Πολιτική 27/10/2016

Αγαπητέ κύριε Καθηγητά...

Είναι σύνηθες σε συνθήκες τεταμένης οικονομικής δυσπραγίας και πρωτοφανούς κοινωνικής αποσάθρωσης να κλονίζεται η πίστη μας απέναντι στους θεσμούς.
Η πολιτική εξουσία έχει διάφορες εκφάνσεις. Εκφάνσεις που βρίσκουν υπόσταση στην σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ της ίδιας της πολιτικής εξουσίας και των προσώπων που καλούνται να στελεχώσουν θεσμούς , να αναλάβουν δημόσια αξιώματα και να ενσαρκώσουν τον ίδιο το θεσμό, ως πραγματική οντότητα.

Η πιο σκοτεινή σχέση των διάφορων πτυχών που εμφανίζει να έχει η πολιτική εξουσία με τα πρόσωπα, είναι η σχέση μεταξύ εξουσίας και διανοουμένων. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι μια δυσυπόστατη σχέση, η διάρρηξη της οποίας είναι αποτέλεσμα κυρίως της αντίληψης των διανοουμένων για τους θεσμούς.

Η πρώτη κατηγορία απαρτίζεται από εκείνους τους διανοούμενους που διαπνέονται από ένα αίσθημα ευθύνης, που αποτελούν μια ανενεργώς πολιτικά μειοψηφία πολιτικών αλτρουιστών , δημοκρατικών πολιτικών και έντιμων ιδεολόγων. Συνήθως η σχέση τους με την εξουσία είναι προβληματική και ταραχώδης. Η θεσμική τους ευπρέπεια και ευλάβεια δεν τους επιτρέπουν να καταστήσουν τους θεσμούς , πολιτικά αθύρματα ελέω ιδίων συμφερόντων. Συνήθως τέτοια άτομα επιλέγουν διαφορετικούς τρόπους πολιτικής ζύμωσης, ηθικής διαπαιδαγώγησης και ιδεολογικοπολιτικής ώσμωσης με τους θεσμούς.

Η δεύτερη κατηγορία αποτελείται από εκείνους τους διανοούμενος που εμφορούνται από μια αβυσσαλέα πρόθεση εκμετάλλευσης και χειραγώγησης των θεσμών. Είναι εκείνοι οι διανοούμενοι που λησμονούν τον όρκο τους να υπηρετούν την επιστήμη τους , την δεοντολογία της, κάποιες φορές και το ίδιο και το Σύνταγμα. Είναι εκείνοι που ενδίδουν στην απροσπέλαστη έλξη που ασκεί η νομή της εξουσίας, που καθυποβάλλονται από τη μέθεξη του κυνισμού και την αίσθηση παντοδυναμίας της άσκησης πολιτικής.

Αυτές οι δύο διακριτές κατηγορίες, με έκδηλα τα χαρακτηριστικά των αποτελούντων αυτές, μπορεί να αναχθεί και σε καθαρά θεσμικό πλαίσιο. Σκεφτείτε ας πούμε την ίδια τη σχέση των διανοουμένων αυτών με το Σύνταγμα και ευρύτερα τις θεσμικές επιταγές μιας έννομης τάξης. Η σχέση αυτή θα λέγαμε ότι είναι εξίσου τρικυμιώδης. Όταν οι διανοούμενοι που επιθυμούν μελλοντική ενασχόληση με την πολιτική -βρίσκονται όμως εκτός αυτής - έχουν με το Σύνταγμα μιας σχέση νομικού βερμπαλισμού και συνταγματικής ηθικής. Υιοθετούν μια ανεπίληπτη και άμεμπτη συνταγματική συμπεριφορά, που τους καθιστά αυτομάτως θεματοφύλακες και υπερασπιστές του. Όταν όμως ανέρχονται στην εξουσία και αναλαμβάνουν δημόσια αξιώματα και θεσμικό ρόλο από υπερασπιστές μετατρέπονται σε νομείς και καταχραστές. Όχι μόνο καταπατούν και καταστρατηγούν βάναυσα το Σύνταγμα, αλλά προσπαθούν επιτιμητικώς να αποδείξουν ότι παραμένουν και θεσμικώς αμετακίνητοι από τις προισχύουσες απόψεις τους, ενώ στην πραγματικότητα απλά εξυπηρετούν ανατριχιαστικούς πολιτικούς σκοπούς.

Όλος αυτός ο εκτενής και λεπτομερής προλογισμός του ζητήματος, αποτελεί μια απαραίτητη εισαγωγή για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε το που κατατάσσεται το συγκεκριμένο πρόσωπο γύρω από το οποίο αναφέρεται η θεματική του συνταχθέντος άρθρου.

Το πρόσωπο αυτό δεν μπορεί να είναι άλλο από τον καθηγητή Νομικής ΑΠΘ και Υπ.Δικαιοσύνης κ.Παρασκευόπουλο και την ασκηθείσα κριτική γύρω από τους τελευταίους απαράδεκτους χειρισμούς του σε ζητήματα δικαιοσύνης και δικαίου, αναφερόμενος κυρίως στη διάταξη πειθαρχικής έρευνας σε βάρος του Αντιπροέδρου του ΣτΕ.

Ο κ. Παρασκευόπουλος παρέχει αδιαλείπτως τις νομικές του γνώσεις και υπηρεσίες στο ΑΠΘ, από όταν και ανέλαβε τα ακαδημαϊκά του καθήκοντα. Σε όλη αυτή τη πορεία μέχρι και την ανάληψη υπουργικού χαρτοφυλακίου υπηρέτησε πιστά την επιστήμη του δικαίου όχι μόνο σε ακαδημαϊκό επίπεδο, αλλά και σε επίπεδο προστασίας ατομικών δικαιωμάτων, σε επίπεδο προάσπισης του δημοσίου συμφέροντος, σε επίπεδο διαφύλαξης του ύψιστου δικαιώματος της προσωπικότητας και των προσωπικών δεδομένων, σε επίπεδο σεβασμού του Συντάγματος.

Και όμως, η μέχρι τώρα θητεία του στο Υπ.Δικαιοσύνης, έχει σημαδευτεί από τα πιο σκοτεινά ζητήματα, από τα μεγαλύτερα θεσμικά προβλήματα και από την πιο αξιοκατάκριτη κυβερνητική πολιτική που έχει ανακύψει ως τώρα στο ευαίσθητο πεδίο της Δικαιοσύνης. Η σκοπιμότητα και η εκούσια διαστρέβλωση είναι πιο επαίσχυντη και επικίνδυνη , από την θεσμική άγνοια και την νομική ένδεια. Γιατί οι τελευταίες προκαλούν στιγμιαία και θεραπεύσιμα προβλήματα, ενώ η πρώτη επιφέρει μια ανήκεστος βλάβη στο κράτος δικαίου και ανεπούλωτα τραύματα στην αντίληψη της ίδιας της δημοκρατίας.

Προς επίρρωση των προεκτεθέντων θα μπορούσαμε να παραθέσουμε απειράριθμες πράξεις ή παραλείψεις του κ. Παρασκευόπουλου. Από την παροιμιώδη ανευθυνότητα να εγγυηθεί την ομαλή διεξαγωγή και την θωράκιση από φαινόμενα εκφοβισμού και χειραγώγησης πολύκροτων δικών όπως της Siemens - Από την ανεκδιήγητη αδράνεια να κινήσει της όποιες προβλεπόμενες διαδικασίες στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων του σχετικά με τους βαρύτατους υπαινιγμούς του Βγενόπουλου για ενδεχόμενη δωροληψία της προέδρου του ΑΠ - Από τον νόμο έκτρωμα με την πρόβλεψη ευνοϊκών διατάξεων που αμνηστεύουν ακόμα και δυσώδη εγκλήματα με το πρόσχημα της αποσυμφόρησης των φυλακών- Μέχρι την ανεξήγητη αδυναμία του να εποπτεύσει προληπτικώς και επιτυχώς υφιστάμενο σε αυτό όργανο (Υφυπουργό Δικαιοσύνης) που παραβιάζει ανερυθρίαστα την εσωτερική ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, αλλά και την αφέλεια με την οποία ενημερώνει την Βουλή για δικαστικές αποφάσεις ή ακόμα χειρότερα την ελαφρότητα με την οποία προδικάζει το αποτέλεσμα αναφερόμενος μέχρι και σε δικονομικούς όρους.

Η τελευταία όμως πράξη στην οποία προέβη δεν αποτελεί απλά θεσμική θρασύτητα και ύβρις , αλλά αναιρεί όλα όσα ο κ. Παρασκευόπουλος ευαγγελίζονταν ηδυπαθώς πριν αναλάβει το Υπ.Δικαιοσύνης.

Συγκεκριμένα, διέταξε απευθείας χωρίς να εξακριβώσει ή ελέγξει την πηγή των πληροφοριών πειθαρχική έρευνα σε βάρος του Αντιπροέδρου του ΣτΕ. Αφού μια βδομάδα πριν είχε σταλεί η προειδοποιητική βολή στον ανώτατο δικαστικό και δεν κάμφθηκε η δικανική του φρόνηση και συνείδηση , ο κ. Παρασκευόπουλος συνέβαλε άμεσα ώστε με τον ηθικό διασυρμό, την θεσμική εξόντωση και τον προσωπικό ευτελισμό να ασκηθεί εξωθεσμική πίεση και εκφοβισμός στον συγκεκριμένο δικαστικό λειτουργό.

Και το έπραξε χωρίς καμία αιδημοσύνη , παραβιάζοντας το άρθρο 19 παρ. 1 του Σ, αφού δημοσιοποιήθηκαν όχι μόνο προσωπικές πληροφορίες που προστατεύονται από το απόρρητο της ιδιωτικής σφαίρας, αλλά διέρρευσαν αφού πρώτα αποτέλεσαν παρανόμως κτηθέν μέσο – κοινώς υπεκλάπησαν με αθέμιτο τρόπο. Και αντί να παραγγείλει από τον αρμόδιο εισαγγελέα την διενέργεια προκαταρκτικής έρευνας , διέταξε διαρρήδην πειθαρχική έρευνα εις βάρος του προσβληθέντος , όταν η συγκεκριμένη διαρροή έθιγε ένα θεμελιώδες δικαίωμα όπως αυτό της προστασίας των προσωπικών δεδομένων.

Και όχι μόνο αυτό, αλλά στην Βουλή υποστήριξε ευθαρσώς, ότι ενέργησε στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων του, με έκδηλη την δυσκολία του να δικαιολογήσει την συγκεκριμένη ενέργεια. Αλλά ακόμα και αν θεωρήσουμε ότι η συγκεκριμένη πράξη δεν ενείχε πολιτική σκοπιμότητα, δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε και την περιφρόνηση που επέδειξε απέναντι στο ίδιο το Σύνταγμα και το πλαίσιο που διέπει τα καθήκοντα του. Και αυτό γιατί η ενάσκηση μιας τέτοιας αρμοδιότητας προϋποθέτει σωφροσύνη, νηφαλιότητα και λελογισμένη κρίση. Αντιθέτως, ο κ. Παρασκευόπουλος επέδειξε αυταρχικότητα, κυνισμό και ανευλάβεια απέναντι στη κείμενη νομοθεσία και το Σύνταγμα.

Ποτέ δεν υιοθετούσα άκριτα αντιλήψεις που συνέχεαν την επαγγελματική υπόσταση με το θεσμικό ρόλο , αλλά στην προκειμένη περίπτωση τίθεται ζήτημα επιστημονικής δεοντολογίας και ήθους, καθώς και σεβασμού απέναντι στο σύνολο της νομικής κοινότητας.

Μαζί φυσικά με τους θεσμούς απαξιώθηκαν και τα πρόσωπα που τους ενσαρκώνουν ως θεσμική και πραγματική υπόσταση. Για αυτό και πρέπει να μας προβληματίσει ποια είναι η γενεσιουργός αιτία της αμφισβήτησης της άποψης του επαϊων , τι είναι αυτό που θρυμμάτισε και επακολούθως μας ώθησε στην ενδιάθετη παράβλεψη των αντιλήψεων των ειδικών; Γιατί δηλαδή ξιφουρκίσαμε διαπρύσια σε όσους θέλησαν να εισάγουν θεσμικές καινοτομίες και νεωτερικές αντιλήψεις ; Γιατί απορρίψαμε την οικονομική οξύνοια του Γιαννίτση ; Γιατί χλευάσαμε τις συνταγματικές αντιλήψεις του Αλιβιζάτου ;

Είναι σύνηθες σε συνθήκες τεταμένης οικονομικής δυσπραγίας και πρωτοφανούς κοινωνικής αποσάθρωσης να κλονίζεται η πίστη μας απέναντι στους θεσμούς. Αυτό όμως δεν θα πρέπει να δικαιολογείται ως άμεση συνέπεια της ανικανότητας του πολιτικού προσωπικού της χώρας. Η πολιτική και η διοικητική τους δηλαδή ανεπάρκεια δεν θα πρέπει να μας καταστήσει απαθείς στη προσπάθεια τους να τους εξοντώσουν τα θεσμικά αντίβαρα και την φυσιογνωμία των θεσμών παρακάμπτοντας τους.

Για αυτό και αποτελεί όχι απλά αναγκαία συνθήκη, αλλά αδήριτη ανάγκη η αναδιάταξη της θεσμικής μας νομοταξίας και εν γένει αντίληψης. Πρέπει δηλαδή να προάγουμε την ώσμωση πολιτών και πολιτικών με την αυθεντική λειτουργία και σεβασμό του δικαίου , για να επέλθει η εμπέδωση ενός κλίματος εμπιστοσύνης ανάμεσα σε πολίτες και συντεταγμένη πολιτεία , καθώς και ενός κλίματος ακεραιότητας και αμεροληψίας ανάμεσα σε πολιτικούς – διανοούμενους – και στο Σύνταγμα. Είναι μια διελκυστίνδα και ένας συμβιβασμός ,απαραίτητοι για την υπέρβαση της σοβούσας θεσμικής αποσύνθεσης και κρίσης.

ΥΓ. Προσπάθησα στο συγκεκριμένο άρθρο με έναν ιδιάζων και ιδιόμορφο τρόπο να εισέλθω στον τρόπο με τον οποίο ο κ.Παρασκευόπουλος αντιλαμβάνεται θεσμικώς τις πράξεις και τις ενέργειες του. Να εξηγήσω με ευκρίνεια και σαφήνεια από πού εκπηγάζουν  ( αν δηλαδή είναι ιδεολογικώς εκπορευόμενες, ή απλά αποτελούν πολιτικές σκοπιμότητες) οι σπασμωδικές και ακατανόητες πρακτικές του, διαπερνόντας μέσα από την πιο σκοτεινή πτυχή της πολιτικής μας πραγματικότητας. Τη σχέση των διανοουμένων με την εξουσία και συνακόλουθα τον σεβασμό ή την κατάλυση από μέρους τους του Συντάγματος.
Περισσότερα:
Εγγραφή στο newsletter του PoliticalDoubts.

YOUR OPINION

Το ΚΑΣ αποφάσισε να μην διατεθεί το μνημείο του Παρθενώνα για εκδήλωση οίκου μόδας:

Συμφωνώ. Η προστασία των μνημείων θα πρέπει να είναι απόλυτη
70.2%
Μάλλον διαφωνώ. Θα μπορούσαν να τεθούν αυστηρότεροι όροι.
8.7%
Διαφωνώ με την απόφαση. Δεν μπορεί να χάνονται ευκαιρίες προβολής της χώρας
14.9%
Συμφωνώ να μην διατεθεί ο Παρθενώνας. Δεν θα είχα αντίρρηση αν επρόκειτο για άλλον αρχαιολογικό χώρο
6.1%
Η ψηφοφορία για αυτό το δημοψήφισμα έχει λήξει

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση