Ευρώπη 22/01/2015

Δυτικά Βαλκάνια, μία ‘’ταραγμένη γειτονιά’’ και οι στρατολογήσεις του ISIS στην περιοχή

Σήμερα όμως, τα Δυτικά Βαλκάνια αντιμετωπίζουν μια ακόμη σημαντική πρόκληση, το Ισλαμικό Κράτος, λόγω της εσωτερικής κατάστασης που επικρατεί στα κράτη των Δυτικών Βαλκανίων τα καθιστά πιο τρωτά σε τέτοιες προκλήσεις, τα ίδια τα κράτη πρέπει να αναπτύξουν συντονισμένες πολιτικές αλλά και σε συνεργασία μεταξύ τους και με τη διεθνή κοινότητα έτσι ώστε να αντιμετωπίσουν την απειλή του Ισλαμικού Κράτους, του οποίου οι δραστηριότητες απειλούν τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια.
Σύμφωνα με τον Ε. Gibbon ‘’Το σύνολο των βαλκανικών εθνών κρατών που αναδύθηκαν τον 19ο αιώνα από τα ερείπια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, κληρονόμησαν το προπατορικό αμάρτημα του να έχουν υπάρξει τμήμα ενός σκοτεινού ανατολίζοντος πολιτισμού, ο οποίος μάλιστα απέβαλε και τον τελευταίο θρησκευτικό δεσμό με τη Δύση όταν μετασχηματίστηκε σε οθωμανικό’’. Από τα λόγια του Gibbon συνειδητοποιούμε ότι ο ζωγραφικός πίνακας της περιοχής των Δυτικών Βαλκανίων είναι βαμμένος με τα πιο σκοτεινά χρώματα. Διερευνώντας τη διεθνή βιβλιογραφία συμπεραίνουμε ότι ο Gibbon δεν είναι ο μόνος που έχει αυτή την άποψη για τα Δυτικά Βαλκάνια.

Αυτή η γειτονιά της Νοτιοανατολικής Ευρώπης βρίσκεται στο επίκεντρο των συζητήσεων για πολλούς ακαδημαϊκούς, πολιτικούς αναλυτές κ.λ.π και οι απόψεις τους διίστανται. Πιο συγκεκριμένα, για κάποιους η περιοχή αυτή είναι το ‘’κακό παιδί’’ της Ευρωπαϊκής Ηπείρου ενώ άλλοι χαιρετίζουν την πρόοδο των κρατών αυτών τα τελευταία χρόνια και στηρίζουν την ενσωμάτωση τους στους ευρω-ατλαντικούς θεσμούς.

Ρίχνοντας μια γρήγορη ματιά στα γεγονότα όπως έχουν εξελιχθεί στο εγγύς παρελθόν, παρατηρούμε ότι πολλοί αναλυτές και ακόμη και τα ΜΜΕ φαίνεται να μην αναγνωρίζουν την περιπλοκότητα των προβλημάτων της περιοχής και να κάνουν απλοποιημένες τοποθετήσεις όπως για παράδειγμα ότι οι λαοί αυτοί διακατέχονται από αρχαίο εθνοτικό μίσος και άλλες παρεμφερείς τοποθετήσεις. Αυτό όμως είναι αναληθές, αυτοί οι λαοί έζησαν και συνεργάστηκαν μεταξύ τους για πολλά χρόνια ειρηνικά και χωρίς ενδείξεις εθνοτικών παθών.

Κατά τη γνώμη μου το ζήτημα είναι περίπλοκο, τα αίτια διάλύσης της Γιουγκοσλαβίας είναι πολλά και αλληλεπικαλύπτονται. Αξίζει να αναφερθούν μερικοί από τους λόγους που υποστηρίζονται είτε από ακαδημαϊκούς είτε από πολιτικούς καθώς ακόμη και σήμερα όπως έχω επαναλάβει και σε προηγούμενο άρθρο τα Δυτικά Βαλκάνια αποτελούν μια ‘’χαίνουσα πληγή’’ και παρά τα σημάδια προόδου που αδιαμφισβήτητα είναι εμφανή, το γεγονός ότι ένας από τους μεγαλύτερους κινδύνους για τη διεθνή αλλά και εξωτερική ασφάλεια των κρατών, το ‘’Ισλαμικό Κράτος’’ τροφοδοτείται με ‘’εθελοντές’’ και από την περιοχή των Δυτικών Βαλκανίων χρήζει ιδιαίτερης προσοχής.

Φυσικά, η περιοχή εκείνη δεν είναι η μόνη που στην οποία η διαδικτυακή προπαγάνδα (κατά κύριο λόγο) μελών του Ισλαμικού Κράτους (ISIS) βρίσκει υποστηρικτές, βλέπουμε ένα υψηλό ποσοστό στρατολογήσεων από πολλές ευρωπαϊκές χώρες και όχι μόνο. Η περίπτωση των κρατών των Δυτικών Βαλκανίων είναι καίριας σημασίας διότι λόγω της υπάρχουσας κατάστασης και της αδυναμίας των κρατικών θεσμών τέτοιου είδους προκλήσεις κάνουν τα κράτη αυτά ακόμα πιο ευάλωτα. Μελετώντας τα βασικά αίτια που σύμφωνα με τη διεθνή βιβλιογραφία οδήγησαν στη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, θα δώσει μια σαφέστερη εικόνα για την κατάσταση που επικρατούσε και επικρατεί στην περιοχή όπως και στο πως μπορούν με βάση τα δεδομένα αυτά οι κρατικοί αλλά και διεθνείς δρώντες να διασφαλίσουν την ασφάλεια των κρατών αυτών και να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα για την αποφυγή τυχόν δυσάρεστων γεγονότων, απότοκο των δράσεων των μελών του ISIS.

Σύμφωνα με τον Dehan Jovic επτά κύριοι τύποι επιχειρημάτων που προκύπτουν ως λόγοι της κατάρρευσης της Γιουγκοσλαβίας είναι ο οικονομικός παράγοντας, τα αρχαία εθνοτικά μίση, ο εθνικισμός, ο πολιτιστικός, η διαμόρφωση της διεθνούς πολιτικής, ο ‘’ρόλος της προσωπικότητας’’ και η ‘’πτώση των αυτοκρατοριών’’. Κάνοντας μια αποτίμηση των υπάρχουσων προσεγγίσεων, ξεκινώντας από τον οικονομικό παράγοντα, υποστηρίζεται ότι είναι ένα σοβαρό επιχείρημα όμως δεν καταφέρνει να εξηγήσει την ‘’παροιμιώδη αυτή καταιγίδα’’. Πιο αναλυτικά, η οικονομική προσέγγιση στηρίζεται στο ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης κατά τα τέλη της δεκατίας του 1970 και αρχές του 1980, η οποία διεύρυνε το χάσμα των αναπτυγμένων και υποανάπτυκτων περιοχών της Ομοσπονδίας. Βέβαια, παρά τις δηλώσεις της Σλοβενίας και του Κοσσυφοπεδίου, που άνηκαν στους δύο αντίθετους πόλους της οικονομικής ανάπτυξης, καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι δεν επωφελούνται από το να παραμείνουν περαιτέρω στη Γιουγκοσλαβία. Συμβαίνει όμως το εξής οξύμωρο, την περίοδο που προέκυψε η βίαιη διάλυση της Ομοσπονδίας, φαίνεται ότι οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις της νέας ηγεσίας του Ante Markovic ( Ιανουάριος 1989) δείχνουν εμφανή θετικά αποτελέσματα . Επιπλεόν, παρά τις προσπάθειες της Ευρωπαϊκής Κοινότητας για την ύπαρξη ενός πολιτικού συμβιβασμού με αντάλλαγμα την παροχή σημαντικής οικονομικής στήριξης, οι τρεις κύριοι ηγέτες των Γιουγκοσλαβικών Δημοκρατιών φαίνεται να μένουν αμετάκλητοι στις αποφάσεις τους.

Στη συνέχεια, αναλύοντας την προσέγγιση του ‘’αρχαίου εθνοτικού μίσους’’, μια προσέγγιση που είναι κυρίως προϊον πολιτικών, στρατιωτών και συγγραφέων και όχι προϊον ακαδημαϊκών συζητήσεων. Τα ‘’εθνοτικά μίση’’ ίσως φαίνεται ότι μπορούν να εξηγήσουν ορισμένα από τα γεγονότα των μετα- Γιουγκοσλαβικών πολέμων, όπου οι εθνικιστικές πολιτικές ελίτ κατάφεραν να προωθήσουν αυτού του είδους το μίσος ανάμεσα στον πληθυσμό. Όμως ως εξήγηση για τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας είναι ανακριβής αιτία. Στον αντίποδα, η εθνικιστική προσέγγιση είναι ευρύτατα διαδεδομένη στις ακαδημαϊκές συζητήσεις σχετικά με τη βίαιη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας. Αναλυτικότερα, η προσέγγιση αυτή βασίζεται στο γεγονός ότι ο εθνικισμός ορίζεται ως η πρωτοκαθεδρία των εθνικών πάνω από οποιοδήποτε άλλο συμφέρον στις πολιτικές δραστηριότητες και ως δόγμα το οποίο στόχευε στη δημιουργία ενός ομοιογενούς έθνους-κράτους στον πυρήνα του. Επιπλέον φαίνεται ότι λόγω των εθνικιστικών αισθημάτων προκλήθηκαν εθνοτικές εντάσεις και αστάθεια στη χώρα. Στην πιο επικίνδυνη του μορφή ο εθνικισμός αναδύθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1980 δημιουργήθηκε από την ελίτ διαννοούμενων και ορισμένα του στοιχεία έγιναν αποδεκτά από την πολιτική ελιτ, κυρίως στη Σερβία και τη Σλοβενία. Παρά το γεγονός ότι ο εθνικισμός αποτελεί ένα βασικό συστατικό στοιχείο στην περιοχή των Δυτικών Βαλκανίων, δεν είναι μπορεί από μόνο του ως φαινόμενο να εξηγήσει το ‘’Γιουγκοσλαβικό παράδοξο’’ καθώς βλέποντας το μεμονωμένα δεν αντιλαμβανόμαστε την πολυπλοκότητα των αιτιών που οδήγησαν στην κατάρρευση της ομοσπονδίας.

Όσον αφορά την πολιτιστική προσέγγιση, έχουν αναφερθεί διάφορες προσεγγίσεις στη διεθνή βιβλιογραφία που υποστηρίζουν ότι οι πολιτιστικές ποικιλομορφίες, οι διαφοροποιήσεις όσον αφορά τον πολιτισμό και τις παραδόσεις των γιουγκοσλαβικών εθνών έπαιξαν σημαντικό ρόλο στο να αποτύχει να συσταθεί μια κοινή Γιουγκοσλαβική κουλτούρα, ένα Γιουγκοσλαβικό έθνος και κράτος. Με βάση την προσέγγιση του John Stuart Mill, το ‘’αίσθημα της εθνότητας’’ είναι αυτό που ευνοεί στο να εγκαθιδρυθεί με τον καλύτερο τρόπο μια αντιπροσωπευτική κυβέρνηση, η έλλειψη αυτού του ‘’κοινού αισθήματος’’, οι κατά κύριο λόγο θρησκευτικές και γλωσσικές διαφοροποιήσεις έκαναν τα έθνη αυτά να προωθούν την επιθυμία τους να ζήσουν ξεχωριστά από τους ‘’άλλους’’ στα δικά τους κράτη. Αυτές λοιπόν οι πολιτιστικές, θρησκευτικές, οικονομικές, γλωσσικές και ιστορικές διαφορές ανάμεσα στα Γιουγκοσλαβικά έθνη είναι ευρύτατες για να επιτρέψουν τη δημιουργία του γιουγκοσλαβικού έθνους, παράγοντες που μόνιμα αποσταθεροποιούσαν το γιουγκοσλαβικό κράτος. Από αυτά τα επιχειρήματα διεξάγεται το συμπέρασμα πως ο κατακερματισμός της χώρας ήταν ως εκ τούτου, αναπόφευκτος και κατά κάποιο τρόπο φυσικό επακόλουθο.

Εξηγώντας αυτή την προσέγγιση με βάση το γνωστό σε όλους έργο του Samuel Huntigton Clashes of Civilizations (1996), αν και το βιβλίο αυτό βασίζεται στη διεθνή πολιτική, τη χρονική περίοδο μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, χρησιμοποιήθηκε από εθνικιστές-πολιτικούς όπως για παράδειγμα από τον Κροάτη πρόεδρο Franjo Tudjman το 1997 για να νομιμοποιήσει και δικαιολογήσει όχι μόνο τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας αλλά και τις συγκρούσεις μεταξύ των Κροατών- καθολικών και Βόσνιων- μουσουλμάνων στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη. Παρά το γεγονός ότι οι πολιτιστικές διαφορές αποτελούν ένα πειστικό επιχείρημα όσον αφορά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, δημιουργείται όμως το εξής ερώτημα, πώς αυτό το περίπλοκο ‘’Γιουγκοσλαβικό μωσαϊκό’’ επιβίωσε για τουλάχιστον 45 χρόνια μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο; Επιπλέον καταρρέει τόσο ξαφνικά μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, όπου οι όποιες διαφορές μεταξύ των διάφορων πολιτισμών ευρύτερα αλλά και στην περιοχή της Γιουγκοσλαβίας φαίνεται να έχουν κατευναστεί. Ωστόσο, η προσέγγιση αυτή είναι πιο κοντά από άλλες προσεγγίσεις στο να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε τη ξαφνική κατάρρευση της Γιουγκοσλαβίας σε σύγκριση με πολλές άλλες προσεγγίσεις. Φυσικά σε καμία περίπτωση όμως δεν μπορεί να αποδωθεί ως η μοναδική αιτία.

Ένα άλλο επιχείρημα που προκύπτει από τη διεθνή βιβλιογραφία είναι εκείνο της ‘’διεθνούς πολιτικής’’, το οποίο στηρίζεται στην επιρροή ενός ή και παραπάνω παραγόντων που εξελίχθηκαν στη διεθνή αρένα κατά τη διάρκεια της ανόδου και μετέπειτα πτώση της Γιουγκοσλαβίας. Υποστηρίζεται ότι η Γιουγκοσλαβία δημιουργήθηκε τόσο το 1918 όσο και το 1945 με σημαντική βοήθεια από τους εξωτερικούς δρώντες, καθώς φαίνεται πως η ισορροπία ισχύος των Μεγάλων Δυνάμεων στο διεθνές σύστημα βοηθούσε ουσιαστικά τη Γιουγκοσλαβία να διατηρήσει την ύπαρξη και την ανεξαρτησία της. Πιο συγκεκριμένα, επικεντρώνοντας τη προσοχή μας στα αίτια διάλυσης της, η κατάρρευση των διπολικών δομών, η πτώση του τοίχους του Βερολίνου έκαναν τη Γιουγκοσλαβία σε σύγκριση με άλλες περιοχές του κόσμου να χάσει τη σημαντικότητα της και κατά συνέπεια δεν ήταν πλέον ικανή να προσελκύσει την οικονομική και πολιτική υποστήριξη της Δύσης. Βέβαια, αυτό δε σημαίνει ότι τα δυτικά κράτη ήθελαν τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, ακόμη λιγότερα δεν ήθελαν την επικράτηση αστάθειας σε μια ήδη ταραχώδη περιοχή. Η Γιουγκοσλαβία μάλιστα ήταν η πρώτη χώρα της Ανατολικής Ευρώπης η οποία θα εντασσόταν στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα και ήδη από τα τέλη του 1970 είχε υπογράψει τα πρώτα έγγραφα συνεργασίας με την EC. Συνοψίζοντας σχετικά με τον ρόλο της διεθνούς πολιτικής στη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας θεωρείται ανεπαρκές ως επιχείρημα ότι η παρέμβαση των δυτικών κρατών και οργανισμών ήταν ο κύριος λόγος του κατακερματισμού της χώρας.

Έπειτα, πολλοί συγγραφείς δίνουν έμφαση στο ρόλο των προσωπικοτήτων και την επιρροή της στην κατάρρευση της Γιουγκοσλαβίας, τα δύο κεντρικά πρόσωπα που κατά κύριο λόγο στηρίζεται αυτή η προσέγγιση είναι ο Josip Broz Tito και ο Slobodan Milosevic. O Τito κατά τη διάρκεια της ηγεσίας του, ο μοναδικός και αληθινός λήπτης των αποφάσεων, είχε καταφέρει να συγκεντρώσει όλη την ισχύ στα χέρια του, θέματα που αφορούσαν τις εξωτερικές υποθέσεις, την ασφάλεια του κράτους κ.α. όλα ήταν δικής του δικαιοδοσίας. Επιπλεόν, ακόμη και μετά τις συνταγματικές μεταρρυθμίσεις του 1974 κατάφερε να κρατήσει ενωμένη τη Γιουγκοσλαβία. Μετά το θάνατο του, το Μαϊο του 1980 δεν υπήρξε κανένας άλλος να επανενώσει τους ‘’σπασμένους δεσμούς’’ και να λάβει σημαντικές αποφάσεις στις συγκρούσεις συμφερόντων μέσα στη χώρα. Ένας άλλος άνθρωπος που αποφασιστικά επηρέασε την πολιτική της Γιουγκοσλαβίας ήταν ο Slobodan Milosevic, ο Σέρβος ηγέτης που για πολλούς θεωρήθηκε το άτομο που θα αντικαθιστούσε το κενό εξουσίας που υπήρχε μετά το θάνατο του Τίτο. Όμως ο Milosevic επηρέασε αρνητικά την ισορροπία μεταξύ των δημοκρατιών και των επαρχιών, των οποίων η σταθερότητα ήταν ένα πρόσφατο επίτευγμα. Επίσης, εισήγαγε τις μάζες στην πολιτική χρησιμοποιώντας τους ως πηγή πίεσης στις συγκρούσεις εντός των ελίτ. Όμως, αυτό που θα πρέπει να γίνει αντιληπτό είναι ότι η Γιουγκοσλαβία δεν υπήρξε ή κατέρρευσε εξαιτίας ενός ατόμου μόνο, ακόμα και αν οι πολιτικές της έχουν συχνά στο παρελθόν καθοριστεί από τη θέληση ενός ισχυρού άνδρα. Και ο Tito και ο Milosevic και κάθε άλλος πολιτικός ηγέτης, μπορούν να κατανοηθούν μόνο στο πλαίσιο των πολιτικών διαδικασιών που τους έδωσαν ισχύ και τους έκαναν ικανούς να επηρεάσουν την πολιτική της περιοχής με τόσο ισχυρό τρόπο.

Μια άλλη προσέγγιση, η οποία περιέχει στοιχεία και άλλων προσεγγίσεων, είναι η ‘’πτώση των αυτοκρατοριών’’, διατυπώθηκε από τον Eric Hobsbawm (1996), υποστηρίζει ότι αντί να γίνει ένα έθνος-κράτος δομημένο από φιλελεύθερους η Γιουγκοσλαβία αναπτύχθηκε ως πολυεθνική αυτοκρατορία, περισσότερο βασισμένη στο μοντέλο της Αυστρο-Ουγγρικής και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η έννοια της αυτοκρατορίας για τη Γιουγκοσλαβία ήταν πολύ πιο πετυχημένη τη μεταπολεμική περίοδο υπό την ηγεσία του Tito, ο οποίος προωθούσε μια διεθνική ιδεολογία, το εθνοτικό στοιχείο δεν υπερείχε για εκείνον της διεθνικής ιδεολογίας. Με το θάνατο του Tito τα πράγματα άλλαξαν, η σταδιακή αντικατάσταση της ‘’ιδεολογικής ηγεσίας’’ με ηγέτες που αντιπροσώπευαν κυρίως τις δημοκρατίες και τις επαρχίες της χώρας, αυτό σήμαινε την εγκατάλειψη της υπερεθνικής θέσης που ήταν στην κορυφή της αυτοκρατορίας. Σε αντίθεση με τον Tito και τον Kardelj, οι κυβερνήσεις της μετα-Τιτοϊκής Γιουγκοσλαβίας δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως αμερόληπτοι κριτές αλλά πιο πολύ ως εκπρόσωποι των δικών τους τμημάτων στην κοινωνία. Χωρίς έναν αμερόληπτο κριτή και στις ιδεολογικές αλλά και στις πολιτικές συγκρούσεις, η σταθερότητα της Γιουγκοσλαβίας υπονομεύτηκε. Η μετάβαση από μια αυτοκρατορία σε ένα κατακερματισμένο σύστημα θεσμοθετήθηκε από το σύνταγμα του 1974, όμως ο Tito μέχρι το θάνατο του είχε καταφέρει παρά τις μεταρρυθμίσεις να διατηρήσει την ενότητα μέσα στην Ομοσπονδία. Βέβαια, είναι δύσκολο η Γιουγκοσλαβία να συγκριθεί με πραγματικές αυτοκρατορίες, λόγω της έλλειψης ενός κυρίαρχου έθνους κάτι το οποίο ο Τίτο προσπάθησε να δημιουργήσει αλλά μετά το θάνατο του, κανείς δεν μπόρεσε να προωθήσει αυτή την ιδεολογία. Τέλος, όπως επαναλήφθηκε και παραπάνω το επιχείρημα της ‘’πτώσης των αυτοκρατοριών’’ είναι ένα αμάλγαμα προσεγγίσεων, όπως την αδυναμία του εθνικισμού, το ρόλο της προσωπικότητας, το ρόλο της ιδεολογίας κλπ. Συνεπώς δεν μπορεί ως επιχείρημα μόνο του να απαντήσει στο ερώτημα της ξαφνικής κατάρρευσης του γιουγκοσλαβικού οικοδομήματος.

Τα παραπάνω επιχειρήματα συνεισφέρουν το καθένα με το δικό του τρόπο έτσι ώστε να ολοκληρωθεί το ‘’πάζλ’’ και να δοθεί μια επαρκής απάντηση στο ερώτημα της διάλυσης της Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας. Μια περιοχή με νωπές ακόμα τις πληγές του εμφύλιου σπαραγμού, προσπαθεί μέχρι και σήμερα να κλείσει τις πληγές του ταραγμένου παρελθόντος, αντιμετωπίζοντας σημαντικές προκλήσεις όμως πρέπει να αναγνωριστεί για όλα τα κράτη των Δυτικών Βαλκανίων ότι οι προσπάθειες τους είναι αξιοσημείωτες. Σήμερα όμως, τα Δυτικά Βαλκάνια αντιμετωπίζουν μια ακόμη σημαντική πρόκληση, το Ισλαμικό Κράτος, λόγω της εσωτερικής κατάστασης που επικρατεί στα κράτη των Δυτικών Βαλκανίων τα καθιστά πιο τρωτά σε τέτοιες προκλήσεις, τα ίδια τα κράτη πρέπει να αναπτύξουν συντονισμένες πολιτικές αλλά και σε συνεργασία μεταξύ τους και με τη διεθνή κοινότητα έτσι ώστε να αντιμετωπίσουν την απειλή του Ισλαμικού Κράτους, του οποίου οι δραστηριότητες απειλούν τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια.
Περισσότερα:
Εγγραφή στο newsletter του PoliticalDoubts.

YOUR OPINION

Το ΚΑΣ αποφάσισε να μην διατεθεί το μνημείο του Παρθενώνα για εκδήλωση οίκου μόδας:

Συμφωνώ. Η προστασία των μνημείων θα πρέπει να είναι απόλυτη
70.2%
Μάλλον διαφωνώ. Θα μπορούσαν να τεθούν αυστηρότεροι όροι.
8.7%
Διαφωνώ με την απόφαση. Δεν μπορεί να χάνονται ευκαιρίες προβολής της χώρας
14.9%
Συμφωνώ να μην διατεθεί ο Παρθενώνας. Δεν θα είχα αντίρρηση αν επρόκειτο για άλλον αρχαιολογικό χώρο
6.1%
Η ψηφοφορία για αυτό το δημοψήφισμα έχει λήξει

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση