Ανάλυση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής B'

Μάριος Γώγος , Πολιτικός Επιστήμονας - Διεθνολόγος
Η ουδέτερη στάση δεν θα αποφέρει τα αναμενόμενα για τα ζωτικά συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών αν δεν συμμετέχουν, σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό, πιο ενεργά στη παγκόσμια αρένα, δικαιολογώντας με αυτό τον τρόπο το μέγεθος και το κερδισμένο κύρος των τελευταίων δεκαετιών.
Ο Ισπανο-αμερικανικός πόλεμος

Το 1898 σημειώθηκε μια μεταστροφή της πολιτικής των αμερικανικών επιχειρηματικών συμφερόντων στην Κούβα. Με το ξέσπασμα της επανάστασης των Κουβανών εναντίον της Ισπανίας, ο Μακίνλι, παρά την αρχική διστακτικότητα, αποφάσισε την «αντιμετώπιση της κατάστασης» στη Κούβα, όχι όμως και την ανεξαρτητοποίησή της, με σκοπό να αποτρέψει τις επαναστατικές δυνάμεις στο νησί να αντικαταστήσουν το ισπανικό καθεστώς.

Η «αντιμετώπιση της κατάστασης» εξελίχθηκε γρήγορα σε απόφαση για στρατιωτική επέμβαση ύστερα από την μυστηριώδη (;) έκρηξη και βύθιση του αμερικανικού πλοίου Μέιν στο λιμάνι της Αβάνας το Φεβρουάριο του ίδιου έτους. Η διπλωματική ιδέα των «ανοιχτών θυρών» για τις ΗΠΑ ξεπεράστηκε από τις εξελίξεις και τις επιχειρηματικές βλέψεις για κέρδος. Θύμα αυτής της αλλαγής πλεύσης αποτέλεσε η Τροποποίηση Τέλερ που διακήρρυσε πως οι ΗΠΑ δε θα προσαρτούσαν την Κούβα αλλά θα παραχωρούσαν την ανεξαρτησία της. Βεβαίως, η Κούβα δεν ήταν πραγματική αποικία όμως βρισκόταν πλεόν στη σφαίρα επιρροής των Αμερικανών. Παρ’ όλα αυτά, ο ισπανοαμερικανικός πόλεμος προκάλεσε μια σειρά από προσαρτήσεις εδαφών στις ΗΠΑ (Πουέρτο Ρίκο, Χαβάη, νήσος Γουέικ, νήσος Γκουάμ), οι οποίες πέρασαν και επισήμως στον έλεγχό τους με την υπογραφή συνθήκης ειρήνης με την Ισπανία τον Δεκέμβριο του 1898 έναντι 20.000.000 δολαρίων.

Στις συζητήσεις σχετικά με την αγορά των Φιλιππίνων, καθώς και για την ανάγκη προσάρτησης ενός τόσο μακρυνού τόπου, ο Πρόεδρος Μακίνλι δίνει την πιο ενδεδειγμένη απάντηση σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις στο Λευκό Οίκο:
«...Στην αρχή σκέφτηκα να πάρουμε μόνο τη Μανίλα και μετά το Λουζόν, ίσως και άλλα νησιά. (..) αλλά σκέφτηκα ότι

1. δε μπορούμε να επιστρέψουμε τις Φιλιππίνες στην Ισπανία γιατί θα ήταν πια πράξη δειλίας,
2. δε μπορούμε να τις παραδώσουμε στη Γαλλία ή Γερμανία- τους εμπορικούς μας ανταγωνιστές στην Ανατολή- μια τέτοια πράξη θα ήταν επιζήμια για το εμπόριο μας.
3. δε μπορούμε να τις αφήσουμε έρμαια της τύχης- οι πολίτες τους δεν είναι ικανοί να κυβερνήσουν τους εαυτούς τους και σύντομα θα μαστίζονταν απο αναρχία και κακοδιοίκηση,
4. και, τέλος, σκέφτηκα ότι πρέπει να (...) εκπαιδεύσουμε τους κατοίκους τους, να τους στηρίξουμε, να τους εκπολιτίσουμε και να τους προσηλυτίσουμε στο χριστιανισμό.»

Τα λόγια αυτά, προερχόμενα από τον ίδιο τον αμερικανό Πρόεδρο αποδεικνύνουν την εφαρμόζουσα πολιτική των ΗΠΑ στη περιφέρειά τους. Η κατασκευή της διώρυγας του Παναμά κατέστησε αναπόφευκτη την υιοθέτηση μιας πολιτικής της ναυτικής ισχύος σε μία ευρύτερη γεωγραφική περιοχή (Δυτικές Ινδίες, Μεξικό, Κεντρική Αμερική, Κολομβία και Βενεζουέλα) με κύριους άξονες την επικύρωση προτεκτοράτων, τον οικονομικό έλεγχο και την αστυνόμευση των «άτακτων» κρατών.

Η πολιτική των προτεκτοράτων

Ο διάδοχος του Μακίνλι, Πρόεδρος Θ. Ρούσβελτ, ασπάστηκε τη δίψα για επεκτατισμό. Σημαντική επιρροή του Ρούζβελτ και άλλων Αμερικανών ηγετών αποτελούσε, την εποχή εκείνη, η εμβληματική φιγούρα του πλοιάρχου Α.Τ. Μέιχαν, θιασώτη και υποστηρικτή της ναυτικής ισχύος, ως μέσο για την περιφερειακή επικράτηση. Ο Wilson ανέπτυξε περαιτέρω την επεκτατική πολιτική του προκατόχου του και ανέλαβε τη διοίκηση των υποθέσεων της Αιτής, μίσθωσε από τη Νικαράγουα για περίοδο ενενήντα εννέα ετών τη ναυτική βάση στο Fonseca Bay και αγόρασε τις δανέζικες Δυτικές Ινδίες. Ως αποτέλεσμα της ταχείας επέκτασης της αμερικανικής επιρροής, οι πολιτικές σχέσεις των χωρών, των οποίων τα συμφέροντα συνόρευαν στην Καραϊβική, επηρεάστηκαν βαθύτατα.

Το 1904 ο Πρόεδρος Ρούσβελτ προέβη σε μια ριζοσπαστική παρέκκλιση από την παραδοσιακή πολιτική των ΗΠΑ, προτείνοντας την ανάληψη της χρηματοπιστωτικής εποπτείας της Δομινικανικής Δημοκρατίας, προκειμένου να αποφευχθεί από ορισμένες ευρωπαϊκές δυνάμεις η αναγκαστική συλλογή των οφειλών από τους υπηκόους τους. Η Γερμανία φαινόταν ιδιαίτερα αποφασισμένη στη διευθέτηση των υποθέσεών της και ήταν γνωστό ότι για χρόνια θεωρούσε το Δόγμα Μονρόε ως το κύριο εμπόδιο προς την απόκτηση σημαίνουσας θέσης στη Λατινική Αμερική. Η μόνο αποτελεσματική μέθοδος για την είσπραξη των τόκων στο εξωτερικό χρέος της Δομινικανικής Δημοκρατίας φάνηκε να είναι η κατάσχεση των σπιτιών από μία ξένη δύναμη. Ο Πρόεδρος Ρούσβελτ προέβλεπε ότι υπό αυτά τα δεδομένα οποιαδήποτε προσπάθεια ευρωπαικής δύναμης να διεκδικήσει τα οφειλόμενα θα αποτελούσε παραβίαση του Δόγματος Μονρόε, οπότε και επέμβαση στα εσωτερικά των ΗΠΑ. Παρά τις επικρίσεις εναντίον της, η συγκεκριμένη πολιτική συνέχισε σε ισχύει στον Άγιο Δομίνικο. Τέλος, τον Ιανουάριο του 1911 υπεγράφη από τον υπουργό Knox συνθήκη διευθέτησης των οικονομικών της Ονδούρας υπό την εποπτεία των Ηνωμένων Πολιτειών, ενώ τον Ιούνιο μια παρόμοια συνθήκη υπεγράφη και με τη Νικαράγουα.

Η πανάκεια της ουδετερότητας

Από την εποχή του Ουάσιγκτον, οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούσαν ένα πείραμα δημοκρατίας. Η ενδεδειγμένη επιλογή πολιτικής ήταν η ασφαλής απόσταση από το παγκόσμιο θέατρο εξελίξεων. Ο Ουάσινγκτον είχε τονίσει ότι «η ανεξάρτητη και απομακρυνσμένη κατάσταση» δικαιολογεί την στάση των ΗΠΑ. Και η πολιτική αυτή δικαιολογείτο από τα γεγονότα. Οι ΗΠΑ βρίσκονταν σε θέση να ακολουθήσουν απρόσκοπτα τη δική τους πολιτική επιλογή, να επεκτείνουν τα θεσμικά τους όργανα σε μια αχανή ήπειρο και να επιτύχουν τεράστια βήματα ακμής και ισχύος στον οικονομικό τομέα. Παρά τη βραχύχρονη παρουσία τους ως έθνος, οι Αμερικανοί θεωρούσαν τη διακυβέρνησή τους, με την εξαίρεση της Μεγάλης Βρετανίας, ως τη παλαιότερη και πιο σταθερή παγκοσμίως και αυτή ακριβώς η ιδιαιτερότητα, σύμφωνα με τους ίδιους, αναγνωρίζει και δικαιολογεί την ανάληψη περισσότερων και μεγαλύτερων ευθυνών ως μέλος μιας κοινωνίας των εθνών.

Έτσι, λοιπόν, στις αρχές του 20ου αιώνα, η πολιτική της απομόνωσης αφορούσε μία διαφορετική εποχή. Οι ΗΠΑ πλέον δεν βρίσκονται σε μία «ανεξάρτητη και απόμακρη» σχέση με τον υπόλοιπο κόσμο. Οι τεχνολογικές καινοτομίες, όπως ο ατμός και η ηλεκτρική ενέργεια, έχουν υπερκαλύψει τις αποστάσεις, καθιστώντας κοντινούς γείτονες τους ευρωπαικούς λαούς. Ο κόσμος, όπως τον ανέλυσαν οι «πατέρες» του αμερικανισμού πριν από εκατό χρόνια περίπου, έχει επέλθει οριστικά. Οι εμπορικές, οικονομικές και κοινωνικές σχέσεις με το υπόλοιπο κόσμο είναι πλέον στενότερες από ποτέ. Συνεπώς, υπό αυτές τις συνθήκες, η πολιτική της απομόνωσης μοίαζει αδύνατη. Για τους διαμορφωτές πολιτικής, η απομόνωση δεν αποτελεί τίποτα περισσότερο από μία παράδοση που έδενε τα χέρια των Αμερικανών διπλωματών και προκαλούσε την άρνηση την αμερικανικού λαού να ενδιαφέρεται για το τί πραγματικά συμβαίνει έξω από τα ασφαλή σύνορα της χώρας. Ο ισπανο-αμερικανικός πόλεμος και η απόκτηση των Φιλιππίνων «προσκάλεσαν» τις ΗΠΑ στο κέντρο των διεθνών εξελίξεων.

Σε διεθνές επίπεδο, η ανάδυση της Ιαπωνίας ως μία πρώτης τάξεως δύναμη, η συνείδηση της νίκης και η προθυμία της να εισέλθει στα παγκόσμια τεκταινόμενα, εισήγαγαν ένα νέο και ανησυχητικό στοιχείο στην παγκόσμια πολιτική σκηνή. Η αμερικανική διπλωματία μετεξελίχθηκε σε ένα εξαιρετικά περίπλοκο είδος πολιτικής «σχοινοβασίας», καθώς, μέχρι πρότινος, οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν η μόνη μεγάλη δύναμη εκτός της ευρωπαϊκής ισορροπίας δυνάμεων. Έτσι, ακόμη και πριν από το Παγκόσμιο Πόλεμο είχε γίνει εμφανές στους παρατηρητές των διεθνών υποθέσεων ότι η ευρωπαϊκή ισορροπία σύντομα θα αντικατασταθεί από μια παγκόσμια, στην οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αναγκαστούν να αναλάβουν τις ευθύνες μίας νέας υπερδύναμης.

Εν τέλει, στις απαρχές του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, ο Πρόεδρος Γουίλσον ακολουθώντας τις παραδόσεις, διακήρυξε την ουδετερότητα των ΗΠΑ, πιθανώς αναλογιζόμενος ότι όσο πιο σχολαστικά κινηθεί ως παρατηρηρτής των εξελίξεων, τόσο μεγαλύτερη θα είναι η ευκαιρία να ενεργήσει ως αμερόληπτος μεσολαβητής στην τελική ρύθμιση των όρων της ειρήνης. Όμως -δεδομένου της αγριότητας των συγκρούσεων- έγινε σαφές ότι η ουδέτερη στάση δεν θα αποφέρει τα αναμενόμενα για τα ζωτικά συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών αν δεν συμμετέχουν, σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό, πιο ενεργά στη παγκόσμια αρένα, δικαιολογώντας με αυτό τον τρόπο το μέγεθος και το κερδισμένο κύρος των τελευταίων δεκαετιών.

Διαβάστε το μέρος Α'
Εγγραφή στο newsletter του PoliticalDoubts.

YOUR OPINION

Το ΚΑΣ αποφάσισε να μην διατεθεί το μνημείο του Παρθενώνα για εκδήλωση οίκου μόδας:

Συμφωνώ. Η προστασία των μνημείων θα πρέπει να είναι απόλυτη
70.2%
Μάλλον διαφωνώ. Θα μπορούσαν να τεθούν αυστηρότεροι όροι.
8.7%
Διαφωνώ με την απόφαση. Δεν μπορεί να χάνονται ευκαιρίες προβολής της χώρας
14.9%
Συμφωνώ να μην διατεθεί ο Παρθενώνας. Δεν θα είχα αντίρρηση αν επρόκειτο για άλλον αρχαιολογικό χώρο
6.1%
Η ψηφοφορία για αυτό το δημοψήφισμα έχει λήξει

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση