Πολιτική 07/11/2016

Θεσμική νοσηρότητα

Όλα αυτά τα ανατριχιαστικά παιχνίδια με τη Δικαιοσύνη και τους θεσμούς, πρέπει να διεγείρουν τα δημοκρατικά αντανακλαστικά κάθε εχέφρονα και ευυπόληπτου πολίτη.

Η έκδοση της πολυπροσυζητημένης και πολυαναμενόμενης απόφασης του ΣτΕ αφορώσα τις τηλεοπτικές άδειες και η επακόλουθη χυδαία και κυνική αντίδραση της κυβέρνησης που καταφέρθηκε με μύδρους κατά της Δικαιοσύνης, καταδεικνύει ανάγλυφα την αντίληψη της κυβερνώσας πλειοψηφίας για την λειτουργία της Δικαιοσύνης και του κράτους δικαίου.

Το αυταρχικό πρόσωπο της κυβέρνησης και όλες οι ενέργειες της που εξέπεμπαν αντισυνταγματικές και ολιστικές ιαχές αποκαλύφθηκαν και συμπυκνώθηκαν στο θεσμικό παραλήρημα που συνόδευσε την έκδοση της απόφαση του ΣτΕ. Σύσσωμος ο εσμός των αδίστακτων καθεστωτικών κυβερνώντων επιδόθηκε σε μια ακατάβλητη προσπάθεια απονομιμοποίησης της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αμφισβήτησης της δικανικής κρίσης και συνείδησης των συμβούλων του ΣτΕ και τελικώς απαξίωσης του θεσμικού ρόλου και του καθήκοντος του ΣτΕ.

Κινήσεις αυταρχικώς προκληκτικές, θεσμικά απαράδεκτες και επικίνδυνα σπασμωδικές. Κινήσεις που αποτελούν αναγγελία αβυσσαλέας πόλωσης με τη Δικαιοσύνη και τους θεσμούς. Αυτό άλλωστε απέδειξαν και οι τελευταίες δηλώσεις του κ. Παππά περί διατήρησης της βασικής δομής του Ν.4339 και η εν γένει πρόθεση της κυβέρνησης να εισάγει προς ψήφιση σχέδιο- νόμου πριν την δημοσίευση της απόφασης του ΣτΕ.

Σε αυτό το πλαίσιο έκρινα επιβεβλημένο από την επικινδυνότητα και την ανασφάλεια που προκαλούν οι υφιστάμενες περιστάσεις να προσεγγίσω με την ιδιότητα του νέου επιστήμονα (αλλά και ως μελλοντικός κοινωνός του Δικαίου ), τις άμεσες συνέπειες που επίκεινται με την καθαρογραφή της απόφασης του ΣτΕ και τις ενδεχόμενες βλαπτικές/δυσμενείς επιπτώσεις που θα επέλθουν σε ενδεχόμενη νομοθετική πρόβλεψη της κυβέρνησης που παραβλέπει σκοπίμως την απόφαση του ΣτΕ .

Η ασκηθείσα κριτική στις δικαστικές αποφάσεις

Με την εύσχημη πρόφαση ότι η συγκεκριμένη απόφαση ερχόταν σε ευθεία αντίθεση με το κοινωνικό αίσθημα, η κυβέρνηση επιδόθηκε σε μια πρωτοφανή και ανοίκεια λοιδορία κατά του ΣτΕ, αμφισβητώντας την ισχύ και το κύρος της απόφασης. Και εδώ τίθεται το καίριο ερώτημα , σχετικά με το πότε η κριτική στις δικαστικές αποφάσεις μπορεί να είναι ανεκτή , αλλά και θεμιτή ;

Η ίδια η Δικαιοσύνη προβλέπει δικούς της μηχανισμούς ελέγχου της εγκυρότητας των αποφάσεων της, έτσι ώστε και οι ίδιοι οι δικαστές να μην δρουν ανελέγκτως αλλά μέσα σε ένα σαφώς ορισμένο πλαίσιο, αλλά κυρίως έτσι ώστε οι δικαστικές αποφάσεις να υπόκεινται και αυτές σε έλεγχο σχετικά με την ορθή ερμηνεία και την εφαρμογή του δικαίου.

Συνεπώς η άσκηση κριτικής στις δικαστικές αποφάσεις που αποτελούν άλλωστε ανθρώπινο δημιούργημα είναι ανεκτές μέχρι εκεί που τέμνεται η νομιμότητα με τη προσβολή. Και αυτό γιατί κάθε κριτική θα πρέπει να ασκείται με στόχο να καταδείξει ενδεχόμενες ατέλειες στην εφαρμογή και την ερμηνεία του νόμου, όχι για να στηλιτεύσει το εάν μια απόφαση επιφέρει ή όχι πολιτικές προεκτάσεις και θεσμικές αναταράξεις. Για το αν οι δικαστές αποφάσισαν για την αντισυνταγματικότητα του νόμου, αυτό δεν εκπορεύεται ούτε από κάποια ιδεολογική κατεύθυνση, ούτε από κάποια προσωπική πεποίθηση. Αυτό οφείλεται προπάντων στο συνταγματικό νομοθέτη (  αλλά και στον κοινό νομοθέτη ) που προέβλεψε μια συνταγματική πρόνοια και κατοχύρωσε μια θεσμική εγγύηση όπως το ΕΣΡ, στην περίπτωση των τηλεοπτικών αδειών. Ο δικαστής ως ερμηνευτής και εφαρμοστής του δικαίου μπορεί να κριθεί μόνο για το εάν εφάρμοσε ορθώς ή όχι το νόμο και το Σύνταγμα.

Συνεπώς η άποψη ότι τα δικαστήρια αποφασίζουν πολιτικά δεν είναι απλά προβληματική αλλά και εξόχως επικίνδυνη, δεδομένου ότι ο έλεγχος συνταγματικότητας των νόμων αποτελεί ύψιστο θεσμικό χρέος των δικαστηρίων σύμφυτο με το ρόλο τους ως θεματοφυλάκων της Δημοκρατίας. Αν θεωρήσουμε ότι τα δικαστήρια δεν έχουν την δικαιοδοσία να επιληφθούν επί ζητημάτων που ενέχουν πολιτικές σκοπιμότητες και προεκτάσεις, τότε εξαιρούμε από τις αρμοδιότητες τους, την κύρια λειτουργία τους . Αντίληψη που αναπόδραστα αντιβαίνει τις αρχές της ίδιας της Δημοκρατίας.

Νομικές συνέπειες της ακυρότητας του Ν.4339

Με την απόφαση του ΣτΕ , ο πυρήνας του νόμου Παππά, δηλαδή αυτός που αφαιρούσε από το ΕΣΡ τη χορήγηση των τηλεοπτικών αδειών και έδινε τη συγκεκριμένη αρμοδιότητα στον Υπουργό Επικρατείας είναι άκυρος . Επομένως άκυρες είναι και οι πέντε υπουργικές αποφάσεις και διοικητικές πράξεις που εξειδίκευαν τη ρύθμιση που κρίθηκε ως αντισυνταγματική . Οι οποίες είναι:

Α. Η επιλογή της κυβέρνησης να μεταβιβάσει τις αρμοδιότητες διεξαγωγής του διαγωνισμού στη ΓΓΕΕ

Β. Η σύσταση και η λειτουργία της επιτροπής του διενέργειας του διαγωνισμού

Γ. Η τιμή εκκίνησης του διαγωνισμού

Δ. Η εξειδίκευση του αριθμού των εργαζομένων και των αρμοδιοτήτων των καναλιών

Ε. Συγκρότηση επιτροπής ενστάσεων

( ‘’ Παρετιθέμενο απόσπασμα από τα σχόλια του Ξ.Κοντιάδη και του Π.Λαζαράτου στην ‘’Καθημερινή” της Κυριακής 29-30 Οκτωβρίου).

Aπό την απόφαση του ΣτΕ και υπό την επιφύλαξη της δημοσίευσης του συνάγεται:

Πρώτον, ότι το ΣτΕ έκρινε ότι ο “άμεσος έλεγχος” του κράτους στη Ραδιοτηλεόραση που το άρθρο 15 παρ. 2 Σ , αναθέτει αποκλειστικά στο ΕΣΡ, περιλαμβάνει προφανώς και την αδειοδοτική του αρμοδιότητα. Υπενθυμίζεται ότι με το πρόσχημα της αδυναμίας συγκρότησης της νέας σύνθεσης του ΕΣΡ και με την επείγουσα ανάγκη ρύθμισης του ραδιοτηλεοπτικού πεδίου , οι αρμοδιότητες του ΕΣΡ που προέβλεπαν την χορήγηση των οικείων αδειών, μεταφέρθηκαν αυθαιρέτως στον Υπ. Επικρατείας και την ΓΓΕΕ. Πάρα αυτά στο ΕΣΡ καταλείπονταν οι αρμοδιότητες της επιβολής διοικητικών κυρώσεων, εξαιρώντας ωστόσο την δικαιοδοσία του ΕΣΡ ως προς την ανάκληση τους. Πράγμα παντελώς παράλογο, καθώς “η ανάκληση προπάντων των αδειών που επιβάλλεται ως κύρωση στους καναλάρχες που συστηματικά παρανομούν αποτελεί την λογική και τη ταυτόχρονα τη κορυφαία εκδήλωση αυτού του ελέγχου” ( Ν.Αλιβιζάτος / Όταν οι δικαστές κάνουν τη δουλειά τους/ “ Καθημερινή”).

Δεύτερον, το ΣτΕ έκρινε ότι ο έλεγχος του ΕΣΡ στους λειτουργούντες ( και δυνητικά αδειοδοτειθέντες σταθμούς) αποτελεί ενιαία και αδιαίρετη αρμοδιότητα , μη επιδεχόμενη τεμαχισμού και συνακόλουθα διαχωρισμού των μέσων άσκησης ελέγχου. Διότι, στην πραγματικότητα η αρμοδιότητα αυτή είναι που προστατεύει το έννομο αγαθό της ενημέρωσης, αποτελώντας την ουσία του σκοπού της ρύθμισης. “ Η αντικειμενική και με ίσους όρους μετάδοση πληροφοριών και ειδήσεων’’ όπως ορίζει το 15.2 του Σ δεν μπορεί να επιτευχθεί όταν μια τόσο κρίσιμη αρμοδιότητα ανατίθεται σε όργανο που δεν είναι ούτε ανεξάρτητο , ούτε αντικειμενικό. Αυτό άλλωστε αντίκεινται στην ίδια τη λειτουργία της δημοκρατίας και της δικαιούμενης ισονομίας των πολιτών.

* Ανατρέχοντας στην αιτιολογική έκθεση του Ν.4339 ( Νόμος Παππά ), μπορούμε να διαγνώσουμε το εξής:

Η αιτιολογική έκθεση προέβλεπε τη διάκριση μεταξύ “αμέσου ελέγχου του κράτους” αφενός και του “ελέγχου και της επιβολής διοικητικών κυρώσεων αφετέρου” εκ μέρους του ΕΣΡ αφ’ετέρου . Δηλαδή , κατά την αιτιολογική έκθεση, ο έλεγχος που ασκεί το ΕΣΡ είναι τμήμα μόνο του “αμέσου ελέγχου του Κράτους” , τα υπόλοιπο του οποίου ασκείται από τον αρμόδιο Υπουργό. Πλην όμως, ο έλεγχος του ΕΣΡ δεν είναι “έλεγχος για την επιβολή διοικητικών κυρώσεων”, αλλά “έλεγχος και επιβολή διοικητικών κυρώσεων” ( Ξενοφών Κοντιάδης / Τηλεόραση υπό κυβερνητικό έλεγχο). Συνεπώς ο “άμεσος έλεγχος του κράτους” και “η επιβολή διοικητικών κυρώσεων” από το ΕΣΡ και μάλιστα κατ’ αποκλειστικότητα είναι το ένα και το αυτό.

Tρίτον, κρίθηκε ότι ο κρατικός έλεγχος δεν μπορεί να αφαιρεθεί από το ΕΣΡ, ούτε πολύ λιγότερο να ανατεθεί στον αρμόδιο Υπουργό ακόμη και όταν για τη μη λειτουργία του οργάνου δεν ευθύνεται η κυβέρνηση αλλά η αντιπολίτευση που δεν συμπράττει  στη συγκρότηση του όπως επιτάσσει το 101 Α του Συντάγματος. Αναφέρεται ότι η περίπτωση αυτή αφαίρεσης του κρατικού ελέγχου από το όργανο στο οποίο συνταγματικώς έχει ανατεθεί αποτελεί κλασική περίπτωση υφαρπαγής της αρμοδιότητας κατά παράβαση του Συντάγματος, διότι οι ανεξάρτητες αρχές είναι όργανα του κράτους άμεσα και διαρκείς. Αυτά και οι αρμοδιότητες τους προβλέπονται από το Σύνταγμα , και συνεπώς δεν μπορεί να υπάρξει κενό στη λειτουργία τους. Όταν ένα όργανο είναι διαρκές για να λήξει η θητεία των μελών του πρέπει να προβλέπεται η έναρξη της θητείας νέων μελών. Δεν μπορεί να υπάρξει κενό στην ανάδειξη νέων μελών. Άλλωστε η κυβέρνηση με το πρόσχημα της μη νόμιμης σύνθεσης του οργάνου, έπαυσε εκβιαστικά τα προυφιστάμενα μέλη, αντί να παρατείνει την θητεία τους, μέχρι την επίτευξη συναίνεσης για τη συγκρότηση της νέας σύνθεσης του ΕΣΡ, προκαλώντας στην ουσία η ίδια ένα ‘’τεχνητό’’ κενό στη λειτουργία του.

Τέταρτον , η απόφαση του ΣτΕ δημιουργεί δεδικασμένο για τις εκκρεμούσες δίκες , αυτές δηλαδή που αφορούν την προκήρυξη του διαγωνισμού και τους όρους διεξαγωγής του. Στην ίδια νομική βάση θα πατήσουν φυσικά και οι  (ενδεχόμενες) ασκηθείσες αγωγές που θα αξιώνουν την ανόρθωση της οικονομικής βλάβης που υπέστησαν τόσο οι ζημιωθέντες υπερθεματιστές , όσο και οι αποκλεισθέντες από το 1ο στάδιο της διαγωνιστικής διαδικασίας. Αυτό μπορεί να γίνει είτε με την επίκληση των διατάξεων περί αδικαιολογήτως/ αχρεωστήτως καταβληθέντων, είτε να ψηφιστεί με απλό νόμο από την Βουλή. Δηλαδή σε κάθε περίπτωση το Δημόσιο, θα είναι υποχρεωμένο προς καταβολή αποζημίωσης και σε όσους πήραν άδεια ( για παράδειγμα ο κ.Μαρινάκης μπορεί να διεκδικήσει και το διαφυγόν κέρδος που προκάλεσε η ακύρωση του διαγωνισμού και άρα η ακύρωση της άδειας του), αλλά ακόμα και σε όσους δεν πήραν με το αιτιολογικό ότι υπέστησαν μέγιστη οικονομική βλάβη λόγω του διαγωνισμού. Ακόμα και η εγγυητική Καλογρίτσα που κατέπεσε υπέρ του Δημοσίου πρέπει να επιστραφεί, αφού το σύνολο των παραγόμενων από το διαγωνισμό συνεπειών θεωρείται ως μη γενόμενο.

Πέμπτον, για να συμμορφωθεί προς την απόφαση του ΣτΕ η κυβέρνηση οφείλει να επαναφέρει το ταχύτερο την αδειοδοτική αρμοδιότητα στο ΕΣΡ. Και αυτό προϋποθέτει ότι θα ακυρωθεί στο σύνολο του ο νόμος 4339 και θα ψηφιστεί νέος που θα αποκαθιστά πλήρως την θεσμική τάξη.

Η επικείμενη νομοθετική ρύθμιση της κυβέρνησης:

Αν η κυβέρνηση σκοπεί στην πλήρη εναρμόνιση της με τις συνταγματικές και τις δικαστηριακές επιταγές οφείλει να αναμένει την δημοσίευση της απόφασης του ΣτΕ πριν προχωρήσει σε νέα νομοθετική ρύθμιση. Οφείλει πρωτίστως να αδρανήσει και να παραλείψει να προβεί στην θέσπιση προσωρινού καθεστώτος χορήγησης αδειών, το οποίο και θα παρακάμπτει συγκεκαλυμμένως την απόφαση του ΣτΕ, παραβιάζοντας την προβλεπόμενη από το Σύνταγμα ( Α 95 ) υποχρέωση συμμόρφωσης.

Σε συνδυασμό με τις δηλώσεις Παππά ότι : « το φρένο του ΣτΕ είναι πρόσκαιρο και το ΕΣΡ θα εφαρμόσει κανονικά το Ν.4339» , τα νομοθετικά αυτά τεχνάσματα συνιστούν θεσμικό θράσος και προσβολή του ΣτΕ καθώς η κυβέρνηση προσπαθεί με μια ρύθμιση που παραβλέπει τόσο τη Συνταγματική διάταξη, όσο και αμετάκλητη δικαστική απόφαση να προκαταλάβει τα πράγματα, δημιουργώντας de facto καταστάσεις, ενώ επίκειται η δημοσίευση της απόφασης.

Γενικώς,  η πρόθεση της κυβέρνησης να θεσπίσει ένα προσωρινό καθεστώς χορήγησης αδειών με τη μορφή της παροχής προσωρινής βεβαίωσης για τη λειτουργία των σταθμών, δεν θα προσκρούσει μόνο στη συνταγματική πρόβλεψη για συμμόρφωση της Διοικήσεως στις δικαστικές αποφάσεις ( Α 95 Σ) , αλλά και στην ίδια την απόφαση του ΣτΕ. Και αυτό γιατί το ΣτΕ έκρινε ομόφωνα ότι αποκλειστικά αρμόδιο για τη χορήγηση τηλεοπτικών αδειών είναι το ΕΣΡ. Η απόφαση αυτή είναι αμετάκλητη και επιβάλλει την υποχρέωση συμμόρφωσης. Κάθε αντικείμενη σε αυτή πράξη της κυβέρνησης (με την επιφύλαξη της δημοσίευσης της απόφασης) είναι παράνομη και “γεννά ευθύνη για κάθε αρμόδιο όργανο”.

Ειδικώς, κάθε νομοθετικό εγχείρημα που θα προβλέπει ως βασικό άξονα την χορήγηση των αδειών από τον Υπουργό και όχι από το αποκλειστικώς αρμόδιο EΣΡ , ακόμα και αν αυτό λαμβάνει το χαρακτήρα της προσωρινότητας θα πρέπει να θεωρείται προδήλως αντισυνταγματικό και κατάφωρα ατελές.

Στην προκειμένη περίπτωση, η νομοθετική πρωτοβουλία βρίθει από ασάφειες και παραλείψεις που εδράζονται σε δύο βασικά σημεία του νομοσχέδιου:

Πρώτον, οι υπερψηφισθείσες στην συνεδρίαση της Πέμπτης (Διάσκεψη των Προέδρων) τροπολογίες που θα ενσωματωθούν στην τελική ρύθμιση προέβλεπαν την αναστολή του επίμαχου άρθρου (2α) του Ν.4339 και όχι την πλήρη κατάργηση του αντισυνταγματικώς κριθέντος νομοσχέδιου. Μπορεί συνήθως το νομικά ακριβές να μην λογίζεται και ως πολιτικά ανεκτό ή θεμιτό, αλλά στην προκειμένη περίπτωση η νομική ακριβολογία καθορίζει και τις επερχόμενες νομικής συνέπειες της ρύθμισης.

Ο όρος «αναστολή» η χρονική διάρκεια του οποίου δεν προσδιορίζεται με σαφήνεια και ευκρίνεια , δίνει το περιθώριο στη κυβέρνηση να προτάξει νομικώς αστήρικτα επιχειρήματα σε μια προσπάθεια αποφυγής της καταβολής αποζημιώσεων στους ζημιωθέντες και επιπλέον αποτελεί μια λανθάνουσα αρνησικυρία κατά της απόφασης του ΣτΕ. Και αυτό γιατί το ΣτΕ έκρινε τον διαγωνισμό απόλυτα άκυρο, χωρίς να αφήσει κανένα περιθώριο θεραπείας της αντισυνταγματικότητας του. Η νομοθετική λοιπόν ρύθμιση θα πρέπει να προβλέπει την ολική ακύρωση του προϊσχύοντος διαγωνισμού και την ταχύτερη επαναφορά των αρμοδιοτήτων στο ΕΣΡ.

Δεύτερον, στη Διάσκεψη των Προέδρων για τη συγκρότηση του ΕΣΡ, ο κ.Παππάς δεσμεύτηκε ότι το ΕΣΡ θα παρέχει υποχρεωτικώς σύμφωνη γνώμη και για το τίμημα που θα καταβάλουν οι σταθμοί και για τον αριθμό των αδειών.

Αυτό φυσικά αντιφάσκει με την απόφαση του ΣτΕ. Το ΣτΕ όπως προαναφέρθηκε έκρινε ότι αποκλειστικά αρμόδιο για την διενέργεια και τη χορήγηση των αδειών είναι το ΕΣΡ. Αυτή του αρμοδιότητα υπάγεται στον ‘’άμεσο έλεγχο του κράτους και στην επιβολή διοικητικών κυρώσεων” που επιτυγχάνεται μέσω του ΕΣΡ. Η ενότητα και η συνέχεια δηλαδή αυτή της αρμοδιότητας είναι αδιάσπαστη, με την έννοια ότι το ΕΣΡ αποφασίζει ( λαμβάνοντας υπόψη και τα διδάγματα άλλων επιστημών) και για τον καθορισμό των αδειών και για το απαιτούμενο ποσό ( δεν δύναται με κυβερνητική πράξη να οριστεί πλαφόν στο οριζόμενο ποσό). Σε αυτή την αρμοδιότητα δεν μπορεί να συμπράξει άλλο διοικητικό όργανο, αφού η αρμοδιότητα ανήκει αποκλειστικά στο ΕΣΡ.

Παρόλα αυτά ο κ.Παππάς θεωρεί ότι η κυβέρνηση μπορεί να εκβιάζει το ΕΣΡ, επιβάλλοντας του την υποχρεωτική παροχή σύμφωνης γνώμης ( η οποία παράγει νομική δεσμευτικότητα είτε αν είναι θετική , είτε αρνητική).

Ανατρέχοντας όμως κανείς στα νομοθετήματα που διέπουν την λειτουργία του ΕΣΡ, και καθορίζουν τις αρμοδιότητες του αδυνατεί να βρει διάταξη που να προβλέπει γνωμοδοτική αρμοδιότητα του ΕΣΡ προς τη Διοίκηση.

Συγκεκριμένα, το ειδικότερο νομοθετικό πλαίσιο που αναφέρεται αμέσως η εμμέσως στη λειτουργία και στις αρμοδιότητες του ΕΣΡ βρίσκεται καταρχήν στον εκτελεστικό του Συντάγματος Ν.3051/2002 , στο Ν.2863/2000 και στους νόμους που διέπουν τη λειτουργία της δημόσιας και της ιδιωτικής ραδιοφωνίας και τηλεόρασης ( N 4173/2013, 3952/2007, 2328/1995 , 2644/1998 και 3310/2005, καθώς και ΠΔ 109/2000, 77/2003 και 310/1996) και κανονισμούς ΕΣΡ 2/1991.

Υπό τους ορισμούς των ανωτέρω διατάξεων, το ΕΣΡ ασκεί τις εξής αρμοδιότητες:

  1. Ελέγχει το περιεχόμενο των ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών εκπομπών προκειμένου α) να τηρούνται οι προβλεπόμενοι στο Σύνταγμα σκοποί της αντικειμενικής και με ίσους όρους μετάδοσης πληροφοριών και ειδήσεων καθώς και προϊόντων του λόγου και της τέχνης και β) να εξασφαλίζει την ποιοτική στάθμη των προγραμμάτων, που επιβάλλει η κοινωνική αποστολή της ραδιοφωνίας και της τηλεόρασης και η πολιτιστική ανάπτυξη της χώρας, τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και την προστασία της παιδικής ηλικίας και της νεότητας.
  2. Καταρτίζει Κώδικες Δεοντολογίας Ειδησεογραφικών Εκπομπών, Διαφημίσεων και Ψυχαγωγικών Προγραμμάτων, που κυρώνονται με Προεδρικό Διάταγμα.
  3. Εκδίδει τις προβλεπόμενες στο νόμο προκηρύξεις και χορηγεί, ανανεώνει και ανακαλεί τις άδειες λειτουργίας των επίγειων ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών καθώς και τις κάθε είδους άδειες και εγκρίσεις που προβλέπονται στην ισχύουσα ραδιοτηλεοπτική νομοθεσία.
  4. Απευθύνει προς δημόσιους ή ιδιωτικούς φορείς, οδηγίες, συστάσεις ή ερωτήματα, γνωμοδοτεί σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων των οικείων νόμων και κανονιστικών πράξεων.
  5. Τηρεί Μητρώο Επιχειρήσεων Μ.Μ.Ε. όπου καταχωρίζονται σε ειδικές μερίδες στοιχεία αναφορικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς των εταιρειών μέσων μαζικής ενημέρωσης καθώς και των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον ευρύτερο χώρο των Μ.Μ.Ε.
  6. Ελέγχει την τήρηση των διατάξεων που αφορούν στους ιδιοκτησιακούς περιορισμούς ως προς την κατοχή επιχειρήσεων ραδιοφωνικών ή τηλεοπτικών σταθμών και δημοσιεύει στοιχεία αναφορικά με την ιδιοκτησιακή κατάσταση των ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών.
  7. Διατυπώνει τη γνώμη του προς τον Υπουργό Εσωτερικών ως προς τα πρόσωπα που διορίζονται ως μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Ε.Ρ.Τ. Α.Ε.
  8. Ελέγχει εν γένει την τήρηση των διατάξεων που διέπουν τη λειτουργία των δημόσιων και των ιδιωτικών ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών επιχειρήσεων και επιβάλλει τις προβλεπόμενες διοικητικές κυρώσεις.

Δηλαδή αμιγώς γνωμοδοτική αρμοδιότητα προβλέπεται μόνο όταν το ΕΣΡ προβαίνει σε συστάσεις και παροχή οδηγιών προς τους δημόσιους ή ιδιωτικούς φορείς ενημέρωσης.

Ο κ.Παππάς ήθελε να πει πως η αιτιολογημένη γνώμη του ΕΣΡ, μετατρέπεται υποχρεωτικά σε σύμφωνη. Αλλά και αυτή η περίπτωση πάσχει αφού το ΕΣΡ όσον αφορά τη χορήγηση των αδειών είναι αποφασίζον και όχι γνωμοδοτικό όργανο . Θα πρέπει λοιπόν να εξειδικεύσει τη πρόβλεψη για τη σύμφωνη γνώμη του ΕΣΡ. Δηλαδή εγκρίνει ή απορρίπτει τις προβλεπόμενες στο νόμο προκηρύξεις και άρα εδώ ενυπάρχει το στοιχείο της σύμφωνης γνώμης, η απλά ο κ.Παππάς επιθυμεί με νομοτεχνικές φανφάρες να δημιουργήσει ένα χειραγωγούμενο ΕΣΡ;

( Σπηλιωτόπουλος / Δημόσιο Δίκαιο

Η αρμοδιότητα διακρίνεται σε :

  1. Αποφασιστική, όταν παρέχει στο διοικητικό όργανο τη δυνατότητα ή του επιβάλει το καθήκον να εκδώσει διοικητική πράξη μόνο του ή με τη σύμπραξη άλλων διοικητικών οργάνων
  2. Γνωμοδοτική, που συνίσταται στη διατύπωση γνώμης προς το αποφασίζον όργανο

Η γνώμη μπορεί να είναι απλή, όταν δεν δεσμεύει το αποφασίζον όργανο, ή σύμφωνη, όταν δεσμεύει το αποφασίζον όργανο να εκδώσει πράξει που την ακολουθεί ή να μην εκδώσει. )

Η απόφαση του ΣτΕ ήταν η αυτονόητη , δεδομένου ότι η αντισυνταγματικότητα του νόμου για τις τηλεοπτικές άδειες ήταν κραυγαλέα, πράγμα αναμφίλεκτο και νομικώς αδιαμφισβήτητο . Το ζητούμενο όμως είναι η δημοκρατία και οι θεσμοί, η ύπαρξη των οποίων απειλείται και η λειτουργία των οποίων υπονομεύεται.

Όλα αυτά τα ανατριχιαστικά παιχνίδια με τη Δικαιοσύνη και τους θεσμούς, πρέπει να διεγείρουν τα δημοκρατικά αντανακλαστικά κάθε εχέφρονα και ευυπόληπτου πολίτη που επιθυμεί την ύπαρξη μιας συντεταγμένης πολιτείας, ενός ανθεκτικού και λειτουργικού κράτους δικαίου ,μιας αποτελεσματικής δημοκρατίας και ενός Συντάγματος που σεβόμαστε και υπηρετούμε.

Και η θυσιαστική στράτευση -στην υπεράσπιση της δημοκρατίας και του κράτους δίκαιου -όλων αυτών των ενδογενών δημοκρατικών δυνάμεων είναι αναγκαία, διότι οι δικαιοδοτικοί θεσμοί μπορεί να επιβραδύνουν τις εξελίξεις, αλλά δυστυχώς δεν έχουν και την δυναμική να τις ανακόψουν. Άλλωστε οι θεσμοί δεν πρέπει να κρίνονται απλά στο πεδίο της αφηρημένης συνταγματικής πρόβλεψης, αλλά πρέπει να αξιολογούνται διαρκώς και στο πεδίο της λειτουργίας τους και της αποδοτικότητας τους. Και δυστυχώς για εμάς οι δημοκρατικοί θεσμοί της χώρας πάσχουν από το «σύνδρομο νοσούντος συστήματος».

Εγγραφή στο newsletter του PoliticalDoubts.

YOUR OPINION

Το ΚΑΣ αποφάσισε να μην διατεθεί το μνημείο του Παρθενώνα για εκδήλωση οίκου μόδας:

Συμφωνώ. Η προστασία των μνημείων θα πρέπει να είναι απόλυτη
70.2%
Μάλλον διαφωνώ. Θα μπορούσαν να τεθούν αυστηρότεροι όροι.
8.7%
Διαφωνώ με την απόφαση. Δεν μπορεί να χάνονται ευκαιρίες προβολής της χώρας
14.9%
Συμφωνώ να μην διατεθεί ο Παρθενώνας. Δεν θα είχα αντίρρηση αν επρόκειτο για άλλον αρχαιολογικό χώρο
6.1%
Η ψηφοφορία για αυτό το δημοψήφισμα έχει λήξει

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση