Ασία 25/02/2017

Συγκριτικά πλεονεκτήματα, εκδημοκρατισμός και ελεύθερο εμπόριο με την Κίνα

Το άρθρο εξετάζει, πιθανώς για πρώτη φορά, τα δύο βασικά επιχειρήματα υπέρ του ελεύθερου εμπορίου με την Κίνα και την ισχύ τους σύμφωνα με τα ίδια τα θεωρητικά τους θεμέλια
Τα πιο σοβαρά και επιστημονικώς ενδιαφέροντα επιχειρήματα υπέρ του ελεύθερου εμπορίου με την Κίνα είναι δύο. Ένα περισσότερο οικονομικής φύσης, που αναφέρεται στην έννοια των συγκριτικών πλεονεκτημάτων, και ένα περισσότερο πολιτικής, που αναφέρεται στη διαδικασία εκδημοκρατισμού. Σε αυτό το άρθρο επιχειρώ να εξετάσω επιγραμματικά αυτά τα επιχειρήματα και την ισχύ τους σύμφωνα με τα ίδια τα θεωρητικά τους θεμέλια, κάτι που, περιέργως ίσως, προκύπτει ότι δεν έχει γίνει ακόμη ούτε σε επιστημονικό επίπεδο, ούτε φυσικά σε δημοσιογραφικό. Δεν θα μιλήσω αντίθετα για τα επιχειρήματα που εναντιώνονται στο ελεύθερο εμπόριο με την Κίνα τα οποία είναι εξ αρχής ευνοϊκά προς τον προστατευτισμό, ή βασίζονται περισσότερο σε στρατηγικούς παρά σε οικονομικούς συλλογισμούς.

Σύμφωνα με τη θέση της νεοκλασσικής οικονομικής σχολής το ελεύθερο εμπόριο είναι πάντα ωφέλιμο για όλες τις συμμετέχουσες πλευρές. Η βασική αναφορά είναι το κλασσικό βιβλίο του Ντέιβιντ Ρικάρντο «On the Principles of Political Economy and Taxation», που δημοσιεύτηκε το 1817, όπου ο μεγάλος Βρετανός οικονομολόγος εισήγαγε την έννοια των συγκριτικών πλεονεκτημάτων, από τότε στο επίκεντρο της διεθνούς πολιτικής και οικονομικής συζήτησης, τελειοποιώντας την έννοια των απόλυτων πλεονεκτημάτων που είχε ήδη παρουσιάσει ο Άνταμ Σμιθ τέσσερις δεκαετίες νωρίτερα.Η θεωρία των συγκριτικών πλεονεκτημάτων διαπιστώνει ότι το ελεύθερο εμπόριο ωθεί τις χώρες να εξειδικεύονται σε εκείνες τις παραγωγές και δραστηριότητες στις οποίες πλεονεκτούν έναντι άλλων χωρών, δηλαδή είναι καλύτερες στο να τις επιτελούν, είτε για αντικειμενικούς λόγους όπως το κλίμα και η γεωγραφία, ή για λόγους κουλτούρας και παράδοσης. Αυτή η διαδικασία τείνει να δημιουργεί μια ισορροπία στη διεθνή οικονομία, στην οποία οικοδομείται ένας διεθνής καταμερισμός εργασίας, όπου ο καθένας κάνει εκείνο που γνωρίζει και μπορεί να κάνει καλύτερα, εξασφαλίζοντας τη μέγιστη παραγωγή με τη μικρότερη δαπάνη δυνάμεων και πόρων. Κατά συνέπεια ο κόσμος στο σύνολό του γίνεται πλουσιότερος και ευημερεί.

Τα συγκριτικά πλεονεκτήματα αναφέρονται στις παραγωγικές ικανότητες, κλίσεις και συνήθειες μιας οικονομίας έναντι άλλων, δηλαδή στην ελεύθερη αλληλεπίδραση ανάμεσα σε διαφορετικές παραγωγικές βάσεις. Αντικείμενο της συναλλαγής είναι το προϊόν της οικονομικής δραστηριότητας της κάθε κοινωνίας που συμμετέχει στην ελεύθερη συναλλαγή, που χάρη σε αυτή τη διαδικασία εμβαθύνει και βελτιώνει τα δυνατά της σημεία, ενώ εγκαταλείπει τα αδύναμα.Στην περίπτωση του τωρινού ελεύθερου εμπορίου ανάμεσα στη Δύση και την Κίνα, με τη μετεγκατάσταση χιλιάδων δυτικών επιχειρήσεων προς εκμετάλλευση του πάμφθηνου εργατικού δυναμικού που προσφέρει το κινεζικό καθεστώς, νομίζω ότι η κατάσταση είναι θεμελιακά διαφορετική, ως και αντιθετική. Πράγματι, αυτή δεν συνίσταται σε μια συναλλαγή ανάμεσα σε πλεονάσματα των αντίστοιχων εσωτερικών παραγωγών, όπως συμβαίνει στο μοντέλο του Ρικάρντο, αλλά στη μεταφορά ενός τμήματος της εσωτερικής δυτικής παραγωγής σε ένα περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από μια εντελώς διαφορετική παραγωγική δραστηριότητα, σε σχέση με εκείνη που αναλογεί στην ίδια. Δηλαδή ενώ για παράδειγμα τα προϊόντα υψηλής τεχνολογίας είναι καρποί της δυτικής οικονομικής και κοινωνικής δραστηριότητας, ένα μεγάλο μέρος τους πρακτικά παράγεται από την εργασιακή δραστηριότητα μιας οικονομίας που δεν έχει αναπτύξει αυτές τις ικανότητες. Δεν πρόκειται συνεπώς για δύο οικονομίες που αλληλεπιδρούν αλλά για μια κατάσταση στην οποία ένα τμήμα μιας οικονομίας απομονώνεται από τις συνθήκες στις οποίες πραγματικά ανήκει, και χρησιμοποιεί συνθήκες μιας άλλης οικονομίας ενώ πουλάει τα προϊόντα της κυρίως όχι στην τελευταία, αλλά ακριβώς στην οικονομία από την οποία προέρχεται.

Είναι σαν μια περιοχή των ΗΠΑ να περιφρασσόταν από ένα αδιαπέραστο τείχος, και στο εσωτερικό της να εγκαθίσταντο πολλά μεγάλα εργοστάσια και μετά να μεταφέρονταν εκατομμύρια δούλοι για να δουλέψουν εκεί, ενώ τα προϊόντα συνέχιζαν να πωλούνται στην αγορά των ΗΠΑ και οι τιμές να καθορίζονται από την αμερικανική ζήτηση. Άρα οι τιμές θα ήταν απείρως μεγαλύτερες από το κόστος παραγωγής, εξασφαλίζοντας τεράστια κέρδη, αλλά ταυτόχρονα πολύ χαμηλότερες από εκείνες που οι μικρότερες εταιρείες στο εξωτερικό του τείχους θα μπορούσαν να αντέξουν ως υποκείμενες στο κόστος παραγωγής που αντιστοιχεί στην αμερικανική εργατική δύναμη, με αποτελέσματα καταστροφικά για αυτές. Κι αν αυτή η εικόνα μοιάζει δυστοπική, θα έλεγα ότι η  πραγματικότητα του ελεύθερου εμπορίου με την Κίνα μετά την είσοδό της στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου το 2001 είναι ακόμα χειρότερη, γιατί στη δοσοληψία συμμετέχει και το αυταρχικό κινεζικό καθεστώς – ο προμηθευτής των δούλων – που χάρη σε αυτό το deal ενδυναμώνει ολοένα και περισσότερο τη στρατιωτική του ισχύ.

Το δεύτερο επιχείρημα υπέρ του ελεύθερου εμπορίου με την Κίνα θεωρεί ότι αυτό σταδιακά θα επιφέρει τον εκδημοκρατισμό της χώρας, και επομένως θα δημιουργήσει καλύτερες προοπτικές συνεργασίας, ειρήνης και ευημερίας. Ο συλλογισμός ουσιαστικά ακολουθεί το μοντέλο της ανόδου της αστικής τάξης στην ευρωπαϊκή ιστορία, ήτοι αναμένει ότι η ανάπτυξη της κινεζικής οικονομίας θα δημιουργήσει μεσαίες τάξεις που θα διεκδικήσουν μια όλο και μεγαλύτερη πολιτική συμμετοχή, αναγκάζοντας σταδιακά το καθεστώς να εκδημοκρατιστεί.

Πιστεύω ότι αυτός ο συλλογισμός είναι ριζικά λανθασμένος, γιατί αντιλαμβάνεται τις «μεσαίες» τάξεις μόνο με όρους εισοδήματος, χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις σχέσεις τους με τα μέσα παραγωγής. Οι βιομηχανικές και εμπορικές ευρωπαϊκές αστικές τάξεις ταυτίζονταν με δραστηριότητες που σε μεγάλο βαθμό ξέφευγαν από τον έλεγχο των μοναρχικών και φεουδαρχικών μεσαιωνικών καθεστώτων, ενώ στην περίπτωση της σημερινής Κίνας η βιομηχανική ανάπτυξη και το εμπόριο της χώρας ελέγχονται αντίθετα ακριβώς από την κυρίαρχη τάξη, που κατέχει την κρατική εξουσία. Όλες οι μεγάλες κινεζικές επιχειρήσεις που συνεργάζονται με δυτικές και επενδύουν στο εξωτερικό, ανήκουν στο καθεστώς και όχι σε μια αστική τάξη ιδιωτικών οικονομικών παραγόντων, εχθρική στην κυρίαρχη τάξη ή ευρισκόμενη τουλάχιστον εν μέρει σε ανταγωνισμό με αυτήν, όπως είχε συμβεί στο ευρωπαϊκό ιστορικό παράδειγμα. Οι νέες κινεζικές μεσαίες τάξεις μόνο επιφανειακά και με στενά καταναλωτικά κριτήρια μπορούν να φανούν παρόμοιες με τις δυτικές, καθώς από πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής άποψης είναι δεμένες με το καθεστώς και υποτελείς του, δημιουργήθηκαν από αυτό και το στηρίζουν. Δεν αποτελούνται από αυτόνομους καπιταλιστές που κατέχουν τουλάχιστον ένα αξιοσημείωτο μέρος της παραγωγής και του διεθνούς εμπορίου της χώρας, αλλά από υπαλλήλους των κρατικών επιχειρηματικών κολοσσών του καθεστώτος.Κατά συνέπεια το «ελεύθερο» εμπόριο με την Κίνα και η ανάπτυξή της, καταλήγουν όχι να ευνοούν τον σχηματισμό αυτόνομων και πολιτικά ανταγωνιστικών προς το καθεστώς τάξεων που θα το ωθήσουν προς τον εκδημοκρατισμό, αλλά αντίθετα να ενισχύουν την κυριαρχία του τελευταίου στην κινεζική κοινωνία. Πρόκειται επομένως για μια κατάσταση παρόμοια όχι βέβαια με εκείνη της πρωτο-καπιταλιστικής Ευρώπης, όπου ήταν η αστική τάξη εκείνη που οδήγησε την οικονομική ανάπτυξη και στο τέλος κατέκτησε την πολιτική εξουσία ανατρέποντας τις φεουδαρχικές τάξεις, αλλά με εκείνη της Ιαπωνίας μετά τη μεταρρύθμιση Μέιτζι του 1867, δηλαδή στις απαρχές της ανόδου του ιαπωνικού μιλιταρισμού και επεκτατισμού.

Συνεπώς δεν θα έπρεπε να δημιουργεί έκπληξη το γεγονός πως η νέα κυβέρνηση της μεγάλης αμερικανικής φιλελεύθερης δημοκρατίας δηλώνει ότι έχει την πρόθεση να σταματήσει το ελεύθερο εμπόριο με την κινεζική κομμουνιστική δικτατορία, ενώ αντίθετα θα έπρεπε να προκαλεί προβληματισμό το γεγονός ότι για τόσα χρόνια οι υποτιθέμενοι εκφραστές της δημοκρατίας, του φιλελευθερισμού αλλά και της δυτικής αριστεράς, πεισματικά το προώθησαν και το υπερασπίστηκαν.  

Δημοσιεύτηκε αρχικά στα ιταλικά από την ιστοσελίδα Gli Immoderati, στις 24 Φεβρουαρίου 2017.

Ο Σωτήριος Φ. Δρόκαλος είναι κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος Διεθνών Σχέσεων και πτυχίου Νομικών Επιστημών από το Πανεπιστήμιο της Μπολόνια. Είναι συγγραφέας δύο βιβλίων ιστορίας και θεωρίας των διεθνών σχέσεων στην ιταλική γλώσσα, και συνεργάζεται με τα ελληνικά περιοδικά «Ιστορικά Θέματα» και «Στρατιωτική Ιστορία».
Εγγραφή στο newsletter του PoliticalDoubts.

YOUR OPINION

Το ΚΑΣ αποφάσισε να μην διατεθεί το μνημείο του Παρθενώνα για εκδήλωση οίκου μόδας:

Συμφωνώ. Η προστασία των μνημείων θα πρέπει να είναι απόλυτη
70.2%
Μάλλον διαφωνώ. Θα μπορούσαν να τεθούν αυστηρότεροι όροι.
8.7%
Διαφωνώ με την απόφαση. Δεν μπορεί να χάνονται ευκαιρίες προβολής της χώρας
14.9%
Συμφωνώ να μην διατεθεί ο Παρθενώνας. Δεν θα είχα αντίρρηση αν επρόκειτο για άλλον αρχαιολογικό χώρο
6.1%
Η ψηφοφορία για αυτό το δημοψήφισμα έχει λήξει

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση