Πολιτική 24/08/2017

Πολιτιστικός Μαρξισμός, αυτή η μάστιγα

Ο Τσαρλς Ντίκενς  είχε πεί ότι ο μεγαλύτερος εχθρός μας είναι ο ίδιος μας ο εαυτός και σπάνια αυτή η φράση είχε τόσες πολλές ιστορικές εφαρμογές σε κάποιο αντικείμενο πέραν της Δύσης και των αξιών που αυτή πρεσβεύει. 

Αθανάσιος Χατζηϊωάννου

Παρόλο που οι σύγχρονες απειλές που έχει να αντιμετωπίσει η Δύση είναι ιδιαίτερα ορατές και σίγουρα φαινόμενα σαν το ISIS ή την ολοένα και πιο αυξανόμενη ορμή των εθνικιστικών κινημάτων στην Ευρωπαϊκή και Αμερικανική ήπειρο έχουν αναλυθεί πλουσιοπάροχα, σχεδόν πάντοτε παραλείπεται η μνεία σε μια συγκεκριμένη κοινωνική τάση που έχει διαποτίσει και εν μέρει, κυριαρχήσει τις δημοκρατικές κοινωνίες , υπερβαίνοντας νόρμες και ιδεολογίες, τον Πολιτιστικό Μαρξισμό και τον μεταμοντερνισμό που αναπόφευκτα επιβάλει. Η τάση αυτή είναι πλέον ένας διακριτικός αλλά καταλυτικός παράγοντας διαμόρφωσης πολιτικών και κοινωνικών επιλογών από Ευρωπαίους και Αμερικανούς αλλά η προέλευση του χρονολογείται από την περίοδο του Μεσοπολέμου.

Ο Πολιτιστικός Μαρξισμός μπορεί να συνοψιστεί ως ένας ευρύς όρος, ο οποίος αναφέρεται στην υπεράσπιση και εφαρμογή της Κριτικής Θεωρίας και γενικότερα στην πολιτιστική, πολιτική και ακαδημαϊκή επιρροή συγκεκριμένων στοιχείων εντός της σύγχρονης Αριστεράς και κεντρώου Φιλελευθερισμού (αν και η εμφάνιση του ακόμη και στην συντηρητική σκέψη δεν είναι σπάνια). Οι ρίζες του συναντώνται στην επονομαζόμενη «Σχολή της Φρανκφούρτης», έναν όρο που άτυπα χρησιμοποιείται για να περιγράψει τους διανοητές που συνδέονται με το Ινστιτούτο Κοινωνικών Μελετών του Πανεπιστημίου του Γκαίτε στην Φρανκφούρτη κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου. Μέγιστοι επικριτές του Καπιταλισμού και του Σοβιετικού Σοσιαλισμού, επιχείρησαν να επιλύσουν τα αντιληπτά από τους ίδιους ως λάθη της κλασσικής Μαρξιστικής θεωρίας, σε μια προσπάθεια αναζήτησης της κοινωνικής αλλαγής, ένα έργο που ονομάστηκε η Κριτική Θεωρία. Αν και η Κριτική Θεωρία είναι δύσκολο να οριστεί απλά, καθώς περιλαμβάνει μια απίστευτη γκάμα από διαφορετικές ομάδες από ιδέες, άτομα και προσεγγίσεις , το βασικό και πιο αδιάσπαστο στοιχείο της Κριτικής Θεωρίας, κοινό σε κάθε έκδοση της είναι η δημιουργία διεπιστημονικών θεωριών, οι οποίες θα μπορέσουν να λειτουργήσουν ως βάσεις για κοινωνικές αλλαγές. Κατά την δεκαετία του 1960, η Κριτική Θεωρία απέκτησε θερμούς υποστηρικτές σε ορισμένες πτέρυγες της Αριστερής και Κεντροαριστερής σκέψης στην Ευρώπη και την Αμερική, ενώ σήμερα η επιρροή της είναι απροκάλυπτη στην Δυτικές πανεπιστημιακές κοινότητες, κυριαρχώντας στις κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες, με το πιο τρανταχτό παράδειγμα να εντοπίζεται στις σπουδές φύλου(gender studies).

Ένας από τους σημαντικότερους διανοητές της Κριτικής Θεωρίας και αρχικό μέλος της Σχολής της Φρανκφούρτης ήταν ο Herbert Marcuse. Μια απλή ανάγνωση οποιουδήποτε δοκιμίου του θα φέρει στον αναγνώστη την εικόνα της σύγχρονης κουλτούρας μισαλλοδοξίας στα μεγάλα ελληνικά πανεπιστήμια, χωρίς φυσικά να υπονοώ ότι αγγίζει έστω και στο ελάχιστο των Αμερικανικών και Δυτικοευρωπαϊκών ομόλογων μας. Παραθέτω το ακόλουθο του απόσπασμα από το δοκίμιο «Καταπιεστική Ανοχή» που γράφτηκε το 1965 : «Οι μικρές και αδύναμες μειονότητες, οι οποίες παλεύουν ενάντια στην λανθάνουσα συνείδηση και τους ευεργετούμενους της πρέπει να βοηθηθούν. Η συνεχιζόμενη ύπαρξη τους είναι σημαντικότερη από την διατήρηση καταχρηστικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, οι οποίες προσδίδουν συνταγματικές ελευθερίες στους καταπιεστές αυτών των μειονοτήτων». Κινήματα όπως ο Νέο-Προοδευτισμός και ο Φεμινισμός του Τρίτου Κύματος είναι εμπνευσμένα η ακολουθούν στενά την Κριτική Θεωρία, η οποία ακολούθως πρεσβεύει ότι είτε είναι το φύλο, ο σεξουαλικός προσανατολισμός, η οικογένεια, η φυλή, ο πολιτισμός ή η θρησκεία, κάθε διάσταση της ταυτότητας ενός ατόμου οφείλει να αμφισβητηθεί , με κάθε πρότυπο ή νόρμα στην κοινωνία να οφείλει να τροποποιηθεί ώστε να επωφελούνται οι ,αντιληπτές ως καταπιεζόμενες, μειονότητες.

Πέρα βέβαια από το όνομα, λίγες ομοιότητες έχει ο Κλασσικός Μαρξισμός με τον Πολιτιστικό. Η ταξική πάλη μεταξύ της ευκατάστατης μπουρζουαζίας και του προλεταριάτου αντικαθίσταται από μια πάλη μεταξύ προνομιούχων και μη προνομιούχων, όπου ως κάτοχος προνομίων ορίζεται η πλειοψηφία με ότι αυτή πρεσβεύει ως ομάδα(στην θέση της μπουρζουαζίας) και ως καταπιεσμένοι και μη προνομιούχοι, οι μειονότητες που ζούνε ανάμεσα τους. Από την στιγμή που οι Ετεροφυλικοί γίνονται αντιληπτοί ως οι καταπιεστές, η λύση είναι η ενθάρρυνση άλλων μορφών σεξουαλικότητας, αν είναι οι Λευκοί , η λύση είναι η προώθηση της φυλετικής ποικιλομορφίας ενώ στην περίπτωση των Χριστιανών, η λύση βρίσκεται στην εξάπλωση του Ισλάμ.

Ένας άλλος διανοητής της Σχολής της Φρανκφούρτης, ο Theodor Adorno, έγραψε επίσης ένα βιβλίο που καθορίζει τον Πολιτιστικό Μαρξισμό με μεγαλύτερη ευκρίνεια, το «Η Αυταρχική Προσωπικότητα». Σε αυτό το έργο του, ο Adorno αποσαφηνίζει την γονεϊκή ιδιότητα, τον Χριστιανισμό, την περηφάνια ως προς την οικογένεια κάποιου, την αγάπη του ατόμου για την πατρίδα του και την προτίμηση του στους παραδοσιακούς ρόλους των φύλων και την παραδοσιακή αντιμετώπιση όσον αφορά το σεξ ως παθολογικά φαινόμενα. Αυτή η τάση παθολογικοποίησης απόψεων και μοτίβων, οι οποίες δεν είναι σύμφωνες με τους πολιτικούς του στόχους είναι η βάση της έκφρασης του Πολιτιστικού Μαρξισμού στην κοινωνία, με τις διαφορετικές θέσεις να περιγράφονται ως άλογες φοβίες. Για παράδειγμα, ένα άτομο που νιώθει άβολα να ζήσει ως μειονότητα σε μια περιοχή κυριαρχούμενη από Μουσουλμάνους μετανάστες μπορεί να επικριθεί ως «Ισλαμοφοβικός», καθώς η θέληση να ζήσεις σε κοινότητες πολιτισμικά και εθνοτικά όμοιες με εσένα θεωρείται «άρρωστο» και «φοβικό». Όταν ωστόσο Μουσουλμάνοι και άλλες μειονότητες εκδηλώνουν ξεκάθαρες προτιμήσεις να ζούνε σε κλειστές κοινότητες-γκέτο, δημιουργώντας θύλακες στους οποίους μόνο οι ίδιοι έχουν πρόσβαση και ελέγχουν, δημιουργώντας άβατα τα οποία πάντα αποτελούν εστίες παρανομίας όπως η Πλατεία Θεάτρου και η Ομόνοια στην Αθήνα και ανάλογες περιοχές στην Χάγη, Αμβέρσα, Στοκχόλμη, Μάλμε και Ρόδερχαμ δεν υπάρχουν φοβίες ή αρρώστια, μόνο «πολυπολιτισμικότητα».

Η τελευταίο έκφραση της Κριτικής Θεωρίας διακρίνεται στο διάσπαρτο φαινόμενο της «Πολιτικής Ορθότητας», μέσω της οποίας τα Δυτικά Μέσα Ενημέρωσης και η πλειοψηφία των κοινωνικών επιστημόνων, επιχειρούν να εμφυσήσουν στο κοινό αναγκαστικές πρακτικές και τάσεις όπως η αμφισβήτηση της συμβατικής γλώσσας και η διατήρηση μιας αδιάλλακτα ευνοϊκής αντίληψης για τους «καταπιεζόμενους» . Συγκεκριμένα, όροι όπως παράνομοι μετανάστες αναφέρονται ως απλά «αδήλωτοι» μετανάστες και οι εθνικές διακρίσεις εις βάρος των «καταπιεστών» μετατρέπονται σε «θετικές», συνάδοντας με αυτόν τρόπο με την φιλοδοξία τους να προσδιορίσουν ή να επαναπροσδιορίσουν λέξεις ώστε να επιβάλλεται ένας συνεχής έλεγχος στην ομιλία και στον τρόπο που οριοθετούνται οι κοινωνικές νόρμες. Το πλέον επιφανέστερο δείγμα αυτής της προσπάθειας στρέβλωσης της γλώσσας είναι η στηλίτευση των όρων ρατσισμός και σεξισμός, όπου με την αποσαφήνιση τους ως προϊόν προκαταλήψεων αλλά και ισχύος, ο λευκός ή γενικότερα το πλειοψηφών σύνολο κατηγοριοποιείται ως ο μοναδικός δρών, ικανός για την διάδοση μίσους και επιβολή αυταρχικών αντιλήψεων ή ο άνδρας ως ο μοναδικός υποψήφιος για την επίδειξη σεξισμού απορρίπτοντας την αναφορά σε οποιοδήποτε σεξισμό εκ μέρους του γυναικείου φύλου προς το ανδρικό ως άλλη μια φαλλοκρατική παθογένεια. Με αυτόν τον τρόπο, ένα υπαρκτό και πιεστικό πρόβλημα αποκρύπτεται και γελοιοποιείται, χωρίς φυσικά να υποτιμώ το γεγονός ότι τα περισσότερα περιστατικά σεξισμού βρίσκουν την γυναίκα στην θέση του θύματος. Όσον αφορά τον τρόπο που επιχειρούν να παρουσιαστούν οι «καταπιεζόμενοι» στην Ελλάδα, τα επιφανέστερα δείγματα μπορούν να εντοπιστούν στην εξόφθαλμη προβολή της κατά τα άλλα πιθανής και φιλήσυχης δυνατότητας αφομοίωσης μειονοτήτων όπως οι Ρομά και οι μετανάστες προερχόμενοι από την Μέση Ανατολή, καθώς και στον εξωραϊσμό συμπεριφορών του αναρχικού χώρου, του οποίου η βία φαίνεται να έχει ένα ηθικό πρόσημο σε αντίθεση με τις «απάνθρωπες» συμπεριφορές των υπολοίπων. Καμία παράκληση από την επίσημη ρητορική δεν θα εξεταστεί, ενώ η κριτική γελοιοποιείται ως « παθολογική φοβία».

Ο Κομμουνισμός, όπως ο Μαρξ τον οραματιζόταν είχε ως τελικό στόχο την επίλυση της ταξικής πάλης και την επιβολή μιας σοσιαλιστικής ουτοπίας. Το μόνο που προσφέρει ο Πολιτιστικός Μαρξισμός είναι μια απελπισμένη μορφή αιώνιας πάλης μεταξύ ολοένα και πιο στενά καθορισμένων ομάδων από «καταπιεσμένες» και «αδικημένες» μειοψηφίες.

Εγγραφή στο newsletter του PoliticalDoubts.

YOUR OPINION

Το ΚΑΣ αποφάσισε να μην διατεθεί το μνημείο του Παρθενώνα για εκδήλωση οίκου μόδας:

Συμφωνώ. Η προστασία των μνημείων θα πρέπει να είναι απόλυτη
70.2%
Μάλλον διαφωνώ. Θα μπορούσαν να τεθούν αυστηρότεροι όροι.
8.7%
Διαφωνώ με την απόφαση. Δεν μπορεί να χάνονται ευκαιρίες προβολής της χώρας
14.9%
Συμφωνώ να μην διατεθεί ο Παρθενώνας. Δεν θα είχα αντίρρηση αν επρόκειτο για άλλον αρχαιολογικό χώρο
6.1%
Η ψηφοφορία για αυτό το δημοψήφισμα έχει λήξει

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση