Οικονομία 06/02/2015

To δίλημμα και το στοίχημα του ΣΥΡΙΖΑ

Αυτό ακριβώς είναι και το δίλλημα που αντιμετωπίζει εσωτερικά ο ΣΥΡΙΖΑ. Θα δράσει σε μια Ευρώπη συντηρητική ή θα επιδιώξει να υιοθετήσει αντι – ευρωπαϊκές πολιτικές, οι οποίες θα βασίζονται στην εθνική κυριαρχία και στον απομονωτισμό;
Συμπληρώθηκαν αισίως δυο βδομάδες κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Κεντρικό πρόσωπο αυτής της περιόδου είναι βεβαίως ο κ. Τσίπρας, αλλά κυρίως ο κ. Βαρουφάκης, ο οποίος έχει γίνει ευρωπαϊκό trend όχι μόνο λόγω αυτών που λέει, αλλά κυρίως λόγω του τρόπου και της στάσης του. Απ’ ότι φαίνεται, η συζήτηση για το χρέος και της κινήσεις της ελληνικής πλευράς, θα ανοίξει πολύ γρήγορα. Μια άλλη συζήτηση που ήδη άνοιξε σε ευρωπαϊκό επίπεδο, από την πρώτη ημέρα κιόλας, είναι η αποκωδικοποίηση της νίκης του ΣΥΡΙΖΑ σε σχέση με την Ε.Ε και η ανάγνωση των αποτελεσμάτων για τα αριστερά και τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα. Ο ΣΥΡΙΖΑ ανήκει στα λεγόμενα κόμματα της μετακομμουνιστικής ριζοσπαστικής αριστεράς. Τα κόμματα αυτά ειδικότερα στις αρχές του ’90 πέρασαν μια πρωτοφανή ιδεολογική, οργανική και εκλογική κρίση, καθώς πλέον έπρεπε να δράσουν σε έναν μονοπολικό κόσμο, στον οποίο κανένας πλέον δεν μιλούσε για την κατάργηση του καπιταλισμού, τη ρύθμιση των δυσλειτουργιών ή τον περιορισμό των υπερβολών του, ή ακόμα και την απλή περιστολή των πιο κατάφορα καταστροφικών κοινωνικών αποτελεσμάτων του. Κάθε αναφορά για επανάσταση ποινικοποιήθηκε και τη θέση της πήρε σταδιακά ο ρεφορμισμός.

Ένα κρίσιμο θέμα το οποίο δείχνει να ταλανίζει τα κόμματα αυτά, αλλά και τη Σοσιαλδημοκρατία (η οποία έχει μια συνεχιζόμενη πτωτική τάση σε όλη την Ευρώπη, λόγω της ταύτισής της με νεοφιλελεύθερες πολιτικές), είναι η ίδια η Ε.Ε. ως θεσμός. Και αυτό διότι είναι ένας θεσμός συντηρητικός εν τη γενέσει του , ο οποίος στη βάση της ομοφωνίας δεν επιτρέπει τον ήπιο μεταρρυθμισμό, πόσο μάλλον τον ισχυρό μεταρρυθμισμό με επαναστατικές τάσεις. Με άλλα λόγια, η Ε.Ε. είναι ένα συντηρητικό πεδίο πολιτικής στο οποίο δεν έχουν θέση οι αριστερόστροφες ιδέες. Ακόμα και αν τα κόμματα της ριζοσπαστικής αριστεράς, αποφασίσουν από κοινού ή χωριστά να προχωρήσουν σε ρηξικέλευθες προτάσεις, όπως για παράδειγμα έξοδο των χωρών τους από την Ε.Ε και την ΟΝΕ, τότε το εύλογο ερώτημα που αναδύεται είναι κατά πόσο ακόμα και εκτός Ευρώπης θα είναι πραγματικά ανεξάρτητες οι πολιτικές τους. Επιπροσθέτως, η νεοφιλελεύθερη καπιταλιστική ηγεμονία της Ε.Ε. μπορεί να επιτρέπει τον ήπιο μεταρρυθμισμό μόνο σε ότι έχει να κάνει με πολιτικές «δεύτερης τάξης». Τέτοιες πολιτικές είναι οι μετα- υλιστικές αξίες, και τις αναγάγουν σε κεντρικό κομμάτι της πολιτικής τους. Η Ε.Ε για να διατηρήσει την «επίπλαστη συναίνεση» που κυριαρχεί στους κόλπους της, πραγματοποιεί μετά από πιέσεις κάποιες πολιτικές για την ενίσχυση των ατομικών δικαιωμάτων, των δικαιωμάτων των ομοφυλόφιλων, των μεταναστών, των φεμινιστριών και κάνει κάποια βήματα σε ότι έχει να κάνει με τη σωτηρία του περιβάλλοντος (απόρροια της σταθερής και ολοένα και αυξανόμενης επιρροής των Πράσινων κομμάτων στην Ε.Ε.).

Πέραν όμως από την εφαρμογή κάποιων μετα- υλιστικών πολιτικών, τα περιθώρια παρέμβασης των κομμάτων της Ριζοσπαστικής Αριστεράς σε «πολιτικά θέματα υψίστης σημασίας» (οικονομία, σταθερότητα, ανάπτυξη, εργασιακές σχέσεις, ασφάλεια, εξωτερική πολιτική, αγροτική πολιτική κτλ. ) είναι από ελάχιστα ως μηδαμινά. Το σημαντικότερο πρόβλημα που δημιουργείται για τα κόμματα αυτά είναι πρόβλημα στρατηγικής πολιτικής και έχει διπλό περιορισμό: τα κόμματα αυτά ήταν ιστορικά πιο φιλοευρωπαϊκά κόμματα απ’ ότι ήταν τα παραδοσιακά σκληροπυρηνικά κομμουνιστικά κόμματα. Όμως, σε μια Ευρώπη συντηρητική και θεσμικά νεοφιλελεύθερη πώς μπορούν τα κόμματα αυτά να διατηρήσουν την ευρωπαϊκή τους επιλογή όντας παγιδευμένα σε ένα θεσμικό σύστημα που το μόνο που επιτρέπει, και αυτό αρκετά μακροπρόθεσμα, είναι ο ήπιος ρεφορμισμός; Και πάλι όμως, εάν τα κόμματα αυτά επιλέξουν να δράσουν εκτός ευρωζώνης και Ε.Ε, τι πραγματικά περιθώρια θα έχουν για μια άλλη πολιτική, όταν η Ευρώπη, ως μεγάλη «συμπαγής» οικονομική δύναμη, θα εξακολουθεί να προσδιορίζει τους όρους άσκησης οικονομικής πολιτικής και για όσους βρίσκονται «εκτός» ενωσιακού χώρου.

Αυτό ακριβώς είναι και το δίλλημα που αντιμετωπίζει εσωτερικά ο ΣΥΡΙΖΑ. Θα δράσει σε μια Ευρώπη συντηρητική ή θα επιδιώξει να υιοθετήσει αντι – ευρωπαϊκές πολιτικές, οι οποίες θα βασίζονται στην εθνική κυριαρχία και στον απομονωτισμό; Θα επιμένουν τα κόμματα αυτά να δρουν τοπικά εμποτισμένα με κινηματικές λογικές ή θα προσπαθήσουν να εκμεταλλευτούν την παρούσα οικονομική κατάσταση ώστε μακροπρόθεσμα να ηγεμονεύσουν ιδεολογικά, πολιτικά και εκλογικά, μιας και ο άκρατος φιλελευθερισμός έδειξε τα όριά του με αφορμή την οικονομική κρίση; Θα επιδιώξουν την ευρωπαϊκή συνεργασία ή θα επιμείνουν σε εθνική δράση, στους εθνικούς δρόμους προς το σοσιαλισμό; Θα προτείνουν μια συγκροτημένη, εναλλακτική και εφαρμόσιμη οικονομική πολιτική ή θα συνεχίζουν απλώς να κατακρίνουν τις ευρωπαϊκές πολιτικές ως νεοφιλελεύθερες και ταξικές; Μέσω της κρίσης μπορούν και τα ίδια να αποκτήσουν μια καθαρή πολιτική ταυτότητα και να εκφράσουν κάποια μηνύματα του παρελθόντος τους, όπως την ενίσχυση των θεσμών τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε εθνικό επίπεδο και τη ρύθμιση των αγορών. Αυτό είναι το στοίχημα του ΣΥΡΙΖΑ, και για τον λόγο αυτό τα στελέχη του βάζουν γύρω από το πρόβλημα ευρωπαϊκό και όχι εθνικό πλαίσιο.

Ο ΣΥΡΙΖΑ αν καταφέρει να πετύχει, αφενός θα κάνει καλό στη χώρα, αφετέρου θα δώσει ώθηση σε άλλα αριστερά κόμματα να διεκδικήσουν την κυβέρνηση στις χώρες τους, καθώς ο μονόδρομος της λιτότητας θα έχει καταρρεύσει. Ενδεχόμενη επιτυχία του ΣΥΡΙΖΑ, θα δημιουργήσει πρόσφορο έδαφος για συμμαχίες που θα στοχεύουν σε μια γενικότερη ευρωπαϊκή αλλαγή. Αν δεν πετύχει κάτι, θα μιλούν όλοι για αριστερή παρένθεση και θα επανέλθουμε στις θριαμβολογίες των νεοφιλελεύθερων περί μονόδρομων και καθόλου εναλλακτικών. Επειδή ακριβώς ο άκρατος νεοφιλελευθερισμός και οι οπαδοί της Θάτσερ, του Ρήγκαν και της Σχολής του Σικάγο, μας έφεραν ως εδώ, όλοι πρέπει να ευχόμαστε να πετύχει ο ΣΥΡΙΖΑ ώστε να ταρακουνηθεί η Ευρώπη και να αρχίσει επιτέλους να βάζει σε πρώτο πλάνο τον άνθρωπο και όχι τις αγορές.
Εγγραφή στο newsletter του PoliticalDoubts.

YOUR OPINION

Το ΚΑΣ αποφάσισε να μην διατεθεί το μνημείο του Παρθενώνα για εκδήλωση οίκου μόδας:

Συμφωνώ. Η προστασία των μνημείων θα πρέπει να είναι απόλυτη
70.2%
Μάλλον διαφωνώ. Θα μπορούσαν να τεθούν αυστηρότεροι όροι.
8.7%
Διαφωνώ με την απόφαση. Δεν μπορεί να χάνονται ευκαιρίες προβολής της χώρας
14.9%
Συμφωνώ να μην διατεθεί ο Παρθενώνας. Δεν θα είχα αντίρρηση αν επρόκειτο για άλλον αρχαιολογικό χώρο
6.1%
Η ψηφοφορία για αυτό το δημοψήφισμα έχει λήξει

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση