Πολιτική 05/06/2016

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η Βενεζουέλα

Επί της ουσίας όμως ο κ. Μητσοτάκης αποφεύγει να υποστηρίξει οτιδήποτε θα μπορούσε να δημιουργήσει δυσφορία σε κρατικοδίαιτα στρώματα του πληθυσμού, όπως και να προαναγγείλει με σαφήνεια γενναίες μεταρρυθμιστικές κινήσεις σε φιλελεύθερη κατεύθυνση.
Η εξαθλίωση στην οποία έχει περιέλθει ο λαός της Βενεζουέλας εξαιτίας του εθνικοαριστερού καθεστώτος Τσάβες και Μαδούρο, το οποίο πρόσφατα στην πλειοψηφία του αποθέωνε, όπως και γενικά η αποτυχία και κατάρρευση των νοτιοαμερικανικών εθνικοαριστερών κυβερνήσεων, ελάχιστα έχει αναδειχτεί και αξιοποιηθεί πολιτικά από τη Νέα Δημοκρατία.
 
Μάλιστα, ενώ ο πρόεδρος του κόμματος κ. Κυριάκος Μητσοτάκης έχει μονάχα ψελλίσει κάτι σχετικό, οι όποιες δυναμικές αναφορές στη δραματική κρίση της Βενεζουέλας από την πλευρά της ΝΔ, γίνονται εκ μέρους στελεχών της που θεωρούνται ακραία και γραφικά από μεγάλο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας, όπως ο αντιπρόεδρος κ. Άδωνις Γεωργιάδης, και τα οποία πάντως δεν επιδρούν σε κοινωνικά στρώματα που επηρεάζονται από την αριστερή ρητορική, ή και τα ωθούν προς την αντίθετη κατεύθυνση. Το αποτέλεσμα είναι ότι ενώ το τσαβικό καθεστώς, το οποίο ο ΣΥΡΙΖΑ παρουσίαζε επί χρόνια ως μοντέλο, γνωρίζει τον πλήρη διασυρμό, αυτό το γεγονός όχι μόνο δεν αξιοποιείται ιδεολογικά και προπαγανδιστικά από τη ΝΔ, αλλά τελικά ίσως καταλήγει ακόμα και να συσπειρώνει το στενό ακροατήριο του ΣΥΡΙΖΑ.

Πολύ δύσκολα θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι αυτή η στάση καταδεικνύει επαρχειωτισμό ή λανθασμένη τακτική ανάγνωση των δεδομένων από την ηγεσία της ΝΔ. Ο κ. Μητσοτάκης έχει σπουδάσει και εργαστεί στο εξωτερικό με επιτυχία, και είναι μαχόμενος πολιτικός για αρκετά χρόνια, όντας επιπλέον μέλος μιας παραδοσιακής πολιτικής οικογένειας, συνεπώς είναι απίθανο να μην παρακολουθεί στενά τις διεθνείς εξελίξεις και να μην γνωρίζει πώς θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί προπαγανδιστικά η περίπτωση της Βενεζουέλας εναντίον του ΣΥΡΙΖΑ στο εσωτερικό. Κατά συνέπεια η ουσιαστική σιωπή της ΝΔ επί του θέματος μάλλον απορρέει από μια γενική στρατηγική η οποία δεν προβλέπει μετωπική και βαθιά ιδεολογική σύγκρουση με την εθνικοαριστερή ρητορική, δηλαδή τη βασική ιδεολογική αιχμή του πολιτικοοικονομικού ελλαδικού κατεστημένου. Αυτή την εντύπωση δημιουργεί και η γενικότερη στάση του κ. Μητσοτάκη, μετά από σχεδόν πέντε μήνες παρουσίας του στην προεδρία της κεντροδεξιάς παράταξης.

Ο πρόεδρος της ΝΔ επαναλαμβάνει ότι το κόμμα του έμαθε από τα λάθη του, ότι δεν τάζει στους πάντες τα πάντα και αντιμάχεται τον λαϊκισμό, ότι μιλάει – κατά την πατροπαράδοτη έκφραση – τη «γλώσσα της αλήθειας». Επί της ουσίας όμως ο κ. Μητσοτάκης αποφεύγει να υποστηρίξει οτιδήποτε θα μπορούσε να δημιουργήσει δυσφορία σε κρατικοδίαιτα στρώματα του πληθυσμού, όπως και να προαναγγείλει με σαφήνεια γενναίες μεταρρυθμιστικές κινήσεις σε φιλελεύθερη κατεύθυνση, ή να εξηγήσει ευθαρσώς στον ελληνικό λαό ότι η παραγωγικότητα της εργασίας του υπήρξε και παραμένει εξαιρετικά χαμηλή, και εντελώς αναντίστοιχη με το μέγεθος της κατανάλωσής του, η οποία αντίστροφα εξακολουθεί να είναι υπερβολικά υψηλότερη από εκείνη που θα δικαιολογούσαν οι πραγματικές δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας.

Η στάση του προέδρου της αξιωματικής αντιπολίτευσης δεν δείχνει να αποστασιοποιείται από τη γνωστή επικοινωνιακή τακτική, στα πλαίσια της οποίας γίνονται κάποιες σωστές παρατηρήσεις σε γενικόλογο και αόριστο επίπεδο, με σκοπό να υφαρπαχτεί η στήριξη τμημάτων της ελληνικής κοινωνίας που επιθυμούν πραγματική μεταρρύθμιση και ριζοσπαστικό εκδυτικισμό της χώρας, ενώ την ίδια στιγμή επιδεικνύεται μεγάλη προσοχή ώστε να μην δυσαρεστηθούν οι κομματικές πελατείες, και γενικώς η ταυτισμένη με την παρούσα κοινωνικοοικονομική δομή και διαποτισμένη από το ιδεώδες του παρασιτικού καταναλωτισμού, εκλογική πλειοψηφία.

Στο ίδιο μοτίβο εντάσσεται η υιοθέτηση του «fygete» από την ηγεσία της ΝΔ ως βασικής της γραμμής, αντί για την προώθηση μιας βαθιάς διεργασίας διαφώτισης περί των πραγματικών αιτιών και διαστάσεων της κρίσης της χώρας, με επικέντρωση στη συστηματική αποβιομηχάνιση της ελληνικής οικονομίας κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Το πρόβλημα με αυτή τη γραμμή της ΝΔ δεν ήταν ότι υπήρχε κίνδυνος ο πρωθυπουργός κ. Τσίπρας να πειστεί και να προκυρήξει άμεσα εκλογές, αλλά ότι το προβαλλόμενο από τη ΝΔ και την ηγεσία της μήνυμα είναι το γνωστό μικροκομματικό «να φύγουν οι άλλοι για να έρθουμε εμείς και να σώσουμε τη χώρα», σαν το πρόβλημα της χώρας να ήταν απλώς η συγκεκριμένη κυβέρνηση, και όχι ένας παγιωμένος και πλειοψηφικός στην κοινωνία παρασιτικός και αντιπαραγωγικός διακομματικός συνασπισμός, που εκφράστηκε βεβαίως στον μέγιστο βαθμό από τη συμμαχία ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, όμως αποτελεί σαρξ εκ σαρκός και της ΝΔ, όπως φυσικά και του ΠΑΣΟΚ. Άλλωστε είναι σαφές ότι ο κ. Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ διαχειρίζονται την εξουσία με την κάλυψη, στήριξη και συνεργασία της καραμανλικής δεξιάς και του βαθέος παπανδρεϊκού ΠΑΣΟΚ.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο πολιτικής στάσης, οι διακηρύξεις της ηγεσίας της ΝΔ περί ανανέωσης και επαφής με νέες ιδέες, όπως και αξιοποίησης του ανθρώπινου δυναμικού υψηλής μόρφωσης, κατάρτισης και διεθνούς εμπειρίας, το οποίο περιθωριοποιημένο και αηδιασμένο από το πολιτικό προσωπικό και την ελληνική κοινωνία συχνά σταδιοδρομεί στο εξωτερικό, δεν μπορούν παρά να αποδειχτούν για πολλοστή φορά κούφια λόγια. Η στρατηγική της ΝΔ δεν δείχνει καμία πραγματική διάθεση αναστοχασμού ή έστω απλού διαλόγου με θέσεις και τάσεις διαφορετικές και αντίθετες προς τις πάγιες αντιλήψεις και επιλογές του κόμματος.

Ο κ. Μητσοτάκης, άσχετα από το ειλικρινές ή όχι των μεταρρυθμιστικών του προθέσεων, μοιάζει αφομοιωμένος από τις αντιλήψεις και πρακτικές που χαρακτηρίζουν τις παλαιότερες ηγεσίες και τη βάση του κόμματός του, όπως και το μεγαλύτερο τμήμα του υπόλοιπου κοινωνικού σώματος. Γεγονός που αντίκειται στη μελλοντική ανάκαμψη της χώρας, αλλά και στην προσωπική πολιτική προοπτική του ιδίου, καθώς, σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε μέχρι το 2009, πλέον το να καλλιεργεί κανείς την εντύπωση ότι μπορεί να υπάρξει καλυτέρευση του βιοτικού επιπέδου σε σχετικά σύντομο χρόνο, είναι πέραν των άλλων και επικοινωνιακό λάθος που θα τον ζημιώσει πολιτικά, διότι αντικειμενικά δεν υπάρχει καμία τέτοια δυνατότητα και αντίθετα είναι βέβαιο ότι το βιοτικό επίπεδο στην Ελλάδα θα μειωθεί κι άλλο στο επόμενο διάστημα, ανεξαρτήτως πολιτικών εξελίξεων.

Συνεπώς, το κατά πόσο η ηγεσία της ΝΔ θα καταφέρει να ανταποκριθεί στις προσδοκίες του ευρύτερου μεταρρυθμιστικού και φιλοδυτικού χώρου, εκείνου που σε μεγάλο βαθμό της έδωσε αναπάντεχα το τιμόνι της κεντροδεξιάς παράταξης, πρέπει πλέον να θεωρείται εξαιρετικά αμφίβολο.
Εγγραφή στο newsletter του PoliticalDoubts.

YOUR OPINION

Το ΚΑΣ αποφάσισε να μην διατεθεί το μνημείο του Παρθενώνα για εκδήλωση οίκου μόδας:

Συμφωνώ. Η προστασία των μνημείων θα πρέπει να είναι απόλυτη
70.2%
Μάλλον διαφωνώ. Θα μπορούσαν να τεθούν αυστηρότεροι όροι.
8.7%
Διαφωνώ με την απόφαση. Δεν μπορεί να χάνονται ευκαιρίες προβολής της χώρας
14.9%
Συμφωνώ να μην διατεθεί ο Παρθενώνας. Δεν θα είχα αντίρρηση αν επρόκειτο για άλλον αρχαιολογικό χώρο
6.1%
Η ψηφοφορία για αυτό το δημοψήφισμα έχει λήξει

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση