιακού θανάτου. Ως εκ τούτου, επί του παρόντος είναι αδύνατον να αναστηθεί.

Παραμένει εγκλωβισμένη στα ίδια άγονα και αυτοκαταστροφικά δόγματα. Προσμένει την ανάσταση να τής χαριστεί «αυτοδικαίως» από εξωτερικές δυνάμεις: Από κάποιον επίγειο μεσσία, από το υπέρτατο δίκαιο που θεωρεί ότι πάντα το έχει με το μέρος της, από τη θεϊκή εύνοια, από τις συμμαχικές δυνάμεις «τού καλού» κ.α. Προφανώς όμως, όλα αυτά δεν είναι παρά βολικές ψευδαισθήσεις που επιτείνουν και οριστικοποιούν τον παρακμιακό της «θάνατό».


Αγνοεί όμως τι αληθινά σημαίνει «Ανάσταση». Το αγνοεί, όχι μόνο φιλοσοφικά, αλλά ακόμα και θεολογικά.

Εορτάζει την θρησκευτική Ανάσταση, εξυμνεί με κατάνυξη το θείο δράμα, αλλά μόνο επιφανειακά, τελετουργικά· Το βαθύτερο και αληθινά διδακτικό τους νόημα παραμένει στα αζήτητα. Ο μέσος «πιστός» παπαγαλίζει τη ρήση ότι, ‘ο Χριστός θυσιάστηκε για την ανθρωπότητα’ (για εσένα και εμένα, δηλαδή)· όμως, εάν τον ρωτήσεις ποια ακριβώς ήταν η θυσία, το νόημά της και, το πώς αποκρυσταλλώνεται η θυσία αυτή στη ζωή του, σπάνια θα λάβεις απάντηση που να εμπεριέχει στοιχεία γνωσιακής κατανόησης.


Ο απόηχος αυτής της αντίληψης μεταφέρεται στο πεδίο της πραγματικής ζωής: Περιμένει πάντα κάποιοι άλλοι να θυσιαστούν ή, να θυσιάσουν εκείνοι κάτι για χάρη του. Εκείνος, απλώς θα προσμένει να εξαργυρώσει προς όφελός του τα αποτελέσματα της δικής τους θυσίας…


Έτσι, δεν περνάει καν από το μυαλό μας ότι η πορεία προς την Ανάσταση εκκινεί από την συνειδητοποίηση  της αναγκαιότητας για εσωτερική ‘δική μας’ αλλαγή και κάθαρση από τις εσωτερικές αιτίες που προκάλεσαν την πτώση μας ως κοινωνία.   
Αυτό όμως δεν είναι έκπληξη. Η ίδια η θρησκευτική πίστη ανά τούς αιώνες έχει συντελέσει καθοριστικά στην αδυναμία του Ελληνισμού να παραγάγει λύσεις προόδου και άρσης αδιεξόδων.  
Θα ήταν ενδιαφέρον όμως να δούμε το γιατί.


_


-- Ένας ιστορικός ρόλος της Χριστιανικής θρησκείας και, δη της Ορθόδοξης


Η ελληνική κουλτούρα, μεταξύ άλλων παραγόντων, έχει διαμορφωθεί μέσω πολλαπλών και στενών επιρροών από τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό. Όμως η σημερινή άμεση σχέση του μέσου Έλληνα με τη θρησκεία χαρακτηρίζεται από μία παράδοξη επιδερμικότητα. Η επιδερμικότητα αυτή, δέσποσε στην θρησκευτική αντίληψη της Έλληνορθόδοξης κουλτούρας από πολύ νωρίς· από τη πρώιμη ακόμη εποχή τού Βυζαντίου.


Η επίσημη εκκλησία, προοδευτικά, υπεραπλούστευσε τη χριστιανική διδασκαλία αφαιρώντας τα «δύσκολα» στοιχεία της ενδοσκόπησης. Ό,τι πιο ουσιαστικό και χρήσιμο, φιλτραρίστηκε. Η θρησκεία «έπρεπε» να είναι απλή, εύκολα εφαρμόσιμη για τον καθένα, να δίνει βολικές απαντήσεις χωρίς παράλληλα να προτρέπει σε δύσκολους εσωτερικούς δρόμους που θα προκαλούσαν δυσθυμία και αντίδραση.  Έτσι, την περιόρισε εντός ενός πολύ στενού τελετουργικού πλαισίου κανόνων.

Τα δε αποτελέσματα της εφαρμογής των κανόνων από τον «πιστό», θα έρχονταν μονάχα ‘μετά θάνατον’, ώστε με αυτόν τον τρόπο να διασφαλίζεται ότι οι κανόνες θα συνεχίσουν να τηρούνται μέχρι τέλους, χωρίς κάποιος -που θα προσδοκούσε σύντομα αποτελέσματα όντας εν ζωή- να κινδυνεύει να απογοητευτεί κατά τη πορεία και να εγκαταλείψει.


Για να γίνουν όλα αυτά, ήταν απαραίτητο να χαλιναγωγηθεί η ερευνητική σκέψη, η αμφισβήτηση να μπει στο περιθώριο. Για αυτό και ο ορθολογισμός και το φιλοσοφείν, σταδιακά εκτοπίστηκαν και δαιμονοποιήθηκαν.  

Καταλυτικό γεγονός για τον τελειωτικό εξοστρακισμό της φιλοσοφικής σκέψης από τη κουλτούρα της ορθοδοξίας, ήταν η διαταγή οριστικής παύσης λειτουργίας της φιλοσοφικής σχολής των Αθηνών κατά τον 6ο μ.Χ. αιώνα από τον Ιουστινιανό, στη προσπάθειά του να αφανιστούν όλοι οι «ειδωλολατρικοί» θύλακες επηρεασμού εντός της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.  Αξίζει δε εδώ να σημειωθεί το παράδοξο πως, οι Έλληνες, δεν είχαν υπάρξει ποτέ τους ειδωλολάτρες...


Έκτοτε, για τις μάζες, η θεολογική αντίληψη αποκόπηκε ολοσχερώς από τη φιλοσοφική σκέψη και τον αρχαιοελληνικό ορθολογισμό. Κατέληξε ως μία ‘θρησκεία’ τελετουργικών με τον χαρακτήρα ενός μονοδιάστατου υπερβατικού αφηγήματος το οποίο μονάχα  επέβαλλε προβεβαιωμένους κανόνες θρησκευτικής συμπεριφοράς. Η στόχευση αυτών των κανόνων ήταν, όχι η ‘εν ζωή’ ενδοσκοπική και φιλοσοφική έρευνα του εαυτού, αλλά μία σειρά από αυστηρά στερεότυπους κανόνες (λατρευτικούς, συμπεριφοράς) που η τήρηση τους θα διασφάλιζε ευνοϊκή ‘μετά θάνατον’ θεϊκή κρίση και λύτρωση.


_


-- Η θυσία του μέλλοντος προς χάριν ενός στατικού παρόντος


Γρήγορα, η ολοκλήρωση του νοήματος της ζωής μετατοπίστηκε στο ‘ύστερα’· ανεστάλη για την… αιωνιότητα τού ‘μετά θάνατον’.  Η καθημερινότητα μετατράπηκε, από στίβο άσκησης του ερευνητικού πνεύματος και σκέψης, σε πεδίο πνευματικής στασιμότητας· μίας επαναληπτικότητας και τυπολατρικής θεοφοβικής ανακύκλωσης των ίδιων απαράλλαχτων δοξασιών.

Έτσι, για τον εσωτερικό άνθρωπο, ο χρόνος σταδιακά έγινε επίπεδος, μονοδιάστατος. Το ‘αύριο’ είχε πια πάψει να έχει άλλο χρήσιμο ή εμπνευστικό νόημα, παρά μόνο ως δυνατότητα εμπέδωσης τού «σωστού και γνώριμου σήμερα», καθώς και διασφάλισης τού επιούσιου άρτου της σωματικής επιβίωσης – αλλά όχι όμως και του άρτου θρέψης και εξέλιξης του πνεύματος.


Το μέλλον, έπαψε να αποτελεί πεδίο δυνητικής προόδου· Η ίδια η ‘πρόοδος’, καθώς και η ‘έρευνα’, ως φιλοσοφικής προσέγγισης έννοιες, είχαν απογυμνωθεί την αξία τους. Όλες οι «χρήσιμες καθημερινές απαντήσεις» είχαν δοθεί υπαγορευόμενες από τη θρησκεία. Έτσι, το μόνο που πια είχε να κάνει ο πιστός ήταν να επαναλαμβάνει τις οδηγίες του χτες, με σκοπό την εμπέδωση τήρησης των θρηκειο-κεντρικών κανόνων εσωτερικής και κοινωνικής συμπεριφοράς.

Αυτή η εξέλιξη, αν και καθηλωτική, δεν ήταν απαραιτήτως μόνο αρνητική· ενίοτε λειτούργησε καί ενωτικά ως συνδετικός ιστός, διαφυλάττοντας μία -υποτυπώδη έστω- κοινωνική συνοχή.  Δεδομένου ότι η χριστιανική βάση της θρησκείας πραγματευόταν θετικές ηθικές αξίες και αρχές, οι κανόνες που επέβαλε στη καθημερινή προσωπική και κοινωνική ζωή  βοήθησαν να εδραιωθούν αυτές οι αξίες βαθύτερα μέσα στη κουλτούρα των μικροκοινωνιών· διασώζοντάς τες τελικά από τον διαλυτικό παράγοντα της μετακύλισης στη βαρβαρότητα κατά τη διάρκεια δυσχερών ιστορικών συγκυριών μεγάλης εξωτερικής πίεσης.

Παρότι η μετακύλιση αυτή, ιστορικά, δεν αποφεύχθηκε πλήρως, οι αξίες όμως διασώθηκαν και τελικά επανέκαμπταν.

Όμως, η κοινωνική αυτή συνοχή ήταν σχεδόν στείρα· δεν κυοφόρησε εσωτερική και πνευματική πρόοδο σε επίπεδο συλλογικότητας των κοινωνιών.


Η διαδρομή τόσων αιώνων με αυτό ως το δεσπόζων πνεύμα, διαμόρφωσε μία αίσθηση εθνικής ταυτότητας με κύρια βάση το θρήσκευμα· ενώ, συν τω χρόνω ενέπνευσε και παρήγαγε έναν πλούτο από θρησκευτικές και λαογραφικές παραδόσεις που ενσωματώθηκαν πλήρως στις τοπικές ή και ευρύτερες κουλτούρες των ελληνοχριστιανικών κοινοτήτων.


_


-- Φτάνοντας στο σήμερα


Έχοντας πια φτάσει στο σήμερα των νεότερών μας χρόνων, τις ισχυρές αυτές παραδόσεις, παρότι στη βάση τους θρησκευτικής προέλευσης, η κοινωνία τις βιώνει περισσότερο ως λαογραφικού παρά ως θεολογικού χαρακτήρα. Οι αναζητήσεις πνευματικού περιεχομένου στερούνται επάρκειας βάθους, ενδεχομένως δεν υφίστανται καν ως καθαυτόν αναζητήσεις, αγγίζοντας μονάχα το εξωτερικό κέλυφος του πρώιμου χριστιανισμού και της διδασκαλίας του Ιησού. Το δε μυστικιστικό της περιεχόμενο -όπου εν τέλει βρίσκεται όλη η χρήσιμη παραγωγική ουσία της διδασκαλίας- παρέμεινε σκιασμένο και ανέγγιχτο.


Το συγκεκριμένο πνεύμα αναζήτησης αντανακλάται πλήρως και στη κουλτούρα της σύγχρονης παιδείας μας. Πλούσια σε παροχή έτοιμης προ-επεξεργασμένης πληροφορίας, χωρίς όμως καμία παροχή διδασκαλίας ως προς τον τρόπο κριτικής αξιολόγησης  της πληροφορίας και ερευνητικής της επεξεργασίας. Δηλαδή, δίνει έμφαση στην αναμάσηση τού ήδη γνωστού, τού προϋπάρχοντος, ενώ, αποτρέπει ή ναρκώνει την αναζήτηση του καινούριου, την μετεξέλιξη του παλιού.


Δεν είναι καθόλου τυχαίο επακόλουθο το ότι, ακόμα και ο εορτασμός της Ανάστασης του Χριστού λογίζεται από τους «πιστούς» ως κάτι σαν μία απλή επιβράβευση και δικαίωσή του. Ως νομοτελειακή επαναφορά του από τα άδικα σκοτάδια του θανάτου, ξανά προς το φως της ζωής, στο σημείο όπου εκείνη είχε αδίκως διακοπεί. Κάτι σαν, μία «δεύτερη ευκαιρία» να συνεχίσει να ζει όπως πριν, αλλά πλέον, δικαιωμένος.

Το βαθύτερο νόημα τού έμπρακτου ‘παραδείγματος’ εσωτερικής δουλειάς και μάχης με τον εαυτό του, συγκαλύπτεται από την εύκολη υιοθέτηση απλοϊκών πεποιθήσεων: Ότι, αυτό το ακατανόητα δύσκολο μονοπάτι το διάβηκε εκείνος που ήταν 'θεός' και το έκανε 'για εμάς', οπότε ως υπόδειγμα δεν μας αφορά άμεσα, δεν είναι για το πράξουμε και εμείς.

Δεν υπάρχει μεγαλύτερη πλάνη και λανθασμένη ανάγνωση από αυτό. Και εάν αυτή η δήλωση τώρα κάνει κάποιους να εξανίστανται, καλό είναι να κρίνουμε τα πράγματα έχοντας ως γνώμονα το τι επικρατεί πιο συλλογικά τριγύρω μας· και, όχι το πώς μπορεί να το αντιλαμβάνεται ο ίδιος προσωπικά.



_  


-- Γιατί όμως, τελικά, η Ελλάδα δεν πρόκειται να αναστηθεί;


Κυρίως, διότι η Ανάσταση προαπαιτεί τον θάνατο· έναν πιο "ειδικό", συμβολικό θάνατο. Και  η Ελλάδα αρνείται πεισματικά να «πεθάνει». Εξάλλου, αποτελεί και εθνικό σύνθημα: ‘Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει’. Μόνο που, επί τω προκειμένω, μιλάμε για ένα άλλο είδος θανάτου…


Ο συμβολισμός των παθών του θείου δράματος είναι πολύ διαφορετικός. Ο Ιησούς, αφέθηκε οικειοθελώς να υποστεί την καταδίκη του πόνου. Εκείνος, που διέθετε την ικανότητα να κάνει τόσα θαύματα, επέλεξε να μην αντισταθεί, να ακολουθήσει τις επιταγές της Ιστορίας, να καταδικαστεί από τον άκριτο όχλο και να μην αποφύγει το Σταυρό του μαρτυρίου.

Με αυτόν τον τρόπο, αποδέχθηκε την πρόκληση να βιώσει τη κορύφωση του ψυχικού και σωματικού πόνου ώστε μέσω αυτής της εμπειρίας να αναδυθούν από τα βάθη του οι εναπομείνασες μικροεστίες του Εγώ του, οι λιγοψυχίες του, οι ταυτίσεις της συνείδησής του με το εγωικό σώμα της ατομοκεντρικής «προσωπικότητας».  Και καθώς αυτά τα στοιχεία βρήκαν πρόσφορο πεδίο και αναδύθηκαν, αντιμετωπίζοντάς τα κατά πρόσωπο τους αντιστάθηκε τα αποδυνάμωσε και τα νίκησε· εξαλείφοντάς τα οριστικά από μέσα του.


Με την εσωτερική του αυτή νίκη, πέθανε οριστικά εκείνο το «σώμα» που ήταν ο φορέας των «αμαρτημάτων», των εγωικών παθών. Θανατώθηκε κάτι που τον περιόριζε σε 'όρια εαυτού', ώστε να μπορέσει να γεννηθεί στη θέση του ένα νέο «σώμα» ικανό και αντάξιο να υπάρχει έξω από αυτά τα περιοριστικά όρια, στην ανοιχτοσύνη του ελεύθερου πνεύματος.


Αυτή είναι η κεντρική έννοια της Ανάστασης. Η νίκη έναντι της μερικότητας τού ‘εγώ’ (το οποίο ακόμα ήταν πριν) και η πλήρης θανάτωσή του. Είναι το οριστικό πέρασμα σε μία εντελώς νέα κατάσταση ύπαρξης, πολύ πέρα από τα όρια τού ‘εγώ’· ευρύτερη και ανώτερη η οποία ενσωματώνει εντός της το όλον, αλλά καί ενσωματώνεται η ίδια μέσα στο ‘όλον’.



_


-- Ο Γολγοθάς ως συνειδητή επιλογή

Ο  Ιησούς, λοιπόν, τον Γολγοθά του τον επέλεξε συνειδητά. Τον επέλεξε ως μέσον και καταλύτη για να αναγεννηθεί. Τον επέλεξε διότι κατείχε τη γνώση του μεγάλου νοήματος: Ότι η αλλαγή, η εσωτερική πρόοδος, επιτυγχάνεται μόνο μέσω σκληρών δοκιμασιών έναντι του εαυτού σου και των στοιχείων του που θέλεις να νικήσεις και να τα αφήσεις πιο ελεύθερος πίσω σου. Δοκιμασίες, που τις αποδέχεσαι συνειδητά



Η Ελληνική κοινωνία, ακόμα δεν είναι σε θέση να συντονιστεί σε αυτό το πνεύμα. Ονειρεύεται την Ανάσταση, ως επαναφορά της στο προηγούμενο σημείο· ως ένα «δώρο» που θεωρεί πως όλως το δικαιούται· ως μία δεύτερη ευκαιρία να ξαναβρεθεί εκεί που ήταν προηγουμένως· δηλαδή, εκεί πριν την καταδίκη στον μαρτυρικό της Γολγοθά.

Διότι, ακριβώς, τον Γολγοθά δεν μπορεί να τον δει δημιουργικά, ως 'ευκαιρία'· τον βλέπει μόνο ως 'άδικη καταδίκη'.


Αντί να θέτει ως οραματισμό το ‘εμπρός', το ‘θα γίνω, θα εξελιχθώ’, ονειρεύεται ως Ανάστασή της το ‘πιο πίσω', το 'ήδη ξεπερασμένο’, το ‘θα οπισθοδρομήσω'!


Αυτή όμως η στάση έναντι στον εαυτό της και έναντι στα πράγματα, δεν είναι τίποτα άλλο παρά στείρα άρνηση για αλλαγή και εξελικτική πρόοδο· άρνηση για εσωτερική κριτική, καθώς και για αποδοχή της αναγκαιότητας για αυτοκάθαρση μέσω επίπονης εσωτερικής δουλειάς.

Είναι η άρνηση να αποχωριστεί όλες τις εγωικού τύπου παθογένειες, να τις θυσιάσει προς χάριν την ανάδυσης ενός ολοκληρωτικά νέου «αναστημένου» σώματος με το οποίο θα ελευθερωθεί το πεδίο δράσης της έξω από τα πεπερασμένα και χρεοκοπημένα όρια του προηγούμενου ανεπαρκούς της «σώματος».


Όταν όμως είσαι ταυτισμένος με τόση προσκόλληση στον παλιό σου εαυτό, μη προσμένεις καμία Ανάσταση. Η Ανάσταση επιτυγχάνεται μόνο μέσω του θανάτου των αιτιών που σε σκότωσαν. Δεν γίνεται να αναστηθείς σε ένα ανώτερο ελεύθερο επίπεδο ζωής κουβαλώντας μαζί όλο εκείνο το παλιό και ασήκωτο εσώτερο βάρος που εξ αρχής σε καθήλωσε.

Η Ανάσταση στο φυσικό επίπεδο, δηλαδή στον εξωτερικό κόσμο της ζωής μας -είτε ως άτομα είτε ως κοινωνίες-, επιτυγχάνεται μονάχα ως επακόλουθο της Ανάστασης σε εσωτερικό, πνευματικό,  επίπεδο. Εάν δεν αλλάξεις πρώτα μέσα σου, δεν πρόκειται ποτέ να επιτύχεις την απαλλαγή των βασάνων σου, μιας και είναι αυτές οι εσωτερικές σου παθογένειες που τα προκαλούν, τα αναπαράγουν, τα ανατροφοδοτούν.
Για ποια Ανάσταση της Ελλάδος λοιπόν ευαγγελιζόμαστε;


_  _  _  _  _


-- Το κλειδί  


Για όσο οι νυν στείρες αντιλήψεις και στάσεις ζωής θα παραμένουν κυρίαρχες, αυτή η Ανάσταση δεν πρόκειται να συντελεστεί ποτέ. Γολγοθάδες, πολλοί· μα όλοι άγονοι· Καρφωμένοι μαρτυρικά στο "σταυρό" μας, συχνά· μα Ανάσταση καμία.


Διότι, πρώτα απ’ όλα, είμαστε εμείς οι ίδιοι αυτοί που αρνούμαστε να την προκαλέσουμε.

Θα παραμένουμε εκείνα τα ασήμαντα σημερινά ανθρωπάκια που το μόνο που ξέρουν να κάνουν είναι να παρακαλάνε, να κλαίγονται, να οδύρονται. Που, εξοργισμένα και παραπονεμένα, θα αξιώνουν την πανηγυρική δικαίωσή τους να τους χαριστεί από μέρους της συμπαντικής δικαιοσύνης, αδυνατώντας να αντιληφθούν αυτό που είναι τόσο άμεσα μπροστά τους:


Ότι εναπόκειται στη δική μας βούληση. Ότι είναι μονάχα στο δικό μας χέρι να ξεκλειδώσουμε και να αλλάξουμε τη μοίρα μας.

Όχι όμως από κάποιον εύκολο, έτοιμο στρωμένο δρόμο· αλλά από τον μελετημένα δύσκολο, τον απαιτητικό, τον δύσβατο.


Αλλά παρότι το κλειδί που θα την ξεκλειδώσει είναι άμεσα προσιτό, μόλις σε απόσταση του απλώματος ενός χεριού, οι άνθρωποι τα περιμένουν όλα από τη μοίρα.


Να είναι εκείνη που θα έρθει να τους αναστήσει· να τους ζητήσει μάλιστα και συγγνώμη για την αργοπορία…
Περισσότερα:
Εγγραφή στο newsletter του PoliticalDoubts.

YOUR OPINION

Το ΚΑΣ αποφάσισε να μην διατεθεί το μνημείο του Παρθενώνα για εκδήλωση οίκου μόδας:

Συμφωνώ. Η προστασία των μνημείων θα πρέπει να είναι απόλυτη
70.2%
Μάλλον διαφωνώ. Θα μπορούσαν να τεθούν αυστηρότεροι όροι.
8.7%
Διαφωνώ με την απόφαση. Δεν μπορεί να χάνονται ευκαιρίες προβολής της χώρας
14.9%
Συμφωνώ να μην διατεθεί ο Παρθενώνας. Δεν θα είχα αντίρρηση αν επρόκειτο για άλλον αρχαιολογικό χώρο
6.1%
Η ψηφοφορία για αυτό το δημοψήφισμα έχει λήξει

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση