Συνταγματική αναθεώρηση: Διαδικασία - Προκλήσεις

Μας παρουσιάζεται μια μεγάλη ευκαιρία, μαζί με τη δημοσιονομική εξυγίανση και τον διοικητική αναδιάρθρωση να εκσυγχρονιστούμε και θεσμικά.

Το Σύνταγμα είναι ο θεμέλιος λίθος μιας εύτακτης και ευνομούμενης πολιτείας. Είναι η νησίδα που συνέχει το κράτους δικαίου και διατηρεί ακέραια τα θεμελιώδη ανθρώπινα  ατομικά και συλλογικά δικαιώματα. Γεγονός που σημαίνει ότι δεν πρέπει να ανταποκρίνεται απλώς σε ανεπιεικείς και δογματικές προβλέψεις, αλλά να εγγυάται την εναρμόνιση του με τις υφιστάμενες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες, χωρίς ωστόσο να είναι δυνατή η παρείσφρηση σε αυτό παρασιτικών και αποσταθεροποιητικών πολιτικών σκοπιμοτήτων, κυρίως σε περιόδους που είναι εύτρωτες και ευάλωτες στο λαϊκισμό, όπως η διάγουσα . Το Σύνταγμα λοιπόν δεν είναι ούτε δοβλετικό, ούτε υποχείριο της εκάστοτε συγκυριακής πλειοψηφίας, για να καταλύεται και να παραβιάζεται ανεπαισθήτως.

Όπως σημείωνε πρόσφατα ο καθηγητής Α.Μανιτάκης στη ‘’Κ’’, η γελιοποίηση του Συντάγματος είναι απεχθέστερη ( και επαχθέστερη ) από την παραβίαση του. Γιατί η παραβίαση είναι στιγμιαία, θεραπεύεται και επιβάλλονται κυρώσεις στους αυτουργούς της παράβασης. Ενώ, η γελιοποίηση είναι διαρκής, διάχυτη και αφήνει το στίγμα της.

Είναι κοινή παραδοχή, ότι η διάγουσα περίοδος , όσο ποτέ άλλοτε, περιλαμβάνει πρωτοφανείς παραβιάσεις του Συντάγματος, σταδιακή συρρίκνωση των κατοχυρωμένων θεσμικών αντιβάρων και σταθερή μείωση των θεσμικών αντιστάσεων που προστατεύουν την φυσιογνωμία του ίδιου του πολιτεύματος, πράξεις στις οποίες έχουν επιδοθεί πολλές κυβερνήσεις ανεξαιρέτως, αλλά στη προκειμένη περίπτωση η προαναφερθείσα γελιοποίηση και ευθεία προσβολή του Συντάγματος εδράζεται αλλού.

Εδράζεται στην κοινώς εκπεφρασθείσα βούληση της Κυβέρνησης να προχωρήσει στην ενεργοποίηση της αναθεωρητικής διαδικασίας, πρόθεση που μας εξήγγειλε τον περασμένο Ιούλιου, με έναν ιδιότυπο ωστόσο τρόπο που πόρρω απέχει από τις διατάξεις του 110 Σ που προβλέπει την αναθεωρητική διαδικασία. Η προσβολή δηλαδή συνίσταται στην πρόθεση να παρακαμφθούν όλοι οι περιορισμοί και προβλέψεις του Α 110 Σ.

Μια καταρρεύσασα λοιπόν κυβέρνηση για να καλύψει το δικό της κενό νομιμοποίησης , προτείνει μέσω μιας αναρμόδιας Επιτροπής , χωρίς κανένα νομικό κύρος, θεσμικό ρόλο και νομιμοποίηση, στελεχωμένη από ακατάλληλους ανθρώπους (βλέπε Κιμούλη, Αγοραστό ή Μίχαλο ), την αναθεώρηση του Συντάγματος, χωρίς να λαμβάνει υπόψη κανένα θεσμικό φραγμό.

Κρίνω λοιπόν σκόπιμο, ως νέος νομικός και επιστήμονας, να προβώ σε μια κριτική των προτάσεων της Κυβέρνησης που σχετίζονται με την αναθεωρητική διαδικασία και να προσπαθήσω να αποσαφηνίσω κάποιες κεφαλαιώδεις και κρίσιμες πτυχές του εξετασθέντος ζητήματος.

Η αναθεωρητική διαδικασία – Άρθρο 110 Σ

Η αναθεώρηση του Συντάγματος σε αντίθεση με τον έλεγχο συνταγματικότητας των νόμων που συνιστά διαρκή περιφρούρηση της υπεροχής του καταστατικού χάρτη από τις επεμβάσεις του κοινού νομοθέτη αλλά και διαρκή περιορισμό και αναπροσδιορισμό του νοήματος των διατάξεων του – αποτελεί εξαιρετική περίπτωση και πραγματώνεται , στα αυστηρά συντάγματα, υπό καθεστώς ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων ( Κώστας Γ. Μαυριάς – εκδόσεις Σάκκουλα – αναθεωρητική διαδικασία)

To Σύνταγμα της Ελλάδος όπως ισχύει από το 1975 και εντεύθεν ( και με τις αναθεωρήσεις του 1986, 2001, 2008 ) είναι αυστηρό. Ο αυστηρός χαρακτήρας του Συντάγματος σημαίνει ότι προβλέπει το ίδιο τις προϋποθέσεις και τον τρόπο αναθεώρησης του. Η αναθεωρητική διαδικασία ορίζεται στις διατάξεις του Α 110 Σ. Στο άρθρο 110 καθορίζονται οι ουσιαστικές και διαδικαστικές προϋποθέσεις του εκάστοτε αναθεωρητικού διαβήματος.

Α. Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις ανάγονται στο μη αναθεωρήσιμο σκληρό πυρήνα του Συντάγματος του άρθρου 110 παρ. 1. Η διάταξη αυτή προσδιορίζει τα ουσιαστικά όρια της αναθεώρησης. Για αυτό και καθορίζει ποιες διατάξεις δεν υπόκεινται σε αναθεώρηση. Για τον προσδιορισμό αυτών χρησιμοποιούνται δύο κριτήρια. Ένα κριτήριο γενικό και αφηρημένο και ένα κριτήριο συγκεκριμένο. Το γενικό και αφηρημένο κριτήριο του άρθρου 110 παρ. 1 Σ ανατρέχει στον προσδιορισμό ως μη αναθεωρήσιμων των διατάξεων αυτών που καθορίζουν τη μορφή και τη βάση του πολιτεύματος ως ‘’Προεδρευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία ‘’. Το συγκεκριμένο κριτήριο συνίσταται στην απαρίθμηση και καταγραφή συγκεκριμένων διατάξεων που δεν αποτελούν αντικείμενο αναθεώρησης . Οι διατάξεις αυτές είναι : άρθρο 2 παρ. 1, άρθρο 4 παρ. 1,4,7 , άρθρο 5 παρ. 1,3 , άρθρο 13 παρ. 1, άρθρο 26. ( Άλκης ΔερβιτσιώτηςΣημειώσεις Συνταγματικού ΔικαίουΠ.Ν ΣάκκουλαςΔιαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος)

Β. Οι διαδικαστικές προϋποθέσεις της αναθεωρητικής λειτουργίας καθορίζονται στις διατάξεις του άρθρου 110 παρ. 2-6 του Σ. Αρμόδιο όργανο για την αναθεώρηση είναι η Βουλή χωρίς να απαιτείται σύμπραξη του ΠτΔ και της κυβέρνησης. Η αναθεωρητική διαδικασία διακρίνεται σε δύο φάσεις. Η πρώτη φάση αφορά καταρχάς στη διαπίστωση ανάγκης αναθεώρησης του Συντάγματος. Η φάση αυτή αρχίζει με πρόταση πενήντα τουλάχιστον βουλευτών  (110 παρ. 2 εδ’α Σ) . Ακολούθως η Βουλή αποφασίζει με πλειοψηφία 3/5 του όλου αριθμού των μελών της (180 βουλευτές) σε δύο ψηφοφορίες που απέχουν μεταξύ τους ένα τουλάχιστον μήνα ( 110 παρ. 2 εδ’α ). Η πρώτη φάση της αναθεωρητικής διαδικασίας ολοκληρώνεται με την απόφαση της Βουλής με την οποία καθορίζονται ειδικά οι διατάξεις οι διατάξεις που πρέπει να αναθεωρηθούν. Η απόφαση αυτή καθορίζει ποιες από τις διατάξεις του Συντάγματος αποτελούν στόχο του αναθεωρητικού διαβήματος. Η επόμενη Βουλή (δεύτερη) η οποία είναι αναθεωρητική, δεν μπορεί να προσθέσει στις υπό αναθεώρηση διατάξεις και άλλες. Δεν δεσμεύεται όμως ως προς το περιεχόμενο που θα προσδώσει στις υπό αναθεώρηση διατάξεις. Με άλλα λόγια η αναθεωρητική Βουλή αποφασίζει πως αναθεωρούνται οι διατάξεις. Αξίζει να σημειωθεί ότι η αναθεωρητική διαδικασία είναι δυνατό να ληφθεί με την απόλυτη πλειοψηφία των μελών της, δηλαδή με τουλάχιστον εκατόν πενήντα μία ψήφους.

Η δεύτερη φάση της αναθεωρητικής διαδικασίας αρχίζει στην επόμενη Βουλή, η οποία είναι η Αναθεωρητική. Η νέα Βουλή αποφασίζει το περιεχόμενο των υπό αναθεώρηση διατάξεων κατά την πρώτη της σύνοδο. Η απόφαση της Αναθεωρητικής λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία των μελών της, εφόσον η ανάγκη αναθεώρησης είχε αποφασιστεί με αυξημένη πλειοψηφία των τριών πέμπτων. Αν όμως η απόφαση της πρώτης Βουλής για την έναρξη της αναθεωρητικής διαδικασίας είχε ληφθεί με την απόλυτη πλειοψηφία , τότε η Αναθεωρητική βουλή, λαμβάνει την απόφαση της με την ειδική αυξημένη πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των μελών της ( 110 παρ. 4 Σ ). Θεσπίζεται δηλαδή, η πρόβλεψη της εναλλαγής πλειοψηφιών ( Άλκης ΔερβιτσιώτηςΣημειώσεις Συνταγματικού ΔικαίουΠ.Ν ΣάκκουλαςΔιαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος)

Οι ανωτέρω διατάξεις αποδεικνύουν με κρυστάλλινη διαύγεια ότι η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για τη Συνταγματική αναθεώρηση είναι προδήλως αντισυνταγματική και έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με τις προβλέψεις της αναθεωρητικής διαδικασίας, η οποία δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνεύσεων και νοηματικής καταστρατήγησης .

Συγκεκριμένα από τα ανωτέρω συνάγεται :

Η Κυβέρνηση είναι αναρμόδια να εκκινήσει την αναθεωρητική διαδικασία

Οι διατάξεις του άρθρου 110 παρ. 2- 6 ορίζουν ρητώς, ότι αρμόδιο όργανο για την αναθεωρητική διαδικασία είναι η Βουλή, χωρίς την σύμπραξη του ΠτΔ και της Κυβέρνησης. Οι φιέστες για την Συνταγματική αναθεώρηση και η σύσταση συγκεκριμένης επιτροπής, που δεσμεύει τη Βουλή για την έναρξη της διαδικασίας, έρχονται σε ευθεία αντίθεση με τις συνταγματικές προβλέψεις. Η κυβέρνηση δεν έχει κανένα αποφασιστικό ρόλο στην αναθεωρητική διαδικασία. Ακόμα και ο ΠΘ και οι Υπουργοί συμμετέχουν σε αυτή με την ιδιότητα τους ως βουλευτές. Συνεπώς ο ΣΥΡΙΖΑ και συγκεκριμένα ο ΠΘ, σφετερίστηκαν αναθεωρητική διαδικασία, η οποία ανήκει αποκλειστικώς στη Βουλή και στους βουλευτές και όχι στην Κυβέρνηση , ή την εκτελεστική εξουσία ή πολύ περισσότερο σε κάθε είδους ανομιμοποίητες επιτροπές.  Αν ο ΣΥΡΙΖΑ μετείχε στην διαδικασία ως κόμμα και όχι ως κυβέρνηση, οι εξαγγελίες αυτές θα είχαν μια νομική βάση. Τώρα όμως υποπίπτει σε μια θεσμική ασέβεια απέναντι στην αναθεωρητική διαδικασία, όπως διατυπώνεται στο άρθρο 110 Σ.

Το δημοψήφισμα δεν υποκαθιστά την αναθεωρητική διαδικασία

Μέσα σε όλο αυτόν τον αντισυνταγματικό ορυμαγδό, που περιλαμβάνει εκτός συνταγματικές φιέστες, λαϊκό διάλογο προς έκδοση πορισμάτων για την αναθεώρηση του Συντάγματος, και τραγελαφικές επιτροπές ανά περιφέρεια, ο ΠΘ, είχε εξαγγείλει και ενδιάμεσα δημοψηφίσματα συμβουλευτικού τύπου. Μια αναγκαία υπόμνηση πριν προβώ στο σχολιασμό. Είναι αδιανόητο η Βουλή να δεσμεύεται από λαϊκούς διαλόγους και ανυπόστατα πορίσματα επιτροπών στα οποία δεν έχει διατεθεί καμία αρμοδιότητα από το Σύνταγμα, για να εκκινήσει την αναθεωρητική διαδικασία. Η ίδια η Βουλή, όποτε το κρίνει σκόπιμο, και υπό τον ορισμό των αναγκαίων πλειοψηφιών και τη πλήρωση των προϋποθέσεων αποφασίζει την έναρξη των διαδικασιών αναθεώρησης. Επανέρχομαι τώρα, στην πρόθεση προκήρυξης δημοψηφίσματος για τη συνταγματική αναθεώρηση. Οι διατάξεις του άρθρου 44 παρ. 2 , προβλέπουν την προκήρυξη και την διενέργεια δύο ειδών δημοψηφισμάτων ( κρίσιμο εθνικό ζήτημα – ψηφισμένο νομοσχέδιο ), τα οποία σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να συνδεθούν με την αναθεώρηση του Συντάγματος. Είναι λοιπόν πρωτάκουστη , αν όχι ανήκουστη η υποκατάσταση της συνήθους και της συνταγματικώς κατοχυρωμένης αναθεωρητικής διαδικασίας από την προκήρυξη συμβουλευτικών δημοψηφισμάτων. Να υπενθυμίσουμε άλλωστε, πως ο λαός μετέχει έστω και εμμέσως στην αναθεωρητική διαδικασία, μέσω των εκλογών που παρεμβάλλονται ανάμεσα στην Πρώτη και τη Δεύτερη (αναθεωρητική βουλή ).

Η αναθεωρητική λοιπόν διαδικασία είναι από τα λίγα πεδία, που προωθείται ένεκα και των αυξημένων πλειοψηφιών η πολιτική συνεννόηση, η σύμπραξη, η συναίνεση ευρύτερων πολιτικών σχηματισμών. Για αυτό κάθε προσπάθεια υπονόμευσης της, αντίκεινται στον ίδιο τον πυρήνα του πολιτεύματος.

Δηλαδή το Σύνταγμα μας έχει αυστηρό και τυπικό χαρακτήρα, ακριβώς επειδή αυτό και μόνο αποτελεί εγγύηση για την τήρηση της συνταγματικής ομαλότητας, και την διασφάλιση του αντιπροσωπευτικού και κοινοβουλευτικού χαρακτήρα του. Κάθε ενάντια σε αυτό πολιτική, είναι μη συνάδουσα με την ίδια την φυσιογνωμία της πολιτειακής μας οργάνωσης.

Ας μην ξεχνάμε άλλωστε, πως λόγο των αυστηρών και δύσκαμπτων διατάξεων που διέπουν την διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης, όπως η παρέλευση πέντε ετών (110 παρ.6 Σ) από την προηγούμενη αναθεώρηση, την καθιστούν δύσκολη και δυσχερής. Πράγμα που σημαίνει ότι δεν υφίσταται συχνές θεσμικές μεταβολές.

Το Σύνταγμα υπήρξε πραγματικά ανθεκτικό στα χρόνια των μνημονίων. Παρά τις απαρχαιωμένες διατάξεις, την προσκόλληση σε έναν νομικό καθωσπρεπισμό και τις αναχρονιστικές προβλέψεις, κατάφερε να διατηρηθεί αλώβητο και να αναχαιτίσει την ολοκληρωτική απώλεια της εθνικής μας ανεξαρτησίας σε θεσμικό επίπεδο.

Μας παρουσιάζεται μια μεγάλη ευκαιρία, μαζί με τη δημοσιονομική εξυγίανση και τον διοικητική αναδιάρθρωση να εκσυγχρονιστούμε και θεσμικά. Να καταστήσουμε το Σύνταγμα μας ευπροσάρμοστο και ευέλικτο στο συνεχώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον , χωρίς ωστόσο να θίξουμε τον αυστηρό του χαρακτήρα και τηρώντας οπωσδήποτε τους ορισμούς που τάσσει κάθε τέτοια πρόθεση.  Ας μην την απολέσουμε λοιπόν εγκλωβισμένοι σε κομματικές σκοπιμότητες , λόγω της αδυναμίας αντίληψης της σπουδαιότητας μια Συνταγματικής αναθεώρησης και τις ευεργετικές συνέπειες που δύναται να πυροδοτήσει  

Περισσότερα:
Εγγραφή στο newsletter του PoliticalDoubts.

YOUR OPINION

Το ΚΑΣ αποφάσισε να μην διατεθεί το μνημείο του Παρθενώνα για εκδήλωση οίκου μόδας:

Συμφωνώ. Η προστασία των μνημείων θα πρέπει να είναι απόλυτη
70.2%
Μάλλον διαφωνώ. Θα μπορούσαν να τεθούν αυστηρότεροι όροι.
8.7%
Διαφωνώ με την απόφαση. Δεν μπορεί να χάνονται ευκαιρίες προβολής της χώρας
14.9%
Συμφωνώ να μην διατεθεί ο Παρθενώνας. Δεν θα είχα αντίρρηση αν επρόκειτο για άλλον αρχαιολογικό χώρο
6.1%
Η ψηφοφορία για αυτό το δημοψήφισμα έχει λήξει

Σχόλια   

+1 #1 ageor 10-10-2016 14:39
Σημαντικά επιχειρήματα.
Αν και από λίγο διαφορετική σκοπιά, βλέπω αξιοσημείωτη συμφωνία με τη συνεισφορά μου στον διάλογο για την συνταγματική αναθεώρηση (http://ageor.dipot.com/2016/10/The-Constitution-Elements-and-Prerequisites-for-Success.html) :)
Παράθεση

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση