Και ενώ η λογική λέει ότι μια χώρα με κύρια οικονομικά στοιχεία, τη μεταποίηση και την αγροτική οικονομία, θα έστρεφε τη γνώση της πάνω σε αυτούς τους δύο τομείς. Λάθος. Θεώρησε καλύτερο να γεμίσει η Ελλάδα με πανεπιστήμια φιλολόγων, φυσικομαθηματικών, δικηγόρων, αρχιτεκτόνων…
Όλοι φαντάζομαι θα έχετε διαβάσει ή θα έχετε ακούσει τη χιλιοειπωμένη ατάκα ότι σαν χώρα έχουμε πάρα πολλές μικρές επιχειρήσεις που συγκεντρώνουν ένα πλήθος αρνητικών χαρακτηριστικών, από τη φοροδιαφυγή μέχρι τη μικρή εξελιξιμότητα. Στη θέση τους θα μπορούσαν να βρίσκονται μεγάλες οργανωμένες εταιρίες που θα ήταν δύσκολο να φοροδιαφύγουν και ταυτόχρονα θα μπορούσαν να είναι περισσότερο ανταγωνιστικές.

Για να δούμε όμως πως είναι τα πράγματα για να καταλάβουμε τι συμβαίνει. Είναι αλήθεια ότι η επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα δεν είχε αποκτήσει ποτέ τη βαρύτητα που της άξιζε. Παρόλο που τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια η χώρα εξελίχθηκε σε μια χώρα μεταποίησης, το γεγονός ότι ποτέ δεν επένδυσε στην έρευνα ή ας το πούμε καλύτερα στο συνδυασμό της μεταποίησης με την ανάπτυξη μηχανολογικού εξοπλισμού, είχε ως αποτέλεσμα η μεταποίηση να σβήσει, η δε αγροτική παράγωγή που παραδοσιακά ήταν ένας σημαντικός κλάδος της οικονομίας να παραμένει ένας κλάδος με χαμηλή παραγωγικότητα.
 
Πάντα η μεταποίηση αλλά πολύ περισσότερο η αγροτική οικονομία υπέφερε από φτωχή προστασία των εργαζομένων, από χαμηλής ποιότητας εργοδότες και από φτωχές επιδόσεις παραγωγικότητας και εξέλιξης. Θεωρητικά, το κράτος ποτέ δεν άφησε στην τύχη κανέναν από αυτούς τους κλάδους της οικονομίας. Από τη βυρσοδεψία που προπολεμικά θεωρούνταν ένας από τους βασικούς κλάδους μεταποίησης στη χώρα μας μέχρι τη μεταλλουργία και τη παραγωγή σταφίδας πάντα υπήρχαν νόμοι ή βασιλικά διατάγματα που ρύθμιζαν τη λειτουργία τους.
 
Στη πραγματικότητα η νομοθεσία που ρυθμίζει τις οικονομικές παραμέτρους της χώρας μας δε διαφέρει και πολύ από τον Κώδικά Οδικής Κυκλοφορίας, τόσο από το πώς τον σέβονται οι πολίτες όσο και από το πώς τον αντιμετωπίζει η πολιτεία. Έτσι όλοι ξέρουμε ότι υπάρχουν όρια ταχύτητας που δε τα σέβεται κανένας, θέσεις στάθμευσης σε σημεία που υπάρχουν πινακίδες απαγόρευσης, διαγραμμίσεις που δεν λαμβάνονται ποτέ και από κανέναν υπόψη.
 
Το ίδιο συνέβαινε παντού! Αν δει κανείς τη νομοθεσία για να ξεκινήσει και να λειτουργήσει μια μεταποιητική επιχείρηση και θελήσει να ακολουθήσει το γράμμα του νόμου στο εκατό τοις εκατό, μάλλον δε θα το επιχειρούσε ποτέ. Ή και να το επιχειρούσε, δε θα κατέληγε πουθενά. Αυτή είναι η χώρα μας. Μια χώρα που είτε νομίζει ότι με το να νομοθετεί σαν να είμαστε Σουηδία, θα γίνουμε Σουηδία ή που νομίζει ότι η υποχρέωση του σταματά σε ένα κείμενο. Να γραφεί ο νόμος και μετά ο καθένας ας κάνει του κεφαλιού του. Αυτή η αναντιστοιχία όμως λόγων και έργων είχε πολλές παρενέργειες που ουσιαστικά μας ταλανίζουν ακόμα και σήμερα.
 
Η πρώτη έχει να κάνει με τη διαφθορά. Όταν έχεις νόμους πρακτικά ανεφάρμοστους είναι στο χέρι της εξουσίας να επιτρέψει σε όποιον κρίνει αυτή για να δώσει την άδεια λειτουργίας. Μπορεί να αδιαφορήσει, μπορεί να εκβιάσει ή μπορεί και να απαγορεύσει. Έτσι λειτουργούσε το πλέγμα πολιτικό προσωπικό – δημόσια διοίκηση τις προηγούμενες δεκαετίες. Αυτό είχε σαν επόμενο αποτέλεσμα (τη δεύτερη παρενέργεια) να αναδείξει ανθρώπους με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά ως επιχειρηματίες, ανθρώπους με θράσος που δίνουν περισσότερη βαρύτητα στις διαπροσωπικές σχέσεις (βλέπε διαπλοκή) παρά στην καθαυτού εργασία.

Είναι αστείο να περιμένουμε από επιχειρηματίες αυτής της κατηγορίας να οδηγήσουν τη χώρα έξω από τη κρίση, να είναι αυτοί οι φωτισμένος ιδιωτικός τομέας. Απλά δεν γίνεται.
 
Υπάρχει βέβαια και κάτι άλλο. Η Ελλάδα ποτέ της δεν επένδυσε στον εγχώριο μηχανολογικό εξοπλισμό ως μέσο για την αύξηση της παραγωγικότητάς του. Ο μηχανολογικός εξοπλισμός ήταν πάντα ξενόφερτος, ακριβός και επειδή ο υπόλοιπος κόσμος έτρεχε με ταχύτητες μεγαλύτερες από τη δική μας ικανότητα να είμαστε ανταγωνιστικοί, πάντα υπολείπονταν σε σχέση με τον αντίστοιχο των βορειοευρωπαϊκών χωρών. Δηλαδή μπορεί τα μηχανήματα μας να ήταν γερμανικά, ποτέ όμως δεν έφτασαν στο σημείο να είναι του ίδιου επιπέδου με τα γερμανικά μηχανήματα που χρησιμοποιούνταν στα γερμανικά εργοστάσια.
 
Αν ρωτήσει κανείς παλιούς μαστόρους ή και εργοστασιάρχες για τον τρόπο που επεξεργάζονταν το ξύλο ή το σίδερο τη δεκαετία του ’50, του ’60 ή και του ’70 και μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1980 θα ακούσει ιστορίες για μια ντουζίνα ανθρώπους που χρειάζονταν για να φορτωθεί ή να ξεφορτωθεί ένα φορτηγό, τη στιγμή που με ένα περονοφόρο όχημα ή μια γερανογέφυρα αυτή η εργασία γίνεται με δύο μόλις άτομα. Θα ακούσει για τρομερή σωματική κούραση και για αμφίβολους κανόνες ασφαλείας. Αυτά είχαν άλλη μια παρενέργεια. Άτομα υψηλού μορφωτικού επιπέδου απέφευγαν τέτοιες εργασίες. Έτσι όταν ξαφνικά βρέθηκαν λεφτά με την είσοδο μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν τα παλιά μαστόρια που εξελίχθηκαν σε εργοστασιάρχες, αφήνοντας τους μορφωμένους με την απορία το πώς γίνεται να μένουν εκτός αντικειμένου και να παρακαλάνε τα πρώην μαστόρια και μετέπειτα εργοστασιάρχες για ένα μεροκάματο.
 
Αντίστοιχη ήταν η κατάσταση και στην αγροτική οικονομία, η οποία μαζί με τον τουρισμό θεωρούνταν τα τελευταία χρόνια πρωταθλήτριες στη μαύρη εργασία. Γιατί αν πάμε λίγο πιο παλιά, τα άτομα που απασχολούνταν στην ύπαιθρο πρακτικά δεν θεωρούνταν καν εργαζόμενοι, χωρίς φυσικά να πληρώνουν ασφαλιστικές εισφορές αλλά και χωρίς να περιμένουν κάποια ουσιαστική ανταπόδοση στα γεράματά τους πέρα από ένα μικρό βοήθημα, ήταν ουσιαστικά εξαρτημένοι από την ικανότητά τους να εργάζονται και από τη βοήθεια συγγενών – εφόσον υπήρχαν. Υπό αυτές τις συνθήκες το επίπεδο των ατόμων που απασχολούνταν σε τέτοιες εργασίες παρέμενε χαμηλό αφού τα μορφωμένα παιδιά των αγροτών δεν επέστρεφαν στις εργασίες των γονιών τους.
 
Και ενώ η λογική λέει ότι μια χώρα με κύρια οικονομικά στοιχεία, τη μεταποίηση και την αγροτική οικονομία, θα έστρεφε τη γνώση της πάνω σε αυτούς τους δύο τομείς. Λάθος. Θεώρησε καλύτερο να γεμίσει η Ελλάδα με πανεπιστήμια φιλολόγων, φυσικομαθηματικών, δικηγόρων, αρχιτεκτόνων… Αντί οι σπουδές αλλά και έρευνα των πανεπιστημίων να επικεντρωθεί σε τομείς όπως είναι η γεωργική παραγωγή, η αλιεία, η μεταποίηση του ξύλου, του σιδήρου ή η κλωστοϋφαντουργία, φτιάξαμε ένα πλέγμα πανεπιστημίων άσχετων με τη παραγωγή.

Μια μικρή σύγκριση με τη Γερμανία είναι αρκετή για να δείξει το μέγεθος της διαφοράς. Dr. Porsche, Dr. Krammer, Dr. Deutsch, μερικά από τα ονόματα που πρόχειρα μου έρχονται στο μυαλό, επιστημόνων και ομώνυμων εταιριών που απέκτησαν διεθνή φήμη στο τομέα τους η κάθε μια.
 
Αν θέλουμε λοιπόν ένα νέο ήθος στην ιδιωτική οικονομία της χώρας ας δούμε το πρόβλημα κατάματα. Το αν έχουμε πολλές ή λίγες μικρές ή μεγάλες εταιρίες δεν είναι το ουσιαστικό θέμα. Το βασικότερο ζήτημα είναι η νομοθεσία αλλά και οι ελεγκτικές αρχές που καλύπτουν τη λειτουργία των επιχειρήσεων. Με νομοθεσία απλή και ξεκάθαρη που να μη ζητάει τον ουρανό με τα άστρα, που να μην επιδέχεται παρερμηνείες , με ελεγκτικές αρχές που θα ελέγχουν χωρίς να εκβιάζουν, θα δημιουργηθεί το πλαίσιο για να αναπτυχθεί μια νέα γενιά επιχειρηματιών. Με πανεπιστήμια που θα βλέπουν το περιβάλλον γύρω τους ως πεδίο δράσης. Δε μπορεί ένα πολυτεχνείο σε μια περιοχή που δίπλα του υπάρχουν πχ ορυχεία να δίνει έμφαση στην έρευνα για το μποζόνιο. Λυπάμαι, αλλά σαν χώρα δεν έχουμε πλέον αυτή τη πολυτέλεια. Θα πρέπει να κάνει τα αδύνατα δυνατά ώστε να βοηθήσει τη τοπική οικονομία να αναπτυχθεί. Με νέους επιστήμονες που από το πανεπιστήμιο θα μαθαίνουν για την επιχειρηματικότητα και θα έχουν βοήθεια στα πρώτα τους βήματα για να σταδιοδρομήσουν είτε ως νέοι επιχειρηματίες, είτε ως επιστημονικό προσωπικό μεγάλων επιχειρήσεων. Εποχές που σε συνέντευξη για είσοδο σε μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών προσέρχονταν οι υποψήφιοι με την ατάκα «θέλω το πτυχίο για τα μόρια για να μπω στο δημόσιο» πρέπει να περάσουν ανεπιστρεπτί!
 
Επέλεξα ως τίτλο του άρθρου το ομώνυμο βιβλίο του πρώην υπουργού κου Λιάπη. Για να θυμόμαστε ότι δε πάσχουμε από λόγια, μια χαρά τα λέμε όλοι, και εγώ και ο πρώην υπουργός καλά τα έλεγε όταν ήταν στις δόξες του. Από πράξεις πάσχουμε και από κολλήματα σε στερεότυπα. Δεν είναι δυνατόν να πιστέψουμε ότι το πρόβλημα μας είναι το πλήθος των μικρών εταιριών. Αλλού είναι το πρόβλημα. Ας λύσουμε πρώτα το θέμα του πλαισίου λειτουργίας τους και η οικονομία θα βρει μόνη της την άκρη.
Εγγραφή στο newsletter του PoliticalDoubts.

YOUR OPINION

Το ΚΑΣ αποφάσισε να μην διατεθεί το μνημείο του Παρθενώνα για εκδήλωση οίκου μόδας:

Συμφωνώ. Η προστασία των μνημείων θα πρέπει να είναι απόλυτη
70.2%
Μάλλον διαφωνώ. Θα μπορούσαν να τεθούν αυστηρότεροι όροι.
8.7%
Διαφωνώ με την απόφαση. Δεν μπορεί να χάνονται ευκαιρίες προβολής της χώρας
14.9%
Συμφωνώ να μην διατεθεί ο Παρθενώνας. Δεν θα είχα αντίρρηση αν επρόκειτο για άλλον αρχαιολογικό χώρο
6.1%
Η ψηφοφορία για αυτό το δημοψήφισμα έχει λήξει

Σχόλια   

0 #1 ΓΙΑΓΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ 10-03-2014 10:37
Πολυ σωστες οι επισημανσεις του αρθρου.
Να συμπληρωσω οσο αναφορα τις επιχειρησεις.
Οι μεγαλες επιχειρησεις οχι μονο δεν ελυσαν το προβλημα της φοροδιαφυγης αλλα το νομιμοποιησαν.
Οχι μονο δεν μειωσαν την διαφθορα αλλα πρωτοστατησαν σ αυτην.
Η συντριπτικη τους πλειοψηφια ειναι ξενες εταιρειες μη παραγωγικες.
Δηλαδη σαν να μην εφτανε που παραγουμε ελαχιστα και πληρωνουμε ξενους για να παραγουν αυτα που αγοραζουμε, τωρα πληρωνουμε ξενους για να τα εμπορευονται.
Αν υπολογισουμε και οτι τα παραγομενα στην Ελλαδα τα παραγουν σε μεγαλος μερος αλλοδαποι εργαζομενοι, καταλαβαινουμε οτι δεν υπαρχει περιπτωση να παμε μπροστα.
Το μεγαλυτερο ομως κατορθωμα των ξενων κολοσσων ειναι οτι επετειναν το ηδη οξυ πολιτικο προβλημα της χωρας δωροδοκοντας και εξαγοραζοντας οχι πια μεμονομενους πολιτικους και αξιωματουχους αλλα ολοκληρες κυβερνησεις και κοινοβουλια.
Παράθεση

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση