Το φαινόμενο Τραμπ-Σάντερς

Συλλογιζόμενος τα παραπάνω, μπορεί κανείς να καταλάβει ότι η απρόσμενη άνοδος υποψηφίων όπως ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Μπέρνι Σάντερς στην αμερικανική πολιτική σκηνή, δεν αποτελεί στην πραγματικότητα έκπληξη.
Όπως έχει αναλύσει ο καθηγητής Τζον Τζ. Μερσχάιμερ και άλλοι ρεαλιστές θεωρητικοί των διεθνών σχέσεων, οι ΗΠΑ από το 1993 και έπειτα ακολούθησαν μια υψηλή στρατηγική παγκόσμιας κυριαρχίας. Αυτή η υψηλή στρατηγική βασίστηκε στην πεποίθηση ότι η φιλελεύθερη δημοκρατία είχε υπερισχύσει πλήρως μετά την πτώση του κομμουνιστικού μπλοκ, και σταδιακά θα εξαπλωνόταν σε ολόκληρο τον κόσμο ως το αναμφισβήτητα καλύτερο δυνατό κοινωνικό σύστημα, με τη συντριπτική αμερικανική υπεροπλία να μπορεί να εγγυηθεί την επιτυχία αυτής της διαδικασίας. Η υψηλή στρατηγική της παγκόσμιας κυριαρχίας υποστηρίχτηκε τόσο από liberals όσο και από νεοσυντηρητικούς, υιοθετήθηκε από αμφότερες τις κυβερνήσεις Μπιλ Κλίντον και Τζωρτζ Γ. Μπους, και καμία αλλαγή πορείας δεν πραγματοποιήθηκε μετά την άνοδο του Μπαράκ Ομπάμα στην εξουσία. Εντούτοις σταδιακά έγινε σαφές ότι η αμερικανική παντοδυναμία ήταν μια αυταπάτη, όπως και ο παγκόσμιος καλπασμός προς τον εκδημοκρατισμό και τη φιλελευθεροποίηση. Ο έλεγχος επί ολόκληρου του πλανήτη και της εξέλιξής του αποδείχτηκε μια χίμαιρα, όμως δεν έχει ακόμη αντικατασταθεί από μια άλλη συγκεκριμένη υψηλή στρατηγική.

Στη φετινή εκλογική περίοδο γίνεται διεθνώς πολύς λόγος για τον Ντόναλντ Τραμπ και ορισμένες απόψεις του, οι οποίες θεωρούνται απαράδεκτες από έναν μεγάλο αριθμό σχολιαστών. Ωστόσο σπάνια τέθηκε το αληθινά σημαντικό ζήτημα, δηλαδή πως και γιατί αυτές οι απόψεις γνωρίζουν μια τόσο ευρεία επιδοκιμασία από σημαντικό τμήμα της αμερικανικής κοινωνίας.

Πιστεύω ότι αυτό που συμβαίνει δεν αφορά μόνο τον κ. Τραμπ και το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, αλλά συνίσταται σε μια ριζική αμφισβήτηση βασικών αντιλήψεων της μεταψυχροπολεμικής αμερικανικής πολιτικής ελίτ, όπως αποδεικνύει η παράλληλη και εξίσου απρόσμενη επιτυχία που καταγράφει ο σοσιαλιστής Μπέρνι Σάντερς στις προκριματικές εκλογές του Δημοκρατικού Κόμματος. Αυτή η αμφισβήτηση πραγματοποιείται ταυτόχρονα και στις δύο ιδεολογικές πτέρυγες, δεξιά και αριστερά, και καταφέρνει να ενθουσιάσει μεγάλο μέρος του αμερικανικού λαού.

Πέραν της καταγγελίας της διαφθοράς, μπορούν να εντοπιστούν δύο κύριοι άξονες κριτικής εναντίον του πολιτικού κατεστημένου: ο πρώτος αφορά την εσωτερική οικονομική κατάσταση, τις προοπτικές απασχόλησης και εισοδήματος για τους Αμερικανούς πολίτες, και ο δεύτερος τη θέση της χώρας στο διεθνές σύστημα. Πράγματι, η ρητορική τόσο του κ. Τραμπ όσο και του κ. Σάντερς κινείται κυρίως πάνω σε αυτούς τους δύο άξονες. Ο Ντόναλντ Τραμπ υπόσχεται να δημιουργήσει περισσότερες θέσεις εργασίας και να ενδυναμώσει τη στρατιωτική ισχύ των ΗΠΑ, περιορίζοντας όμως δραστικά την παρουσία και τις επεμβάσεις τους στο εξωτερικό, ενώ ο Μπέρνι Σάντερς υπόσχεται την εγκαθίδρυση ενός καλύτερου κράτους πρόνοιας και την απεμπλοκή της χώρας από την επεμβατική εξωτερική πολιτική. Και οι δύο υποψήφιοι προτείνουν οικονομικές πολιτικές μερκαντιλιστικής και προστατευτικής λογικής, απορρίπτοντας επιπλέον τον ρόλο των ΗΠΑ ως παγκόσμιων υπερασπιστών και προωθητών της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Βρίσκονται συνεπώς σε αντίθεση με την εθνική υψηλή στρατηγική της μεταψυχροπολεμικής περιόδου και την ιδεολογία της.

Μπορούμε να δούμε ότι τα θεμελιώδη σημεία που ανακινούν οι δύο anti-establishment υποψήφιοι, αντανακλούν τις αποτυχίες του στρατηγικού οράματος των τελευταίων τριών προεδριών. Η υψηλή στρατηγική της παγκόσμιας κυριαρχίας κήρυττε την εξάπλωση της δημοκρατίας και την οικονομική παγκοσμιοποίηση υπό την αμερικανική καθοδήγηση, υποσχόμενη ασφάλεια, σταθερότητα και οικονομική ευμάρεια, όμως σχεδόν ένα τέταρτο του αιώνα αργότερα βρισκόμαστε σε μια άκρως αβέβαιη και ασταθή κατάσταση. Οι επιλογές της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής δεν πέτυχαν τους στόχους τους, προκαλώντας σε πολλές περιπτώσεις χειρότερη αποσταθεροποίηση, ιδιαίτερα στη Μέση Ανατολή. Η εισβολή στο Ιράκ, που αποφασίστηκε από τον πρόεδρο Μπους και υποστηρίχθηκε όχι μόνο από ρεπουμπλικανούς αλλά και από δημοκρατικούς, όπως οι Κλίντον, και η επέμβαση στη Λιβύη, την οποία προώθησαν η τότε υπουργός εξωτερικών Χίλαρυ Κλίντον και ο πρόεδρος Ομπάμα, αντί να μεταδώσουν τη δημοκρατία ευνόησαν την εξάπλωση χάους και εξτρεμισμών.

Στο οικονομικό πεδίο, ένα μεγάλο τμήμα της αμερικανικής και γενικότερα δυτικής βιομηχανίας μετεγκαταστάθηκε σε αναπτυσσόμενες χώρες, ώστε να μειωθεί το κόστος παραγωγής, και αναμενόταν ότι ένα μέρος της δυτικής εργασιακής δύναμης θα μετακινείτο προς τον τριτογενή τομέα, καταλαμβάνοντας πιο αναβαθμισμένες και καλοπληρωμένες θέσεις εργασίας. Δυστυχώς το αποτέλεσμα ήταν μικρότερη απασχόληση και σχετικά μειωμένο εισόδημα για τη δυτική εργατική αλλά και μεσαία τάξη, καθώς οι θέσεις εργασίας στον βιομηχανικό τομέα μειώθηκαν, την ίδια στιγμή που η μετανάστευση προς τη Δύση αυξήθηκε.

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων δύο δεκαετιών η εργατική και μεσαία τάξη των ΗΠΑ και της Δυτικής Ευρώπης υπέστη την πίεση της τεράστιας εργατικής δύναμης χαμηλού κόστους που προσφέρει στις δυτικές επιχειρήσεις κυρίως η κινεζική κομμουνιστική δικτατορία, και η αυξανόμενη μετανάστευση. Εν μέρει συνέπεια αυτής της συνθήκης ήταν επίσης η αύξηση του αμερικανικού δημοσίου χρέους, ώστε να συντηρηθεί το βιοτικό επίπεδο του πληθυσμού, όπως και η παγκόσμιων επιπτώσεων οικονομική κρίση που προέκυψε στις ΗΠΑ το 2008 εξαιτίας των μαζικών ακάλυπτων στεγαστικών δανείων. Ευθύνες για την τελευταία έχει και ο ολοένα πλουσιότερος χρηματοπιστωτικός τομέας, ο οποίος υπήρξε πολύ στενά συνδεδεμένος με την πολιτική ελίτ, και τώρα, όπως ήταν αναμενόμενο, τη στηρίζει ενάντια στην απειλή των newcomers.

Αυτοί οι παράγοντες συντείνουν στη δημιουργία ανασφάλειας και θυμού ανάμεσα στον λαό, καχυποψίας έναντι της οικονομίας της αγοράς και εχθρότητας προς τη μετανάστευση, η οποία ενισχύεται από την επικρατούσα ερμηνεία σχετικά με τη φύση και το μέλλον των πολιτισμικών και θρησκευτικών συγκρούσεων. Θεωρήθηκε ότι η οικονομική ανάπτυξη και ευημερία, μαζί με την εξάπλωση της δημοκρατίας, θα αποδυνάμωναν τις εντάσεις που προκαλούνται από πολιτισμικές και θρησκευτικές διαφορές, εξασφαλίζοντας την εξασθένιση ή και εξαφάνισή τους. Σύμφωνα με το σχέδιο, στο προσεχές μέλλον το μεγαλύτερο μέρος του κόσμου θα ήταν δημοκρατικό, ομογενοποιημένο, ελεύθερο, τα ανθρώπινα δικαιώματα θα είχαν επικρατήσει, και αυτού του είδους τα προβλήματα θα ξεπερνιόνταν μέσα σε μια παγκόσμια κοινωνία. Όμως τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν έτσι. Το σχέδιο απέτυχε και κατέληξε να οξύνει διαμάχες και εντάσεις.

Παρ'όλα αυτά δεν είναι ιδιαίτερα πιθανή η υιοθέτηση εναλλακτικών στρατηγικών οραμάτων από το τωρινό πολιτικό κατεστημένο, από τη στιγμή που για να προχωρήσει σε κάτι τέτοιο θα έπρεπε να εγκαταλείψει, ή τουλάχιστον να θέσει σοβαρά υπό συζήτηση, αξιώματα και θέσεις κλειδιά της ιδεολογίας του, όπως η πολυπολιτισμικότητα, η παγκοσμιοποίηση, ο οικουμενισμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κλπ. Από την άλλη πλευρά οι anti-establishment υποψήφιοι, ελεύθεροι από την υποχρέωση σεβασμού μιας εννοιολογικής ορθοδοξίας, έχουν την ευκαιρία να δίνουν απαντήσεις και να προωθούν ιδέες που ενοχλούν τους mainstream πολιτικούς και αναλυτές, αποδεικνύονται όμως πολύ ελκυστικές για σημαντικό μέρος της αμερικανικής κοινωνίας.

Συλλογιζόμενος τα παραπάνω, μπορεί κανείς να καταλάβει ότι η απρόσμενη άνοδος υποψηφίων όπως ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Μπέρνι Σάντερς στην αμερικανική πολιτική σκηνή, δεν αποτελεί στην πραγματικότητα έκπληξη. Αντίθετα, αν δεν πραγματοποιηθεί μια γενναία και σοβαρή αναθεώρηση της εθνικής υψηλής στρατηγικής των ΗΠΑ, ευνοώντας πιο ρεαλιστικές αντιλήψεις, εκείνο που το 2016 ακούγεται ακραίο, πλησιάζοντας προς το 2020 πιθανότατα θα θεωρείται μετριοπαθές.

Δημοσιεύτηκε αρχικά στην ιταλική γλώσσα από την ιστοσελίδα «Gli Immoderati», στις 5 Απριλίου 2016
Περισσότερα:
Εγγραφή στο newsletter του PoliticalDoubts.

YOUR OPINION

Το ΚΑΣ αποφάσισε να μην διατεθεί το μνημείο του Παρθενώνα για εκδήλωση οίκου μόδας:

Συμφωνώ. Η προστασία των μνημείων θα πρέπει να είναι απόλυτη
70.2%
Μάλλον διαφωνώ. Θα μπορούσαν να τεθούν αυστηρότεροι όροι.
8.7%
Διαφωνώ με την απόφαση. Δεν μπορεί να χάνονται ευκαιρίες προβολής της χώρας
14.9%
Συμφωνώ να μην διατεθεί ο Παρθενώνας. Δεν θα είχα αντίρρηση αν επρόκειτο για άλλον αρχαιολογικό χώρο
6.1%
Η ψηφοφορία για αυτό το δημοψήφισμα έχει λήξει

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση